Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Συνεργασία για την εργασία.


Είχα ξανακατέβει στις Δημοτικές στο Χαλάνδρι και το 2006. Η επαφή κι η επικοινωνία με τον κόσμο την εποχή εκείνη είχε εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, οι ανάγκες κι οι προτεραιότητες ήταν τελείως διάφορες από αυτές που αυτή την περίοδο υπάρχουν. Τότε μιλούσαμε μόνο για τις δημοτικές εκλογές κι η θεματολογία ήταν σαφώς περιορισμένη σε θέματα τοπικού κυρίως ενδιαφέροντος. Σήμερα πρώτα και πάνω απ’ όλα τίθενται πολιτικά ζητήματα και κρίσιμοι κοινωνικοί προβληματισμοί κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή αυτή τη φορά ταυτόχρονα διεξάγονται κι οι Ευρωεκλογές, οπότε η ατζέντα είναι προφανώς διευρυμένη. Συμβαίνει γιατί υπάρχει πολιτική ρευστότητα, κοινωνική αναστάτωση, οικονομική κρίση.

Παραβλέποντας τη διάχυτη απογοήτευση από την πολιτική κατάσταση και την αρνητική μέχρι αποστροφής στάση απέναντι στα πολιτικά κόμματα, στην κορυφαία θέση των κοινωνικών προβληματισμών αυτή την ώρα είναι το θέμα της ανεργίας. Αυτή η διαπίστωση που από τις πρώτες κιόλας μέρες γίνεται αντιληπτή συζητώντας δημόσια, είναι ότι οι περισσότεροι που πλησιάζω θα μου μιλήσουν με αγωνία για τα παιδιά τους. Θ’ αναφερθούν σε κάποιο τους παιδί που είναι άνεργο και ψάχνει για δουλειά, για την κόρη που δουλεύει περιστασιακά σε μπαρ και καφετέριες ή για κάποιο γιο που έχει σπουδάσει κι ετοιμάζεται να ξενιτευτεί αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα στο εξωτερικό.

Η έκρηξη της ανεργίας κι ειδικότερα της ανεργίας των νέων πτυχιούχων, φανερώνει με δραματικό τρόπο πόσο στρεβλό είναι το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, το οποίο δεν μπορεί να απορροφήσει ικανοποιητικά τους νέους ανθρώπους που είναι έτοιμοι για να εισέλθουν στην αγορά εργασίας. Ταυτόχρονα όμως, αναδεικνύει και μιαν ακόμα παράμετρο που αφορά τον διαχρονικό τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των εκπαιδευτικών δομών της χώρας, αλλά και την παντελή ανεπάρκεια –αν όχι έλλειψη– του συστήματος επαγγελματικού προσανατολισμού του κράτους.

Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η οποία μετά την κρίση διαπιστώνουμε κάθε τρεις και λίγο, ότι ήταν έωλη και ρηχή στηριγμένη μόνο σε κρατικές παροχές και διευκολύνσεις με δανεικά, είχε ως συνακόλουθη συνέπεια και την εμπέδωση του στερεότυπου της επιδιωκόμενης αδιάκοπης κοινωνικής ανέλιξης μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και της απόκτησης ολοένα και περισσότερων πανεπιστημιακών τίτλων και πτυχίων. Η επίπλαστες συνθήκες ευμάρειας δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για μαζική πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, την ευκολία για σπουδές στο εξωτερικό, την επέκταση των σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τον πολλαπλασιασμό τμημάτων και εξειδικεύσεων σε αντικείμενα ελάχιστης ή ανύπαρκτης προστιθέμενης αξίας, γεγονός που εκ των πραγμάτων οδήγησε στη δημιουργία στρατιών νέων ανθρώπων με αυξημένα προσόντα, που η αγορά εργασίας ήταν αδύνατον ν’ απορροφήσει.

