Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Ο Γιώργος, ο Ανδρέας (σε παρένθεση) κι οι λοιποί.


Άνυδρη και στέρφα εποχή. Καιροί για λίγα και μέρες για ελάχιστα. Από την εποχή των «παχιών αγελάδων» στην εποχή των «παχιών λόγων». Τα «νέα» χαμένα στα ψιλά και τα παλιά να ζουν και να βασιλεύουν. Με δυο λόγια, χαμένοι στα ελάχιστα, ζώντας σε παλιά ένδοξα βασίλεια με νέους πρωταγωνιστές.

Σιβυλλικά; Διφορούμενα; Ακαταλαβίστικα; Μπορεί. Αυτά δηλαδή που καταλαβαίνουμε λένε περισσότερες αλήθειες; ‘Η μήπως κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε; Ο Κουβέλης πάει –όχι μόνος του– για πρόεδρος κι ο Τσίπρας μέσα σε 100 μέρες θα φέρει και πάλι τη δημοκρατία στον τόπο που γεννήθηκε. Έτσι λέει η πραγματικότητα ή κατά κόσμον reality. ‘Ο,τι περισσεύει θα το κόψουμε κι ό,τι δεν αρέσει θα το καταργήσουμε. Στο μεταξύ ό,τι πιο πρόχειρο κι επιτηδευμένο νομοθετείται κι ό,τι πιο παλιομοδίτικο και συντηρητικό επανέρχεται. Ούτε μία, ούτε δύο, πενήντα ολόκληρες έδρες είναι αυτές. Μικροκομματικά παιχνίδια προς δόξαν του νεοφασισμού και των φερέφωνων, που είδαν σκοτάδι πυκνό και κουρνιαχτό και ξεμύτισαν. Τι ξεμύτισαν, μύτες –κι όχι μόνο– ανοίγουν αβέρτα. ‘Ασε ν’ αρχίσουν οι δίκες και τότε να δεις τι θα πει φόβος.

Α, ρε Γιώργο! Εσύ φταις για όλα! Αντί να τα πάρεις όλα παραμάζωμα και να σαρώσεις τα παλιά και φθαρμένα, αντί να ηγηθείς μιας πραγματικής μεταπολίτευσης, πήρες παραμάζωμα όλες τις αναφορές και τους πυλώνες του κεντρώου χώρου, της δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης και τους έσπειρες στους πέντε ανέμους. Σε μπέρδεψαν; Αλήθεια, τι μπερδεύτηκες; Αν ο Καραμανλής πριν από χρόνια είπε μεταξύ σοβαρού κι αστείου την πιο μεγάλη αλήθεια για το ποιοι κάνουν κουμάντο στον τόπο, αλλά μετά περιορίστηκε να απολαύσει τα σουβλάκια του, εσύ –αφού μπερδεύτηκες που μπερδεύτηκες– που δεν είχες και κανέναν λόγο να κιοτέψεις ή να καθυστερήσεις, τελικά με τις επιλογές και τις αποφάσεις σου βρέθηκες κατευθείαν στο στόμα τους. Σε ξεσκίσανε και τώρα, όπου βρεθούν και σε κάθε ευκαιρία, ξεσκίζουν κι ό,τι έχει απομείνει κι απ’ τα ρετάλια.

Ο γέγοναι, γέγοναι. Έτσι για την Ιστορία το ανέφερα μιας κι οι επετειακές εκδηλώσεις για τα σαράντα πλησιάζουν και θα πέσει και πάλι το γνωστό ξεφωνητό. Εν προκειμένω ίσως ο Καραμανλής να πολιτεύεται με περισσότερη εξυπνάδα στα πίσω έδρανα και πρώτος στην εθνοσωτήριο εφεδρεία –άλλη κι αυτή μεγάλη αλήθεια της εποχής.

