Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Η κυβέρνηση εξαντλεί τις δυνατότητές της.


«Η Ελλάδα εξαντλεί τις δυνατότητές της». Υπάρχει κάποιος που διαφωνεί σ’ αυτή τη διαπίστωση; Τουναντίον, πολλοί θα βρεθούν να υποστηρίξουν, ότι «προ πολλού τις έχει εξαντλήσει». Δεν θα ‘χουν άδικο.

Από τη στιγμή που άρχισαν να λαμβάνονται μέτρα για τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας, έχουν προκληθεί τόσες πολλές διαδοχικές ανατροπές στη λειτουργία της οικονομίας του κράτους και των νοικοκυριών, που όμοιές τους δεν είχε ξαναγνωρίσει η κοινωνία μας. Το γεγονός, μάλιστα, ότι οι αλλαγές αυτές επήλθαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και με βίαιο τρόπο, είχε σαν αποτέλεσμα, πέραν της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης, να προκαλέσει και σοβαρές επιπτώσεις στη συνοχή της ίδιας της κοινωνίας.

Σήμερα, τέσσερα χρόνια και πλέον σε καθεστώς χρεοκοπίας, επιτήρησης και μνημονίων, βιώνουμε για μια ακόμα φορά με την ίδια ένταση μια πράξη ενός έργου που επαναλαμβάνεται μονότονα κάθε φορά που οι εκπρόσωποι των δανειστών πραγματοποιούν αξιολόγηση των αποτελεσμάτων μιας περιόδου του προγράμματος. Κάθε φορά επαναλαμβάνονται απαράλλαχτα τα ίδια για τις «σκληρές διαπραγματεύσεις». Κάθε φορά ακούγονταν τα ίδια στερεότυπα για «κόκκινες γραμμές». Κάθε φορά η ίδια επίκληση για την ανάγκη πολιτικής λύσης. Κάθε φορά –το έχουμε μάθει πια– ο επίλογος αυτής της επώδυνης διαδικασίας γράφεται με τον ίδιο δραματικό τρόπο από επιπλέον οριζόντιες περικοπές κι επιβαρύνσεις.

Η χώρα έχει θιγεί καίρια, εξαιτίας της αφερεγγυότητας και της αναξιοπιστίας των στοιχείων που εμφάνιζε επί σειρά ετών προ του 2009 έναντι των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυβέρνηση έχει διαψευσθεί κατ’ επανάληψη στις διαβεβαιώσεις προς τον λαό, ότι δεν πρόκειται να λάβει άλλα μέτρα ή ότι η οικονομία έχει ανακάμψει κι η έξοδος από την κρίση είναι θέμα χρόνου. Τώρα, λοιπόν, στην πλέον κρίσιμη καμπή, αντί να έχει φροντίσει να καλυφθεί εγκαίρως με τις απαραίτητες πολιτικές αποφάσεις και μέτρα το έλλειμμα αξιοπιστίας, τόσο έναντι της Ευρώπης, όσο και έναντι του λαού, η κυβέρνηση αναγκάζεται να καταφύγει στην επίκληση πολιτικών επιχειρημάτων για τη διευθέτηση ενός αμιγώς οικονομικού προβλήματος, παραμένοντας έτσι και πάλι εκτεθειμένη.

Αφού επί μήνες βιώσαμε την κυβερνητική «άνοιξη της οικονομίας» και τα πρωθυπουργικά «success story» κι αφού –αφελώς όπως προκύπτει– θεωρήσαμε, ότι το πρωτογενές πλεόνασμα από μόνο του ήταν η αναγκαία, αλλά –προπαντός– η ικανή συνθήκη για την πολυπόθητη έξοδο, τώρα αναζητούνται εναγωνίως «τεχνικές λεπτομέρειες» για την παράταση του προγράμματος και διεκδικούμε πολιτική λύση.