Την ίδια στιγμή όμως, επαγγέλματα κι εξειδικεύσεις κοπιώδεις κι επίπονες εξαφανίζονταν ή εγκαταλείπονταν, αλλά επειδή πολλές απ’ αυτές ήταν αναγκαίες κι απαραίτητες, πέρασαν σε «ξένα» χέρια. Οι αγροτικές καλλιέργειες, ο πρωτογενής τομέας εγκαταλείφθηκε από τους νέους, μαράζωσε. Οι οικοδομές και τα συνεργεία πλημμύρισαν από «σπαστά» Ελληνικά. Η φροντίδα της τρίτης ηλικίας, αλλά και των σπιτιών, παραδόθηκε στις Φιλιππινέζες και τις Ουκρανές, νοσοκόμες, οικονόμους και οικιακές βοηθούς.

Η εκρηκτική κοινωνική ανάπτυξη παρέσυρε στη δίνη της όλα τα επαγγέλματα και τις εξειδικεύσεις που δεν αξιολογούνταν από το σύστημα κοινωνικής ανέλιξης ως σημαίνοντα και σπουδαία, που δεν κατέτασσαν τον φορέα τους στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και στις παρυφές –αν όχι στην κορυφή– της κοινωνικής πυραμίδας. Η μεσαία τάξη και τα μεσαία στρώματα έτρεφαν τη βάσιμη –ελέω δικομματισμού– πεποίθηση ότι μέσα από τα πτυχία και τα τυπικά προσόντα περνάει η οδός για την επαγγελματική εξασφάλιση των παιδιών της και την τακτοποίησή τους σε κάποια θέση στο δημόσιο. Πλήρωναν χρυσάφι τη «δωρεάν» παιδεία για χρόνια και χρόνια κι ακούμπαγαν όλες τους τις ελπίδες για την ευτυχία των παιδιών τους σ’ αυτή την επένδυση.

Τα χρόνια πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, όσο οι κυβερνήσεις είχαν το περιθώριο να διορίζουν αδιάκοπα στο κράτος κι όσο ήταν εύκολη η αυταπασχόληση ή η πρόσληψη στον ιδιωτικό λεγόμενο τομέα με κάποια άνεση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η ανεργία ήταν ελεγχόμενη ή εν πάση περιπτώσει «κρυβόταν», δεν ήταν τόσο πιεστική. Στις μέρες μας όμως, που οι προηγούμενες δυνατότητες εξέλειπαν, η ανεργία εκτοξεύτηκε σε δυσθεώρητα ύψη. Αίφνης η κοινωνία μας διαπίστωσε ότι η αγορά εργασίας, που ήδη έχει συρρικνωθεί, αδυνατεί ν’ απορροφήσει όλο αυτό το πλούσιο σε γνώσεις και βιογραφικά νεαρό ανθρώπινο δυναμικό. Αδυνατεί να καλύψει ανάγκες σε γνώσεις που ούτως ή άλλως δεν της ήταν απαραίτητες. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο «θησαυρός» κι οι «επενδύσεις» έγιναν άνθρακες. Ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει η κοινωνία μας, τα νιάτα της, με τις σύγχρονες γνώσεις και τις δεξιότητες, με τον ενθουσιασμό και τη διάθεση, μένει στ’ αζήτητα και μαραζώνει ή παίρνει τη φρεσκάδα και τις γνώσεις του κι ανοίγει γι’ αλλού τα φτερά του.

Ενόψει του προβλήματος, επείγουν βιώσιμες λύσεις. Ίσως το δυσκολότερο εγχείρημα. Η αναδιάταξη κι ο επαναπροσδιορισμός της παραγωγικής βάσης και των αξόνων οικονομικής ανάπτυξης της χώρας δεν μπορεί να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Η αλλαγή των δεδομένων δεν χρειάζεται μόνο χρόνο, απαιτεί κυρίως σχέδιο και στόχευση συγκεκριμένων προτεραιοτήτων. Κρίσιμη παράμετρος στο εγχείρημα είναι η κρατούσα νοοτροπία. Το ίδιο σημαντική όμως είναι κι η πολιτική συγκυρία, οι προϋποθέσεις για ευρύτερες συναινέσεις και συνεργασίες. Τώρα που σταθεροποιείται το τοπίο ως προς το μέλλον της χώρας, αδήριτη προβάλει η ανάγκη το θέμα ενός συνολικού σχεδιασμού αναγκών και προτεραιοτήτων. Τα πράγματα δεν μπορεί να μένουν άλλο ούτε στην τύχη τους, ούτε στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τις δεκαετίες πριν την κρίση.

