Είχα ξανακατέβει στις Δημοτικές στο Χαλάνδρι και το 2006. Η επαφή κι η επικοινωνία με τον κόσμο την εποχή εκείνη είχε εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, οι ανάγκες κι οι προτεραιότητες ήταν τελείως διάφορες από αυτές που αυτή την περίοδο υπάρχουν. Τότε μιλούσαμε μόνο για τις δημοτικές εκλογές κι η θεματολογία ήταν σαφώς περιορισμένη σε θέματα τοπικού κυρίως ενδιαφέροντος. Σήμερα πρώτα και πάνω απ’ όλα τίθενται πολιτικά ζητήματα και κρίσιμοι κοινωνικοί προβληματισμοί κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή αυτή τη φορά ταυτόχρονα διεξάγονται κι οι Ευρωεκλογές, οπότε η ατζέντα είναι προφανώς διευρυμένη. Συμβαίνει γιατί υπάρχει πολιτική ρευστότητα, κοινωνική αναστάτωση, οικονομική κρίση.
Παραβλέποντας τη διάχυτη απογοήτευση από την πολιτική κατάσταση και την αρνητική μέχρι αποστροφής στάση απέναντι στα πολιτικά κόμματα, στην κορυφαία θέση των κοινωνικών προβληματισμών αυτή την ώρα είναι το θέμα της ανεργίας. Αυτή η διαπίστωση που από τις πρώτες κιόλας μέρες γίνεται αντιληπτή συζητώντας δημόσια, είναι ότι οι περισσότεροι που πλησιάζω θα μου μιλήσουν με αγωνία για τα παιδιά τους. Θ’ αναφερθούν σε κάποιο τους παιδί που είναι άνεργο και ψάχνει για δουλειά, για την κόρη που δουλεύει περιστασιακά σε μπαρ και καφετέριες ή για κάποιο γιο που έχει σπουδάσει κι ετοιμάζεται να ξενιτευτεί αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα στο εξωτερικό.
Η έκρηξη της ανεργίας κι ειδικότερα της ανεργίας των νέων πτυχιούχων, φανερώνει με δραματικό τρόπο πόσο στρεβλό είναι το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, το οποίο δεν μπορεί να απορροφήσει ικανοποιητικά τους νέους ανθρώπους που είναι έτοιμοι για να εισέλθουν στην αγορά εργασίας. Ταυτόχρονα όμως, αναδεικνύει και μιαν ακόμα παράμετρο που αφορά τον διαχρονικό τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των εκπαιδευτικών δομών της χώρας, αλλά και την παντελή ανεπάρκεια –αν όχι έλλειψη– του συστήματος επαγγελματικού προσανατολισμού του κράτους.
Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η οποία μετά την κρίση διαπιστώνουμε κάθε τρεις και λίγο, ότι ήταν έωλη και ρηχή στηριγμένη μόνο σε κρατικές παροχές και διευκολύνσεις με δανεικά, είχε ως συνακόλουθη συνέπεια και την εμπέδωση του στερεότυπου της επιδιωκόμενης αδιάκοπης κοινωνικής ανέλιξης μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και της απόκτησης ολοένα και περισσότερων πανεπιστημιακών τίτλων και πτυχίων. Η επίπλαστες συνθήκες ευμάρειας δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για μαζική πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, την ευκολία για σπουδές στο εξωτερικό, την επέκταση των σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τον πολλαπλασιασμό τμημάτων και εξειδικεύσεων σε αντικείμενα ελάχιστης ή ανύπαρκτης προστιθέμενης αξίας, γεγονός που εκ των πραγμάτων οδήγησε στη δημιουργία στρατιών νέων ανθρώπων με αυξημένα προσόντα, που η αγορά εργασίας ήταν αδύνατον ν’ απορροφήσει.