Στο δια ταύτα, χρόνια τώρα, διαπιστώνουμε ότι «δια ταύτα» δεν υπάρχει. Όλα κινούνται, όπως σιβυλλικά αναφέρθηκε, σε ρυθμούς μεταπολίτευσης –της πραγματικής, του ’74. Ο Τσίπρας μόνο ζιβάγκο δεν έχει φορέσει, ο Σαμαράς προετοιμάζεται για τη μεταμνημονιακή συνταγματική αναθεώρησή του και την εκλογή προέδρου απευθείας απ’ τον λαό κι ο Βενιζέλος παριστάνει κάτι μεταξύ Γιάγκου Πεσματζόγλου και Γεωργίου Μαύρου. Όποιοι –λένε κάποιοι– μας έφεραν σ’ αυτό το χάλι ζουν και βασιλεύουν και μας κυβερνούν. Όλοι αυτοί οι «κάποιοι», όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν εδώ, ήταν διαρκώς σε κάποιους δρόμους για να καταγγέλλουν τους προϋπολογισμούς λιτότητας και το ξήλωμα του κοινωνικού κράτους. Τότε δεν είχαμε βλέπεις χούντα. Τη χούντα την είχε ρίξει με τους μαζικούς του αγώνες ο λαός.

Ο λαός! Αυτός ο υπέροχος λαός, που δέχεται αυτής την ποιότητα τη δωρεάν παιδεία –υγεία, περίθαλψη κ.λπ.– αλλά απεργεί για να μην αξιολογούνται π.χ. οι εκπαιδευτικοί ή μάλλον –για να πούμε και του στραβού ή όποιου άλλου ενδιαφερόμενου το δίκιο– θέμε την αξιολόγηση, αλλά κάπως φλου βρε παιδί μου, κάπως με στόχους και περικοκλάδες και κριτήρια, επιστημονική, φιλολαϊκή, όχι μεροληπτική κι αναποτελεσματική, όχι μνημονιακή. Ο λαός έχει αλάθητο ένστικτο. Ναι, είναι γεγονός. Μόλις δει τα σκούρα κι ότι πρέπει να βάλει πλάτη, την κάνει κανονικά σ’ όποιον δώσει τα περισσότερα. Αυτό λίγο – πολύ δεν έκανε όλα αυτά τα χρόνια; Ναι, αυτά τα χρόνια που κυβέρνησε κάποιο ΠΑΣΟΚ που κανένας πλέον δεν το γνωρίζει, δεν το θέλει κι όποιος το συναναστρέφεται ή το υποστηρίζει να του κοπούν τα χέρια, να πάθει καρκίνο και να πεθάνουν όλα του τα γιδοπρόβατα.

Ανοίγω μια παρένθεση εδώ για να γράψω, ότι ο μόνος που σέβεται και τιμά τον Ανδρέα Παπανδρέου στις μέρες μας είναι ο Αλέξης Τσίπρας. Τι Παπανδρεϊκοί και πράσιν’ άλογα. Ο Τσίπρας διαμηνύει στους δανειστές, ότι δεν πρόκειται να υπογράψει κανένα μνημόνιο μαζί τους. Το μόνο που ευχαρίστως ίσως υπέγραφε είναι συμβόλαιο με το λαό. Ως τότε κάνει τις πρόβες λαϊκισμού εκείνου του ΠΑΣΟΚ της εποχής του Ανδρέα, που –κατά τα λοιπά– καταγγέλλει. Είπαμε, οι πενήντα έδρες είναι πάρα πολλές κι ας τρίζουν για χάρη τους τα κόκαλα του Παπανδρέου. Κλείνει η παρένθεση.