Αυτό ίσως είναι το οδυνηρότερο. Αυτό είναι που δυναμιτίζει το πολυπόθητο κλίμα σταθερότητας στην κοινωνία και την οικονομία και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και τους θεσμούς του. Ποιος ΣΥΡΙΖΑ μετά και ποιος Παπανδρέου. Ανακαλύπτονται δικαιολογίες και προφάσεις εν αμαρτίες για να κουκουλωθούν όπως - όπως κραυγαλέες κυβερνητικές ανεπάρκειες και αρρυθμίες. Νομοθετικές ρυθμίσεις κι αποφάσεις αντιφατικές, αλληλοσυγκρουόμενες, περίπλοκες, ατελέσφορες, συνθέτουν ένα πλαίσιο λειτουργίας αναποτελεσματικό κι απρογραμμάτιστο. Τι να πρωτοθυμηθείς; Τις ρυθμίσεις για την αξιολόγηση; Για τον ΕΝΦΙΑ; Για τα δάνεια; Για τι; Ένα διαρκές μπρος πίσω κι ένα ατέρμονο γαϊτανάκι μετακύλισης ευθυνών κι υπευθύνων. Ενδεικτικό της κυβερνητικής ασυνεννοησίας, η επίκληση του πρωθυπουργού για να ληφθεί μια απόφαση κάθε φορά που τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο. Πόσες φορές ακούστηκε αυτό το επιχείρημα;

Κάποιοι ίσως να νομίζουν, ότι αυτή η διαδικασία αποτελεί διαφήμιση του πρωθυπουργού κι ανάδειξη του ηγετικού του προφίλ. Δείγμα ανικανότητας και ανεπαρκούς συντονισμού συνθέτουν, σημάδι ασυνεννοησίας και προχειρότητας, μιας κυβέρνησης που σχηματίστηκε κάτω από εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις και που, όχι μόνο υπό το βάρος των δεσμεύσεων και των αναγκών της κοινωνίας, αλλά προπαντός υπό το βάρος της ευθύνης και της συγκυρίας, θα έπρεπε «να πετάει», προωθώντας τις πολιτικές για τον ταχύ μετασχηματισμό και την ανάπτυξη της χώρας.

Αντί για επενδύσεις στην οικονομία επενδύθηκαν πολλά στην επικοινωνιακή υποστήριξη και προβολή του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης. Τα περισσότερα για φιλάρεσκους μονολόγους μπροστά σε βουβά ακροατήρια χειροκροτητών ή πάνελ παραπολιτικών διαξιφισμών και αντεγκλήσεων. Το αίσθημα της κυβερνητικής αισιοδοξίας ξεφούσκωνε αμέσως μετά τις δηλώσεις, μόλις έσβηναν οι προβολείς μπροστά απ’ την εξώπορτα του Μαξίμου και φωτιζόταν η σκληρή πραγματικότητα. Η κυβέρνηση –ιδιαίτερα μετά τις Ευρωεκλογές– «πετούσε» στον αέρα της τηλεθέασης και τους αιθέρες των ραδιοφωνικών συχνοτήτων.

Η κυβέρνηση, είναι προφανές, ότι απευθυνόμενη τώρα στους δανειστές λέει μια μεγάλη αλήθεια, υποστηρίζοντας, πως «η Ελλάδα εξαντλεί τις δυνατότητές της». Με τη μόνη διαφορά, πως υπεύθυνη γι’ αυτή την εξέλιξη είναι πρωταρχικά η ίδια. Αυτή κυβερνά κι έχει την πρωτοβουλία των εξελίξεων. Αυτή με τις αποφάσεις της οδηγεί τους Έλληνες στην απόγνωση, στην απογοήτευση, στην αμφισβήτηση. Αυτή με τις επιλογές της αποσταθεροποιεί θεσμούς και συστήματα με πρώτο και καλύτερο το πολιτικό. Αυτή με δηλώσεις κι εκδηλώσεις στελεχών της κατευθύνει την κοινωνία προς ακραίες, λαϊκιστικές κι αντισυστημικές συμπεριφορές.

