Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Μια χώρα που αρνείται ν' αλλάξει.


Δεν θέλω να κάνω τον έξυπνο, ούτε να τα ισοπεδώσω όλα, αλλά συμβαίνουν διαχρονικά τόσα πολλά αντιφατικά και παράξενα σ’ αυτόν τον τόπο, που είναι αδύνατον να μην αισθανθείς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ότι ενώ οι ανάγκες κι οι απαιτήσεις της ζωής είναι άλλες, η εξέλιξη των πραγμάτων ακολουθεί εντελώς διαφορετική ή –τις περισσότερες φορές– αντίθετη κατεύθυνση. Είναι εντυπωσιακό το πόσο συχνά έχει συμβεί, εκείνο που η «κοινή λογική» επισημαίνει ως λάθος, ν’ αποφασίζεται και να εφαρμόζεται από τις κυβερνήσεις σε πείσμα και της λογικής και του –λεγόμενου– «δημοσίου συμφέροντος».

Στο παρελθόν, μπορεί το φαινόμενο αυτό να ερμηνευόταν από τον εν πολλοίς αποσπασματικό και κατά περίπτωση τρόπο άσκησης των δημόσιων πολιτικών και να διασκεδάζονταν οι εντυπώσεις για την κοινή γνώμη με την πασίγνωστη γενίκευση «έτσι είν’ η Ελλάδα». Επειδή όμως στις μέρες μας βιώνουμε όλοι –και μάλιστα με πολύ σκληρό τρόπο– πού οδηγήθηκε εκείνη η Ελλάδα, επιβάλλεται πλέον η διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων ν’ ακολουθεί συγκεκριμένο σχεδιασμό και να είναι πλήρως αιτιολογημένη.

Τα παραδείγματα πάμπολλα και σχεδόν καθημερινά. Το πιο πρόσφατο απτό δείγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο θεσπίστηκε κι ανακλήθηκε η απόφαση για το 25ευρω στα νοσοκομεία. Άλλο; Αναβάλλεται για φέτος η εξέταση των περίπου 75.000 μαθητών της Α΄ τάξης του Λυκείου με θέματα από την τράπεζα θεμάτων, όπως προβλέπει ο νέος νόμος για τις αλλαγές στα λύκεια, που τέθηκε σε εφαρμογή με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς τον Σεπτέμβριο. Τρίτο; Με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης επανασυστάθηκαν Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου που είχαν καταργηθεί μόλις πριν έναν χρόνο ως συνέπεια του γεγονότος, ότι μετά τις προηγούμενες εκλογές ανασυστάθηκαν Υπουργεία που είχαν συγχωνευθεί λίγο καιρό πριν. Πέραν αυτών, ήδη η δημόσια διοίκηση της χώρας είναι έτοιμη να εισάγει ένα νέο σύστημα αξιολόγησης, ενώ σχεδιάζεται και νέο σύστημα –όλο «νέα συστήματα» εφαρμόζονται σ’ αυτό το κράτος αλλά ένα αποτέλεσμα της προκοπής δεν μπορούμε να πάρουμε(!)– βαθμολογικής εξέλιξης των δημοσίων υπαλλήλων, αν και το προηγούμενο του 2010 δεν έχει κάν δοκιμαστεί πλήρως στην πράξη.

Καθένας θα μπορούσε ν’ ανακαλέσει εύκολα κι άλλες περιπτώσεις ή περιστατικά, που επιβεβαιώνουν τη διαχρονική επιβίωση αυτής της ατελέσφορης κι αναποτελεσματικής διαδικασίας. Αυτό το καθημερινό σχεδόν πολυδάπανο και ψυχοφθόρο για τη διοίκηση και τους πολίτες ράβε – ξήλωνε που κοστίζει πανάκριβα, όχι μόνο στην αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα του κράτους, αλλά προπαντός στους φορολογούμενους, οι οποίοι ενώ υποβάλλονται σε τόσες καθημερινές οικονομικές θυσίες για να εξυπηρετείται και να στηρίζεται η λειτουργία του, εξακολουθούν να ταλαιπωρούνται και να βασανίζονται σε ουρές, γκισέ και ταμεία.