Άνυδρη εποχή κι ας έχει μπουγελώματα –για καλό σκοπό– και ποτάμια –επίσης με καλές προθέσεις. Τότε το κάρο πώς έχει κολλήσει στη λάσπη, μου λες; Πού είναι οι νέες ιδέες; Πού είναι οι καινοτομίες; Πού είναι η αλήθεια κι η κοινή λογική; Δυστυχώς εκεί που ήταν πάντα. Στα ψιλά. Θαμμένες μέσα στη λάσπη. Τη λάσπη του βολέματος, της αδιαφορίας, της ημιμάθειας, της παραπληροφόρησης και του δήθεν, αλλά και της οργής και της αγανάκτησης πρόσφατα. Τη λάσπη που πάντα ήταν παρούσα, όπως κι ο φασισμός, η μισαλλοδοξία, ο λαϊκισμός ή ο μικροκομματισμός, αλλά και αυτήν κι όλα αυτά κι άλλα τόσα απ’ τα κακά της μοίρας μας, τα έκρυβαν πότε οι επιδοτήσεις, πότε οι διορισμοί, πότε τα πακέτα και τα ΕΣΠΑ, πότε τα πυροτεχνήματα των ολυμπιακών αγώνων και των μεγάλων έργων. «Όλα τα λεφτά, όλα τα κιλά» κι ας ήμασταν με το ένα πόδι έξω απ' τις αγορές.

Σήμερα, ψάχνουμε ηγέτες και πεφωτισμένες ηγεσίες για ν’ αποφύγουμε να κρατηθούμε όλοι μαζί από το χέρι, να λειτουργήσουμε οργανωμένα κι υπεύθυνα ως λαός ενωμένοι κι αποφασισμένοι. Δεν κοιταζόμαστε καν στα μάτια. Καθένας μόνος του κι οι άλλοι «οι απέναντι», «οι άλλοι», «οι αντίπαλοι». Δεν το έχουμε, δυστυχώς. Αναπολούμε το ένδοξο παρελθόν λησμονώντας πόσες και πόσες σελίδες μίσους και διχασμού έχουμε ζήσει, πόσο πόνο, πόση πίκρα, πόση φτώχεια. Επενδύουμε στα στοιχειά της φυλής για πενήντα βουλευτές, χαϊδεύουμε φασίστες για πενήντα βουλευτές. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα κι η σωτηρία της ψυχής είναι μεγάλο πράγμα, αλλά της παράταξης –ως φαίνεται– μεγαλύτερο. Κι ας δίνονται έτσι δικαιώματα στους φασίστες να εξευτελίζουν και τους τριακόσιους όπου βρεθούν κι όπου σταθούν. 

Δύσκολο φθινόπωρο έρχεται και μια βροχή μόνο δεν φτάνει ούτε για να μας δροσίσει, αλλά ούτε και για να μας σώσει. Η λύση δύσκολη, αλλά είναι –και πρέπει να μείνει– στο χέρι μας (και σφάλουν όσοι νομίζουν ότι αν ξεσπάσει η καταιγίδα η ομπρέλα των πενήντα θα μπορέσει να τους προστατεύσει).

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Διακοπτό και θαύματα.


Το Διακοφτό δεν είναι πια όπως το γνώρισα. Η μικρή παραλιακή κωμόπολη στις ακτές του Κορινθιακού μεταξύ Ακράτας και Αιγίου, η γενέτειρα του αλησμόνητου Διονύση Παπαγιαννόπουλου, χάθηκε χρόνο με το χρόνο κάτω από τόνους τσιμέντου. Από τα τέλη του περασμένου αιώνα και σε όλη τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας της νέας χιλιετίας με την κατασκευαστική έκρηξη, με τις εκατοντάδες μεζονέτες που ξεπηδούσαν σαν τα μανιτάρια σε πιθανά και απίθανα σημεία. Στη συνέχεια, τα τελευταία τρία χρόνια, με τα μεγάλα έργα υποδομής που εξελίσσονται τόσο μέσα στον οικιστικό ιστό, όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Δημόσια έργα που αφορούν την κατασκευή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Κιάτου – Πάτρας και τη νέα εθνική οδό Κορίνθου – Πάτρας.

«Η κατασκευή είναι η ατμομηχανή της οικονομίας» διατείνονται κάποιοι κι ίσως δεν έχουν άδικο. Στο Διακοπτό η ατμομηχανή αυτή προφανώς δεν τροχοδρομούσε ούτε στις ράγες του πασίγνωστου Οδοντωτού, όσο και του -επίσης πασίγνωστου- Ο.Σ.Ε. Παρά τις εκατοντάδες κατασκευές σε οικόπεδα, χωράφια κι αγροκτήματα, δεν ακολουθήθηκαν στοιχειώδεις πολεοδομικοί κανόνες και προϋποθέσεις, ώστε η μικρή κωμόπολη να παρακολουθήσει τον κατασκευαστικό οργασμό και να αξιοποιήσει σε όφελος του συνόλου της τοπικής κοινωνίας την εισροή κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκε.