Η λύση δεν μπορεί, συνεπώς, παρά να είναι πολιτική. Μόνο που, ως φαίνεται, αυτή τη λύση δεν θα τη δώσουν πρώτοι οι Ευρωπαίοι, αλλά οι 'Ελληνες. Στην Ευρώπη το έχουν καταλάβει, θέμα χρόνου είναι να το κατανοήσουν και στην κυβέρνηση.

Οι πρώτες κινήσεις άρχισαν ήδη. Η κυβέρνηση εξαντλεί τις δυνατότητές της.

Photo: Greece Reporter

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Μείωση ΦΠΑ και δωρεάν ρεύμα. Πότε;


Δεν χάθηκα, ούτε ξεχάστηκα. Παρακολουθώ με απορία, ενδιαφέρον, αγωνία μερικές φορές, αλλά κυρίως με θλίψη κι απογοήτευση τα γεγονότα και τις εξελίξεις. Κάθε μέρα συνδυάζεται και δένει αν εξαιρέσεις τις προσωπικές στιγμές, τις ώρες με την οικογένεια, της ξεκούρασης και της όποιας ψυχαγωγίας– με το κλίμα και την ψυχολογία που διαχέεται στο δημόσιο χώρο, αυτό που «εισπράττεις» από φίλους, αυτό που αντιλαμβάνεσαι ως πολίτης που ζει σ’ αυτή τη χώρα.

Δεν αναφέρομαι στη μιζέρια και το τίποτα της τηλεόρασης, που εξακολουθεί όμως –παρά τις επικρίσεις και τη φτήνια της– ν’ αποτελεί τον υπ’ αριθμό ένα φορέα ψυχαγωγίας κι ενημέρωσης για την πλειοψηφία, αλλά στην βαριά ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κινούνται οι περισσότεροι, οι πολλοί. Εκείνοι που εξακολουθούν ακόμα, έστω στοιχειωδώς, ν’ ασχολούνται και να παρακολουθούν τα γεγονότα και την πορεία της χώρας. Εκείνοι που ασφυκτιούν από τις επαναλήψεις των ίδιων και των ίδιων ανέξοδων εξαγγελιών, των ίδιων και των ίδιων αδιέξοδων πρακτικών, των ίδιων και των ίδιων πολυέξοδων προσώπων.

Αισθάνομαι να βιώνω σ’ επανάληψη την ιστορία του παππού και του προπάππου μου, του πατέρα, αλλά κι εκείνη των παιδικών μου χρόνων. Απορώ, πώς είναι δυνατόν ν’ ακούω τους δημοσιολογούντες να υποστηρίζουν ότι νοιάζονται για το μέλλον των παιδιών μου, για το μέλλον μου, για το μέλλον μας, με όρους της επανάστασης του ’21 ή του ‘41 και με συνθήματα του ’81. Πώς μπορεί να ξυπνάω με την ανασφάλεια και να κοιμάμαι με τον φόβο για το τι θα ξημερώσει αύριο.

Αναλογίζομαι, πως όσοι έχουν τουλάχιστον μια δουλειά ή μια σύνταξη, ένα σπίτι, ένα εισόδημα, μπορούν προς το παρόν να τα φέρνουν βόλτα κόβοντας σχεδόν όλα όσα αφορούσαν τα επιπλέον, αλλά αντιλαμβάνομαι, ότι όλες οι ανατροπές κι οι ανακατατάξεις, όλα τα μέτρα κι οι μειώσεις αφορούσαν αυτούς, αποκλειστικά αυτούς. Μισθωτοί και συνταξιούχοι εξακολουθούν όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης ν’ αποτελούν τους τροφοδότες λογαριασμούς της εθνικής οικονομίας, το πλεόνασμα είναι ο δικός τους οβολός. Και πώς αλλιώς, αφού, αφενός όλες οι μειώσεις εισοδημάτων γίνονται οριζόντια κι αφετέρου το φορολογικό σύστημα εξακολουθεί, τέσσερα χρόνια μέσα στην κρίση, να είναι δυσκίνητο, δαιδαλώδες κι αναποτελεσματικό.