Βλέπω αυτές τις μέρες σε διάφορα σημεία της πόλης ολιγάριθμα συνεργεία να περιποιούνται τις πρασιές και τους δημόσιους χώρους. Προφανώς πρόκειται για συμβασιούχους που με τις ευλογίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διορίστηκαν με σύμβαση στο Δήμο –όπως και σε άλλους Δήμους και Περιφέρειες– για να καλύψουν πρόσκαιρα κάποιες «εποχιακές» ανάγκες. Προεκλογικές εγώ θα το έλεγα. Με μπαλώματα όμως δεν επουλώνεται η τεράστια τρύπα στο δίχτυ κοινωνικής προστασίας. Το δικαίωμα για εργασία δεν είναι ούτε πρόσκαιρο ούτε εποχιακό. Οι Δήμοι μπορούν ν’ αναπτύξουν δράσεις, η οποίες αντί να στοιβάζουν ανθρώπους σε γραφεία και διαδρόμους ή αντί να ξαμολάνε προεκλογικά συμβασιούχους για να περιποιηθούν παρτέρια και πρασιές, να συμβάλλουν στον περιορισμό του φαινομένου της ανεργίας. Όχι όμως αποσπασματικά, όχι καιροσκοπικά κι αναξιοπρεπώς. Μαζί με τη χώρα θα πρέπει κι η τοπική αυτοδιοίκηση να βρει μιαν άλλη περπατησιά και βηματισμό, τον οποίο να συντονίσει με τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και προτεραιότητες.

Αφετηρία στο σχεδιασμό για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας, είναι ο σεβασμός στην αξία του ανθρώπου και στο δικαίωμά του για εργασία. «H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος», που οφείλει να μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όχι επειδή το γράφει το Σύνταγμα, αλλά επειδή μόνο μέσω της εξασφάλισης συνθηκών πλήρους απασχόλησης θα εμπεδωθεί και πάλι το αίσθημα σταθερότητας κι ασφάλειας στην κοινωνία και τους πολίτες, αλλά θα δοθεί κι η ευκαιρία στους νέους να μπορούν να δημιουργούν και να προκόβουν στον τόπο που γεννήθηκαν.

Σ’ αυτές τις εκλογές πρέπει να κοιτάμε προς την Ευρώπη, αλλά να ‘χουμε το βλέμμα και την προσοχή μας στραμμένα προς την Ελλάδα, όχι με εσωστρέφεια κι επαρχιωτισμό, αλλά για να μπορέσουμε να διακρίνουμε μέσα στη σύγχυση και τον κουρνιαχτό, ποιες δυνάμεις σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο αποφεύγουν να πλειοδοτήσουν σε μεγαλοστομίες κι υποσχέσεις, ποιοι δεν μπαίνουν στον πειρασμό να χτυπήσουν συμπονετικά τον άνεργο στην πλάτη, αλλά δείχνουν έμπρακτα ότι μπορούν και θέλουν να «βάλουν πλάτη» να επισπευσθεί η λύση του προβλήματος της ανεργίας με τη συμβολή τους στην υπόθεση ανάπτυξης της χώρας, με οργάνωση, σχέδιο και ενότητα.

Στο Χαλάνδρι ο συνδυασμός αυτός αποτελεί πλέον πραγματικότητα. «Μια πόλη για να ζεις–ΧΑΛΑΝΔΡΙ–Η πόλη μας» με υποψήφιο δήμαρχο τον Γιώργο Θωμά. Δεν υπόσχεται, εργάζεται. Συνεργάζεται. 