Την ίδια στιγμή όμως, επαγγέλματα κι εξειδικεύσεις κοπιώδεις κι επίπονες εξαφανίζονταν ή εγκαταλείπονταν, αλλά επειδή πολλές απ’ αυτές ήταν αναγκαίες κι απαραίτητες, πέρασαν σε «ξένα» χέρια. Οι αγροτικές καλλιέργειες, ο πρωτογενής τομέας εγκαταλείφθηκε από τους νέους, μαράζωσε. Οι οικοδομές και τα συνεργεία πλημμύρισαν από «σπαστά» Ελληνικά. Η φροντίδα της τρίτης ηλικίας, αλλά και των σπιτιών, παραδόθηκε στις Φιλιππινέζες και τις Ουκρανές, νοσοκόμες, οικονόμους και οικιακές βοηθούς.
Η εκρηκτική κοινωνική ανάπτυξη παρέσυρε στη δίνη της όλα τα επαγγέλματα και τις εξειδικεύσεις που δεν αξιολογούνταν από το σύστημα κοινωνικής ανέλιξης ως σημαίνοντα και σπουδαία, που δεν κατέτασσαν τον φορέα τους στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και στις παρυφές –αν όχι στην κορυφή– της κοινωνικής πυραμίδας. Η μεσαία τάξη και τα μεσαία στρώματα έτρεφαν τη βάσιμη –ελέω δικομματισμού– πεποίθηση ότι μέσα από τα πτυχία και τα τυπικά προσόντα περνάει η οδός για την επαγγελματική εξασφάλιση των παιδιών της και την τακτοποίησή τους σε κάποια θέση στο δημόσιο. Πλήρωναν χρυσάφι τη «δωρεάν» παιδεία για χρόνια και χρόνια κι ακούμπαγαν όλες τους τις ελπίδες για την ευτυχία των παιδιών τους σ’ αυτή την επένδυση.
Τα χρόνια πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, όσο οι κυβερνήσεις είχαν το περιθώριο να διορίζουν αδιάκοπα στο κράτος κι όσο ήταν εύκολη η αυταπασχόληση ή η πρόσληψη στον ιδιωτικό λεγόμενο τομέα με κάποια άνεση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η ανεργία ήταν ελεγχόμενη ή εν πάση περιπτώσει «κρυβόταν», δεν ήταν τόσο πιεστική. Στις μέρες μας όμως, που οι προηγούμενες δυνατότητες εξέλειπαν, η ανεργία εκτοξεύτηκε σε δυσθεώρητα ύψη. Αίφνης η κοινωνία μας διαπίστωσε ότι η αγορά εργασίας, που ήδη έχει συρρικνωθεί, αδυνατεί ν’ απορροφήσει όλο αυτό το πλούσιο σε γνώσεις και βιογραφικά νεαρό ανθρώπινο δυναμικό. Αδυνατεί να καλύψει ανάγκες σε γνώσεις που ούτως ή άλλως δεν της ήταν απαραίτητες. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο «θησαυρός» κι οι «επενδύσεις» έγιναν άνθρακες. Ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει η κοινωνία μας, τα νιάτα της, με τις σύγχρονες γνώσεις και τις δεξιότητες, με τον ενθουσιασμό και τη διάθεση, μένει στ’ αζήτητα και μαραζώνει ή παίρνει τη φρεσκάδα και τις γνώσεις του κι ανοίγει γι’ αλλού τα φτερά του.
Ενόψει του προβλήματος, επείγουν βιώσιμες λύσεις. Ίσως το δυσκολότερο εγχείρημα. Η αναδιάταξη κι ο επαναπροσδιορισμός της παραγωγικής βάσης και των αξόνων οικονομικής ανάπτυξης της χώρας δεν μπορεί να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Η αλλαγή των δεδομένων δεν χρειάζεται μόνο χρόνο, απαιτεί κυρίως σχέδιο και στόχευση συγκεκριμένων προτεραιοτήτων. Κρίσιμη παράμετρος στο εγχείρημα είναι η κρατούσα νοοτροπία. Το ίδιο σημαντική όμως είναι κι η πολιτική συγκυρία, οι προϋποθέσεις για ευρύτερες συναινέσεις και συνεργασίες. Τώρα που σταθεροποιείται το τοπίο ως προς το μέλλον της χώρας, αδήριτη προβάλει η ανάγκη το θέμα ενός συνολικού σχεδιασμού αναγκών και προτεραιοτήτων. Τα πράγματα δεν μπορεί να μένουν άλλο ούτε στην τύχη τους, ούτε στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τις δεκαετίες πριν την κρίση.