Μιλάμε για παραγωγή και γι’ ανάπτυξη και δεν μπορούμε στοιχειωδώς να εξασφαλίσουμε σαν κράτος δικαίου, ότι όλοι θα συμμετέχουν στα δημόσια βάρη αναλογικά και κατά το μέτρο των δυνατοτήτων τους. Μα, αν από κάπου θα έπρεπε να γίνει η αρχή μέχρι ν’ αρχίσει ν’ «αυγατίζει» η οικονομία είναι να εξασφαλιστεί, ότι όλοι πληρώνουν ή απαλλάσσονται ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα. Το μόνο που προς το παρόν –και κατά παράδοση– «αυγατίζει» είναι οι φορολογικές διατάξεις και ρυθμίσεις. Άσε τις εγκυκλίους.

Ρυθμίσεις για τα «κόκκινα δάνεια» –λέει– και δεν ξεχωρίζει ποιοι είναι εκείνοι που αντικειμενικά δικαιούνται αυτή την διευκόλυνση, που –κοντά στ’ άλλα– κοντεύει να τινάξει το κλείσιμο της συμφωνίας με τους δανειστές στον αέρα. Οι έντιμοι κι ειλικρινείς φορολογούμενοι, οι άνθρωποι που η κρίση τους «έπιασε απ’ το λαιμό», μαζί με τους μπαταχτσήδες και τους φοροκλέφτες. Το «δεν έχω να πληρώσω» τσουβαλιασμένο μαζί με το «Δεν πληρώνω».

Αυτές οι ισοπεδωτικές κοινωνικές πολιτικές έχουν μεγάλο μέρος της ευθύνης για το χάλι των δημόσιων οικονομικών. Αυτές οι συλλήβδην παροχές και διευκολύνσεις σε κοινωνικές ομάδες κι επαγγελματικές κατηγορίες, όχι μόνο διευκόλυναν την ανάπτυξη των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά θέριεψαν κι εξέθρεψαν την ανομία και την παρανομία απ’ άκρη σ’ άκρη στην κοινωνία. Πουθενά δεν τέθηκε ποτέ ένα θεμελιώδες κριτήριο, το εισόδημα, προκειμένου ν’ αντικριστεί με μια παροχή. Πουθενά δεν έγινε αξιολόγηση, ιεράρχηση σε ανάγκες και περιπτώσεις. Κι ο έλεγχος –όπου προβλεπόταν– κατέληγε τελικά να εκτρέφει τη συναλλαγή κι το αλισβερίσι ελεγκτών κι ελεγχόμενων.

Πολλές οι «μαύρες τρύπες» κι οι εστίες της φοροδιαφυγής, αντί όμως αυτές πρώτες απ’ όλα να κλείσουν και να στεγανοποιηθούν, διατηρήθηκαν ή και διευρύνθηκαν με το βάθεμα της οικονομικής κρίσης. Έτσι οι ανάγκες για μεγαλύτερη φορολόγηση των ειλικρινών φορολογούμενων εντάθηκαν, έτσι οι ανάγκες για πολλαπλασιασμό των άμεσων φόρων και για αύξηση των έμμεσων πολλαπλασιάστηκαν. Οι εύκολες λύσεις, η «πεπατημένη» των φορολογικών μηχανισμών προκάλεσε το αδιέξοδο και την ασφυξία στο σύνολο της οικονομίας. Έτσι «την πατήσαμε».