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Τι δεν καταλαβαίνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος;

Ο κύριος Σαμαράς, ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας και πρωθυπουργός, μπορεί να δηλώνει ό,τι θέλει, ο κύριος Βενιζέλος, αρχηγός του ΠΑΣΟΚ και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, δικαιούται να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει;
Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Η «υπόθεση Μπαλτάκου» δεν αποτελεί ένα θέμα της επικαιρότητας, που είδε το φως της δημοσιότητας –έτσι όπως το είδε– και θα ξεχαστεί μόλις αλλάξει η ειδησεογραφική ατζέντα επ’ ευκαιρία κάποιου άλλου γεγονότος ή θέματος. Η εμπλοκή κι η διαπλοκή του γενικού γραμματέα της κυβέρνησης με τον ακροδεξιό χώρο και τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους του απ' όσα ο ίδιος γνωστοποιεί ήταν συνεχής και συνήθης κι όχι στιγμιαίο ή περιστασιακό γεγονός.
Υπ’ αυτή την έννοια, το ΠΑΣΟΚ συμμετέχοντας στην κυβέρνηση επωμίζεται στο ακέραιο τις ευθύνες από τις πράξεις ή τις παραλείψεις του προσώπου που εκπροσωπεί τον κρίσιμο θεσμό του γενικού γραμματέα της κυβέρνησης. Μπορεί μεν οι συνομιλίες κι οι συναντήσεις του κυρίου Μπαλτάκου να υποστηρίζεται ότι εμπεριέχουν το στοιχείο της ιδιωτικότητας ή του προσωπικού χαρακτήρα κι ο ίδιος να επιχείρησε σε δηλώσεις του να επωμιστεί το βάρος της «πρωτοβουλίας» για «να κρατάει την επαφή» με τον χώρο, σε κάθε περίπτωση όμως, ως δημόσιο πρόσωπο, η συμπεριφορά του αυτή και αναξιοπρεπής είναι και ανάξια της θέσης που κατείχε, ως εκ τούτου η αποκάλυψη των «επαφών» με στελέχη του νεοναζιστικού χώρου αποτελεί μείζον πολιτικό θέμα για την κυβέρνηση.
Το θεσμικό αξίωμα του κυρίου Μπαλτάκου, οι ευαίσθητες για τη λειτουργία του πολιτεύματος και της κυβέρνησης από τις εκ του νόμου αρμοδιότητές του, ο κρίσιμος ρόλος του ενόψει του υφιστάμενου κυβερνητικού σχήματος συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας - ΠΑΣΟΚ, εκ των πραγμάτων του επέβαλλαν, όχι μόνο να είναι προσεχτικότερος στις κινήσεις και τις επικοινωνίες του, αλλά, πολύ περισσότερο, να διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού από οποιονδήποτε κακόβουλο ή υστερόβουλο την υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών, το κύρος της θεσμικής του ιδιότητας, αλλά και τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων και μεταξύ της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας.
Έπραξε τα εντελώς αντίθετα. Η αποπομπή του δεν κλείνει και δεν θα πρέπει να κλείσει το θέμα. Οι πολιτικές επικοινωνίες και σχέσεις για οποιονδήποτε λόγο και σε οποιαδήποτε περίσταση οποιουδήποτε κυβερνητικού αξιωματούχου, πέραν από τις απορρέουσες ως απαραίτητες στο πλαίσιο του θεσμικού του ρόλου, ούτε από ελαφρότητα, ούτε από επιπολαιότητα, ούτε με την επίκληση οιουδήποτε άλλου απαξιωτικού χαρακτηρισμού δικαιολογούνται. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν περιστρέφονται σε θέματα εξαιρετικά κρίσιμα για το πολίτευμα και ιδιαιτέρως σημαντικά για τη λειτουργία των θεσμών.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι η αποφασιστικότητα του κυρίου Σαμαρά κι η επίδειξη πυγμής τάχα περί της μη αποπομπής των υπουργών δικαιοσύνης και προστασίας του πολίτη, όπως ζήτησε με προχειρότητα η αντιπολίτευση, αλλά η πλησίστια σύμπλευση του Ευάγγελου Βενιζέλου με την επίκληση μάλιστα της ανάγκης για στήριξη της προγραμματικής συμφωνίας μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων.