Βλέπω αυτές τις μέρες σε διάφορα σημεία της πόλης ολιγάριθμα συνεργεία να περιποιούνται τις πρασιές και τους δημόσιους χώρους. Προφανώς πρόκειται για συμβασιούχους που με τις ευλογίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διορίστηκαν με σύμβαση στο Δήμο –όπως και σε άλλους Δήμους και Περιφέρειες– για να καλύψουν πρόσκαιρα κάποιες «εποχιακές» ανάγκες. Προεκλογικές εγώ θα το έλεγα. Με μπαλώματα όμως δεν επουλώνεται η τεράστια τρύπα στο δίχτυ κοινωνικής προστασίας. Το δικαίωμα για εργασία δεν είναι ούτε πρόσκαιρο ούτε εποχιακό. Οι Δήμοι μπορούν ν’ αναπτύξουν δράσεις, η οποίες αντί να στοιβάζουν ανθρώπους σε γραφεία και διαδρόμους ή αντί να ξαμολάνε προεκλογικά συμβασιούχους για να περιποιηθούν παρτέρια και πρασιές, να συμβάλλουν στον περιορισμό του φαινομένου της ανεργίας. Όχι όμως αποσπασματικά, όχι καιροσκοπικά κι αναξιοπρεπώς. Μαζί με τη χώρα θα πρέπει κι η τοπική αυτοδιοίκηση να βρει μιαν άλλη περπατησιά και βηματισμό, τον οποίο να συντονίσει με τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και προτεραιότητες.
Αφετηρία στο σχεδιασμό για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας, είναι ο σεβασμός στην αξία του ανθρώπου και στο δικαίωμά του για εργασία. «H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος», που οφείλει να μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όχι επειδή το γράφει το Σύνταγμα, αλλά επειδή μόνο μέσω της εξασφάλισης συνθηκών πλήρους απασχόλησης θα εμπεδωθεί και πάλι το αίσθημα σταθερότητας κι ασφάλειας στην κοινωνία και τους πολίτες, αλλά θα δοθεί κι η ευκαιρία στους νέους να μπορούν να δημιουργούν και να προκόβουν στον τόπο που γεννήθηκαν.
Σ’ αυτές τις εκλογές πρέπει να κοιτάμε προς την Ευρώπη, αλλά να ‘χουμε το βλέμμα και την προσοχή μας στραμμένα προς την Ελλάδα, όχι με εσωστρέφεια κι επαρχιωτισμό, αλλά για να μπορέσουμε να διακρίνουμε μέσα στη σύγχυση και τον κουρνιαχτό, ποιες δυνάμεις σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο αποφεύγουν να πλειοδοτήσουν σε μεγαλοστομίες κι υποσχέσεις, ποιοι δεν μπαίνουν στον πειρασμό να χτυπήσουν συμπονετικά τον άνεργο στην πλάτη, αλλά δείχνουν έμπρακτα ότι μπορούν και θέλουν να «βάλουν πλάτη» να επισπευσθεί η λύση του προβλήματος της ανεργίας με τη συμβολή τους στην υπόθεση ανάπτυξης της χώρας, με οργάνωση, σχέδιο και ενότητα.
Στο Χαλάνδρι ο συνδυασμός αυτός αποτελεί πλέον πραγματικότητα. «Μια πόλη για να ζεις–ΧΑΛΑΝΔΡΙ–Η πόλη μας» με υποψήφιο δήμαρχο τον Γιώργο Θωμά. Δεν υπόσχεται, εργάζεται. Συνεργάζεται.