Οι δρόμοι, κρίσιμος παράγοντας για την ανάπτυξη, διατήρησαν -όπου υπήρχαν- τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά τους, τέσσερα μέτρα με το ζόρι. Η οικοδομή φούντωνε, αλλά δεν ασκήθηκαν από τους θεσμοθετημένους φορείς οι κατάλληλες πολιτικές, η αναγκαία πίεση, ώστε να εξασφαλιστεί, η απαραίτητη διαπλάτυνση τουλάχιστον σε κομβικές περιοχές για την ομαλή κυκλοφορία πεζών και τροχοφόρων. Με οδικό δίκτυο που συναρθρώνεται σε δυο κεντρικές οδούς και έναν παραλιακό, μια ολόκληρη κωμόπολη έχτιζε σπίτια κι αναστέναζε τα καλοκαίρια κάτω από το πλήθος των τροχοφόρων που κυκλοφορούσαν και στάθμευαν. ΚΤΕΛ, πούλμαν και οχήματα τροφοδοσίας συνωστίζονταν -εδώ η λέξη ταιριάζει γάντι- στη μοναδική κεντρική οδική αρτηρία, έναν δρόμο πλάτους πέντε-έξι μέτρων και για μια απόσταση 50 περίπου κατά μήκος της αγοράς, μαζί με δεκάδες ΙΧ, μηχανάκια και ποδήλατα, συνθέτοντας -ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες- ένα σουρεαλιστικό σκηνικό οδικής παράνοιας.

Πέρα απ' αυτούς τους δρόμους το οδικό χάος. Ολόκληρα συγκροτήματα οικοδομούνταν και περιοχές συγκέντρωναν ανθρώπους και δραστηριότητες με προφανή τον ελλιπή -αν όχι απόντα- έλεγχο για την τήρηση πολεοδομικών και περιβαλλοντικών όρων και κανόνων. Η ανάπτυξη επέλαυνε καβάλα σε μπετονιέρες και ανατρεπόμενα. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο χώρος της οικοδομής κατακλύστηκε από κάθε λογής σχετικούς ή όχι, μηχανικούς, εργολάβους, κατασκευαστές. Η χαρά των αλλοδαπών που χρόνο με το χρόνο κέρδιζαν όχι μόνο σε θέσεις εργασίας στα συνεργεία, αλλά και ικανοποιητικά εισοδήματα για να ριζώσουν και να προκόψουν στην περιοχή. Οι καλλιέργειες ξινών, ελιάς, αμπελιών σε πολλές περιπτώσεις εγκαταλείφθηκαν στο έλεος του Θεού. Όπου ο Θεός έδειχνε το έλεός του ξεφύτρωναν κάποια σπίτια, κάποιες φορές μερικά απ' αυτά και εντελώς αυθαίρετα λίγα μέτρα απ' την παραλία.