Υπάρχει άραγε στην προγραμματική συμφωνία όρος που να παρέχει άλλοθι και να παρέχει ασυλία σε οποιονδήποτε κυβερνητικό παράγοντα που συναγελάζεται με υπόδικους εγκληματικής οργάνωσης χρησιμοποιώντας απαξιωτικές ή μειωτικές εκφράσεις και αποδοκιμάζοντας κυβερνητικές επιλογές και αποφάσεις; Τουναντίον, με τη συμφωνία αυτή κατά δήλωση του κυρίου αντιπροέδρου της κυβέρνησης και αρχηγού του ΠΑΣΟΚ: «...Πρέπει όλοι μαζί ενωμένοι, προστατεύοντας τις πιο αδύναμες κοινωνικές δυνάμεις και διασφαλίζοντας την κοινωνική και εθνική συνοχή, να ξεπεράσουμε οριστικά την κρίση και να ξαναγίνουμε ένα ισότιμο θεσμικά, μέλος της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αξίζει η χώρα μας, το αξίζει η ελληνική κοινωνία, το αξίζει κάθε ελληνική οικογένεια».
Από την άλλη, ανακύπτει και το ερώτημα, εφόσον το «πρόβλημα» με τον κύριο Μπαλτάκο ήταν γνωστό από παλιά, σύμφωνα με την ανακοίνωση του γραφείου τύπου του ΠΑΣΟΚ, ποιες εγγυήσεις είχαν ζητηθεί στο πλαίσιο της κυβερνητικής συνεργασίας, αφού το πρόσωπο του γενικού γραμματέα της κυβέρνησης ήταν αποκλειστικό προνόμιο και προσωπική επιλογή του κυρίου Σαμαρά και ποιες ασφαλιστικές δικλείδες είχαν δημιουργηθεί μεταξύ των δύο κομμάτων, ώστε να προφυλαχθεί τόσο το ΠΑΣΟΚ, ως συμμέτοχος στην κυβέρνηση, όσο κι ο «προοδευτικός πόλος» τον οποίο επικαλείται τώρα ο κύριος Βενιζέλος, αλλά πάνω απ’ όλα ο ελληνικός λαός, από ενδεχόμενη περιπλοκή του εν λόγω «προβλήματος»; Καμιά και σε καμιά περίσταση.
Με αφορμή το γεγονός αυτό, ήταν επίκαιρη όσο ποτέ η ανάγκη της αποχώρησης του ΠΑΣΟΚ από αυτή την κυβέρνηση. Ποια σωτηρία της πατρίδας και ποια στήριξη της χώρας, ποιες προγραμματικές συμφωνίες και ποια ενίσχυση του προοδευτικού πόλου, επιβάλουν πλέον τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ σε μια κυβέρνηση υπό τον Αντώνη Σαμαρά κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες και με αυτά τα δεδομένα;