Αντί να «μαλλιοτραβιόμαστε» για το παρελθόν ή το «πού θα βρεθούν τα λεφτά», είναι καιρός, να παραδεχτούμε ειλικρινά μεταξύ μας, ότι λεφτά υπάρχουν. Δεν είναι αστείο. Λεφτά για να τα «φέρει βόλτα» η οικονομία υπάρχουν, λείπει όμως η βούληση, ώστε να καλλιεργηθεί αίσθημα ασφάλειας κι εμπιστοσύνης στην κοινωνία, συνθήκες σιγουριάς και σταθερότητας στην αγορά. Όταν τα δεδομένα αλλάζουν σε κάθε επίσκεψη της τρόικα ή ανάλογα με τις ταμειακές ανάγκες του δημοσίου, τότε ούτε η οικονομία μπορεί να λειτουργήσει ελεύθερη, ούτε τα νοικοκυριά ν’ ανασάνουν απερίσπαστα πάνω σε στέρεες βάσεις και ασφαλείς συνθήκες.

Η έλλειψη σταθερότητας κι η αμφιθυμία στην έκφραση της πολιτικής βούλησης για την προώθηση στοιχειωδών αλλαγών, αλλά σε κρίσιμους τομείς, για τη λειτουργία του κράτους, έχουν οδηγήσει τις εξελίξεις εδώ που τις έχουν οδηγήσει. Έτσι νομίζω. Σ’ αυτόν το δισταγμό και τη χαραμάδα ανάμεσα στο «δέον» και το «συμφέρον» βρίσκουν χώρο για να εισχωρήσουν και τελικά να επιβάλουν τη βούλησή τους ομάδες, συντεχνίες και συμφέροντα. Έτσι βαφτίζεται μεταρρύθμιση η ισοπέδωση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, η διάλυση του δημοσίου τομέα, των κοινωνικών δομών κ.ο.κ.

Βρισκόμαστε κάπου, κουτσά - στραβά το φτάσαμε μέχρι εδώ, ούτε πανηγυρισμοί χρειάζονται, ούτε οικτιρμοί και κατάρες διευκολύνουν. Είναι ώρα να γίνει ένα αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και την σταθερή εξασφάλιση ρευστότητας για το κράτος, εφαρμογή περιουσιολογίου από το 2015, τελεία και παύλα. Ούτε τραγελαφικά παιχνίδια με τον ΦΠΑ, ούτε αλαλούμ τύπου ΕΝΦΙΑ, ούτε «εξωγήινες» αντικειμενικές. Τα έσοδα του κράτους από τα εισοδήματα προγραμματίζονται και οργανώνονται αντικειμενικά και δίκαια. Έκαστος κατά τη δύναμή του, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους. Ένα φορολογικό σύστημα μακράς πνοής, δίκαιο, αναλογικό, απλό, για όλους τους πολίτες και για όλα τα εισοδήματα από κάθε πηγή ανεξαιρέτως κι αδιακρίτως.

Αυτή θα μπορούσε –για το «θα έπρεπε ήδη», είπαμε, είναι μεγάλη κουβέντα– να είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά της κυβέρνησης στη σταθερότητα και παρακαταθήκη για την ανάπτυξη της χώρας. Η συζήτηση αυτές τις μέρες του προϋπολογισμού το επικαιροποιεί και το διευκολύνει. Ας τολμήσει αυτό το ποιοτικό άλμα –που άλλωστε ήταν στις εξαγγελίες επί Στουρνάρα– είναι ο δύσκολος, αλλά ασφαλής δρόμος προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών. Απ’ όσες κόκκινες γραμμές τραβιούνται με το παρελθόν ή δεξιά κι αριστερά, αυτή θα μπορούσε ν’ αποτελέσει την ασφαλέστερη και μονιμότερη.

Μπορεί να μην έχει τη λάμψη ή τον εντυπωσιασμό των δώρων, των αυξήσεων στις συντάξεις ή τις δωρεάν ηλεκτροδοτήσεις στις άπορες οικογένειες, έχει όμως τη δυναμική και τη δυνατότητα, όλα αυτά που ηχούν λαϊκιστικά και πομπώδη σήμερα, σύντομα να γίνουν πραγματικότητα μέσα σ’ ένα αναπτυσσόμενο, ασφαλές κι ελπιδοφόρο κοινωνικό περιβάλλον.