Τα χρόνια του «Καποδίστρια», που το Διακοφτό απολάμβανε την αίγλη της έδρας του Δήμου, πραγματοποιήθηκαν σημαντικά έργα, όπως οι σωληνώσεις για την ύδρευση, ο ηλεκτροφωτισμός δημόσιων δρόμων, βελτίωση των ρείθρων του παραλιακού με μέτωπο προς τη θάλασσα. Τα έργα αυτά σήμερα τα «έχει πάρει και τα έχει σηκώσει» κυριολεκτικά η θάλασσα. Οι σωληνώσεις κάπου βρίσκονται θαμμένες, αφού έμειναν μερικά χρόνια να εξέχουν ξεχασμένες σε γωνιές των κεντρικών δρόμων. Το έργο ύδρευσης ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Ο φωτισμός της παραλίας, μαζί και τα κράσπεδα και μερικές χιλιάδες(;) ευρώ κρέμονται μισογκρεμισμένα πάνω απ' τα κύματα, αγωνιώντας σε ποια κακοκαιρία θα παρασυρθούν τελικά στο βυθό, παρασέρνοντας μαζί και την εμπιστοσύνη δημοτών και παραθεριστών στο θεσμό και τις δυνατότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Παράλληλα, ενώ η μελέτη κι ο σχεδιασμός για τη νέα σιδηροδρομική γραμμή εξελίσσονταν με γοργούς ρυθμούς, ολόκληρες δημαρχιακές θητείες αναλώθηκαν στη διελκυστίνδα και στη διένεξη αν η χάραξη της γραμμής θ' ακολουθούσε την υφιστάμενη διασχίζοντας την κωμόπολη ή αν θα γινόταν νέα χάραξη προς νότο. Η διαμάχη κράτησε με πρωτοφανές πείσμα κι επιμονή εκ μέρους των αρμοδίων μακριά απ' την όποια φροντίδα και μέριμνα για την επεξεργασία προτάσεων και συμβολή στα σχέδια της ΕΡΓΟΣΕ, εφόσον η χάραξη είχε κριθεί πλέον οριστικά, για τη διεκδίκηση σε όφελος της πόλης των όποιων αντισταθμισμάτων σε υποδομές και βελτιώσεις της υφιστάμενης κατάστασης. Αποσπασματικές ενέργειες, ελλιπής ενημέρωση, παλινωδίες κι εντάσεις, εμπόδισαν να υπάρξει εκ μέρους της τοπικής κοινωνίας η αναγκαία ψυχραιμία για συμβολή στην περαιτέρω εξυπηρέτηση της λειτουργίας της πόλης από τη δημιουργία του μεγάλου αυτού συγκοινωνιακού έργου, που πρόκειται να την φέρει με την ολοκλήρωσή του δίπλα στην Αθήνα και τον Πειραιά και μέσα στην Πάτρα.

Ο «Καλλικράτης» και η οικονομική κρίση έκαναν τα πράγματα δραματικά περίπλοκα και εξαιρετικά δύσκολα, όχι μόνο για το Διακοπτό, αλλά και για όλη την Αιγιάλεια. Τα ήδη υφιστάμενα προβλήματα σε καθέναν από τους προϋπάρχοντες Καποδιστριακούς Δήμους -με πρώτον και καλύτερο τη νέα έδρα του Δήμου, το Αίγιο- πολλαπλασιάστηκαν και οξύνθηκαν. Η αποδιοργάνωση δεν ήταν δυνατόν να καλυφθεί μόνο με φιλότιμες προσπάθειες. Η μη αποδοτική λειτουργία δεν ήταν δυνατόν να εξισορροπηθεί μόνο από τον περιορισμό των υφιστάμενων συλλογικών οργάνων. Οι παθολογίες κι ο ανορθολογισμός ενός αναχρονιστικού συστήματος αναδύθηκαν με το πέρασμα των μηνών κι έγιναν ορατά δια γυμνού οφθαλμού το διάστημα πριν τις εκλογές του περασμένου Μαΐου.

«Της Παναγίας», δεκαπενταύγουστος, και δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί μια λύση, ώστε δημότες και παραθεριστές να μην αναγκαστούν να περάσουν τη χρονιάρα μέρα -όπως κι όλες τις προηγούμενες κι αυτές που θ' ακολουθήσουν ενδεχομένως- δίχως να 'χουν συντροφιά τους πράσινους και μπλε -παρακαλώ- κάδους κρυμμένους πίσω από βουνά σκουπιδιών, κλαδιών κι ό,τι άλλου άχρηστου μπορεί να βάλει ο νους. Η δυσοσμία απ' την ξινίλα των σαπισμένων απορριμμάτων και των πολτοποιημένων και διαλυμένων πλαστικών σακουλών εξαφάνισε στις παραλιακές περιοχές το άρωμα του αντηλιακού, αλλά και την ευωδιά από τη θαλασσινή αύρα. Βρωμιά και δυσοσμία χρονιάρες μέρες, ώστε κάποιοι ν' αδράξουν και πάλι την ευκαιρία ν' αναπολούν δημόσια την «τάξη» και «ασφάλεια» άλλων εποχών. Κάποιοι να εξακολουθούν το πασίγνωστο και ευρέως διαδεδομένο παιχνίδι της επί παντός κριτικής, ενώ κάποιοι άλλοι αρκούνται να περιμένουν ελπίζοντας για μια ακόμα φορά, ότι η νέα διοίκηση του Δήμου που αναλαμβάνει σε λίγες μέρες θα «κάνει το θαύμα της».