Επιπλέον, στην παρούσα χρονική συγκυρία, ούτε η κυβερνητική σταθερότητα διακυβεύεται, ούτε πολύ περισσότερο η ολοκλήρωση του κυβερνητικού έργου, εφόσον σε κοινοβουλευτικό επίπεδο η δεδηλωμένη –εξυπακούεται–  εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά κι αφού μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου η εκταμίευση των δόσεων θα συνεχιστεί κανονικά, αλλά κι η Ελλάδα είναι έτοιμη –όπως τουλάχιστον υποστηρίζεται– κι ένα μόλις βήμα πριν την έξοδό της στις αγορές;
Αντίθετα έτσι, με την αποχώρηση δηλαδή του ΠΑΣΟΚ από τους κυβερνητικούς θώκους με την ευκαιρία της ανάδειξης του θέματος Μπαλτάκου, θα επιβεβαιωνόταν ο σταθερός διαχρονικά προσανατολισμός του στην προστασία και υπεράσπιση της δημοκρατίας, ο σεβασμός του στη συνταγματική τάξη και τους θεσμούς και τα όργανα του κράτους, αλλά προπαντός και πάνω απ’ όλα ο σεβασμός κι η συνέπεια απέναντι στην ιστορία του. Έτσι θα γινόταν ένα ουσιαστικό βήμα συσπείρωσης του προοδευτικού πόλου.
Με άλλα λόγια, η αποχώρηση τούτη τη στιγμή από την κυβέρνηση των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, ούτε προσχηματική –όπως η αντίστοιχη της ΔΗΜΑΡ– θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, ούτε ότι υπονομεύει την κυβερνητική σταθερότητα και την πορεία της χώρας. Αντίθετα, σ’ αυτούς τους χαλεπούς για τη δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό καιρούς, θα αναδείκνυε και θα διακήρυττε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, ότι υπάρχουν ακόμα στη χώρα πολιτικές δυνάμεις με τόλμη κι αποφασιστικότητα, έτοιμες να υπερασπιστούν ιδέες κι αξίες διαχρονικές κι αδιαπραγμάτευτες για το πολίτευμα, για τις οποίες δεν δέχονται στο πλαίσιο της πολιτικής τους λειτουργίας, ούτε συμβιβασμούς, ούτε γκρίζες ζώνες. Θα αποκαθιστούσε ένα σημαντικό μέρος από τη χαμένη –καλώς ή κακώς– τιμή και υπόληψη του ΠΑΣΟΚ απέναντι στο λαό και τους οπαδούς του. Το ΠΑΣΟΚ θα ξανάπιανε το νήμα της ιστορικής του πορείας.
Θα έστελνε κι ένα ξεκάθαρο μήνυμα στον έτερο του κυβερνητικού σχηματισμού εταίρο, τη Νέα Δημοκρατία, ότι πλέον η πολιτική ατζέντα αλλάζει μαζί με την αλλαγή σελίδας για τη χώρα, ότι το θέμα αυτό είναι μείζονος πολιτικής σημασίας και οφείλει –μόνη πλέον η Νέα Δημοκρατία στην κυβέρνηση– να το διαχειριστεί, να το διαλευκάνει και να παρουσιάσει στη Βουλή και τον λαό το πόρισμα με όλες τις πτυχές και προεκτάσεις του. Μόνη η Νέα Δημοκρατία θα αφηνόταν να ξεδιαλύνει τις σχέσεις του επίλεκτου στελέχους της και τις εκλεκτικές του συνεργασίες με τα στελέχη του ναζιστικού μορφώματος. Μόνη η Νέα Δημοκρατία θα είχε το βάρος ν’ αποδείξει, ότι η κυβέρνησή της δεν έχει οιαδήποτε σχέση ή συμμετοχή σ’ αυτού του είδους τις επικοινωνίες και τις επαφές. Μόνη η Νέα Δημοκρατία.
Πολλά θα μπορούσε να σημάνει για τη δημοκρατία και το λαό, αλλά και για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ ο χειρισμός αυτού του θέματος στη βάση των διακηρύξεων και των αρχών του. Με την επιλογή της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ μια ακόμα ευκαιρία για ένα βήμα συσπείρωσης του λαού και της δημοκρατικής παράταξης χάθηκε. Όπως φαίνεται όμως και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου είναι μπερδεμένο και χαμένο μεταξύ της ρητορείας περί συνταγματικών τόξων και της «ευθείας γραμμής» που δήλωσε ότι ακολουθεί αταλάντευτα ο Αντώνης Σαμαράς για την πατρίδα, για τη νέα Ελλάδα.
Κι αυτή την αφήγηση, όσες λέξεις κι όπως κι αν χρησιμοποιηθούν, όσα σχήματα λόγου και παρομοιώσεις, όσα κανάλια κι αν αναλάβουν τη «μετάφραση», ο λαός δεν την καταλαβαίνει, όπως δείχνει να μην καταλαβαίνει κι ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά το ΠΑΣΟΚ κι η δημοκρατική παράταξη είναι και πάλι οι χαμένοι. 'Η μήπως όχι;

PHOTO: carfitsa.gr