Στις μέρες μας -όπως πάντα ίσως- θαύματα μπορεί και κάνει μόνο η Παναγία -μεγάλη η χάρη της. Πόσα θαύματα πια πρέπει να γίνουν για ν' αλλάξει αυτός ο τόπος; Το Διακοπτό είχε πολλές ευκαιρίες στο πέρασμα των χρόνων. Θαύματα μπορούν να κάνουν -όπως παντού- μόνο οι άνθρωποί του με τη συμμετοχή και τη συλλογική τους δράση. Οι φορείς, οι σύλλογοι, οι επαγγελματικές ενώσεις, οι δημότες. Μια άξια δημοτική αρχή μπορεί να σχεδιάσει και να κατευθύνει με έμπνευση και προοπτική, τη διαφορά όμως μόνο οι ίδιοι οι δημότες, οι κάτοικοι μπορούν να την κάνουν.

Καλά τα καφενεία και τα σουβλατζίδικα -που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια- αλλά τα έργα του τρένου όπου να 'ναι θα τελειώσουν και αν δεν έχει καταστρωθεί μέχρι τότε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης του τόπου, αν δεν έχουν τεθεί οι βάσεις για την αξιοποίηση και την επέκταση των δημόσιων υποδομών που δημιουργούνται, για μια ακόμα φορά θα μιλάμε στα ίδια καφενεία για μια ακόμα ευκαιρία που χάθηκε. Θυμάστε; Το ότι το Διακοφτό δεν έγινε πριν πολλές δεκαετίες «μικρό Παρίσι», δεν είναι ευθύνη μόνο ορισμένων, όπως αρέσκεστε οι παλαιότεροι ν' αποστασιοποιείστε απ' τις ευθύνες σας.

Το Διακοπτό έχει όλες τις προϋποθέσεις, λόγω της γεωγραφικής του θέσης και των σημαντικών έργων που εξελίσσονται, να αναπτυχθεί και να γίνει τα επόμενα χρόνια μια σύγχρονη κωμόπολη με λειτουργίες και ανέσεις όλον το χρόνο. Έχει την προίκα του Οδοντωτού, το φυσικό χάρισμα του Βουραϊκού, έχει νέους με ανησυχίες και φιλοδοξίες, επαγγελματίες με όνειρα και διάθεση, ανθρώπους που θέλουν να ζήσουν και να προσφέρουν στον τόπο τους, αλλά και «ξένους» που τον αγάπησαν και ρίζωσαν. Όλες οι προοπτικές σηματοδοτούν ένα ενδιαφέρον και ελπιδοφόρο μέλλον. Δεν φτάνει αυτό όμως για να γίνει πραγματικότητα, κάποιοι, όλοι, θα πρέπει να το επιθυμούν, να προβληματιστούν και να μιλήσουν γι' αυτό, να το διεκδικήσουν μαζί, γιατί -δυστυχώς ή ευτυχώς- θαύματα στις μέρες μας δεν γίνονται.

Η 1η Σεπτέμβρη σχεδόν έφτασε κι ο Μάης του 2019 απέχει μόλις μια ανάσα. Θα 'ναι κρίμα να ξανασκεφτόμαστε και να ξανασυζητάμε πέντε χρόνια μετά -Θεού θέλοντος και με τη βοήθεια της Μεγαλόχαρης- για τις ευκαιρίες που και πάλι χάθηκαν.