Πώς περιμένουμε μετά να πάει μπροστά αυτό το κράτος; Ποιες διοικητικές δομές έχουν τη δύναμη κι είναι σε θέση να στηρίξουν την όποια προσπάθεια ανόρθωσης της χώρας; Ποια αποδεκατισμένη ιεραρχία και ποιο διαλυμένο έμψυχο δυναμικό; Συνηθίζουμε ν’ αναφερόμαστε στους δημοσίους υπαλλήλους μόνο αν κατηγορούνται, απαξιώνονται, λοιδορούνται. Έχουμε μάθει ν’ αναφερόμαστε στις δημόσιες υπηρεσίες μόνο αν πρόκειται να τις καταγγείλουμε, να τις κλείσουμε, να τις ιδιωτικοποιήσουμε. Όποια άλλη ενασχόληση με τα θέματα αυτά είτε είχε επικοινωνιακούς στόχους, είτε εξυπηρετούσε μικροκομματικές σκοπιμότητες. Τη μια να βγει ο υπουργός στην τηλεόραση να κάνει μια δήλωση ή να δώσει μια συνέντευξη, την άλλη να τακτοποιήσουμε μερικούς ψηφοφόρους, να βολέψουμε κάποιους συνδικαλιστές, να προωθήσουμε κάποιους ημετέρους.

Φτιάξτε κύριοι υπουργοί καινούργια συστήματα. Βάλτε στόχους, σχεδιάστε προγράμματα, περιγράμματα, οργανογράμματα. Φτιάξτε γενικούς διευθυντές. Φέρτε τους αποφοίτους της «Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης» στις πιο υψηλές θέσεις της ιεραρχίας. Τα έχουν δοκιμάσει πολλοί –αν όχι όλοι– από τους προκατόχους σας. Τα αποτελέσματα από πενιχρά έως ανύπαρκτα, τα βιώνουν οι πολίτες, τα υφίστανται οι δημόσιοι υπάλληλοι, τα πληρώνει το κράτος.

Όσο επιχειρείται να διευθετηθούν τα επιφαινόμενα και δεν αντιμετωπίζονται με τόλμη οι δομικές παθολογίες της δημόσιας διοίκησης, που σχετίζονται με την ιδιοκτησιακή αντίληψη του κράτους από την εκάστοτε κυβέρνηση, όσες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις κι αν θεσπιστούν θα μείνουν στα χαρτιά, νόμοι που θα έχει αλλάξει μόνο ο αριθμός και η χρονολογία τους, εφόσον η βασική τους φιλοσοφία, το πνεύμα τους, θα εξακολουθεί να διαπνέεται από τη στενή κομματική αντίληψη, από τη στείρα εκμετάλλευση ανθρώπων και μέσων.

Εκεί έχει χαθεί το παιχνίδι και τα τόσα χρόνια της λιτότητας, της ύφεσης, της δυστυχίας της χώρας. Το κράτος έχει μείνει ουσιαστικά ανέγγιχτο από τους κυβερνώντες. Όπου έχει κάτι αλλάξει, είναι μόνο εκεί που οι «μνημονιακές» –λεγόμενες– υποχρεώσεις, όχι μόνο δεν χωρούσαν αναβολή, αλλά ήταν κι οι πιο «εύκολες». Οι περικοπές των δώρων, των μισθών, των επιδομάτων ήταν η εύκολη λεία. Από ‘κει και πέρα όλα στο πόδι κι όλα στο γόνατο, όλα όσα, δηλαδή, δεν έγινε προσπάθεια να τα ξαποστείλουμε στις καλένδες. Η εφεδρεία κι η διαθεσιμότητα θεσπίστηκαν ως ανάγκη από τα πράγματα κι αφού η τρόικα απειλούσε να μην ξαναδώσει σεντ. Βρέθηκαν στο δρόμο άνθρωποι δίχως κριτήρια κι αξιολόγηση τη στιγμή που παρατρεχάμενοι και σύμβουλοι δεν χωράνε στα υπουργικά γραφεία κι όταν οι εταιρείες συμβουλευτικών υπηρεσιών δεν προλαβαίνουν να εργάζονται ετοιμάζοντας νομοσχέδια και διατάξεις.

Μήπως θυμάται κανένας πότε έγιναν οι τελευταίες θεσμικές αλλαγές στη δημόσια διοίκηση, όπως η «Διαύγεια» ή το open gov; Το 2010. Έχετε δίκιο, είναι πολύ μακριά για να φτάσει πια η μνήμη μας ως εκεί κι ας ήταν παρεμβάσεις ουσιαστικές, που σηματοδοτούσαν τη βούληση για αλλαγές στο κράτος. Από τότε το σκοτάδι, τα λόγια, ο κουρνιαχτός, το χάος. Κι όμως, αν γρήγορα από τότε είχαν τρέξει οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, είναι βέβαιο, ότι, ούτε τόσο μεγάλη ανάγκη για οριζόντια οικονομικά μέτρα θα υπήρχε κάθε τρεις και λίγο, ούτε η αξιοπιστία της χώρας διεθνώς θα βρισκόταν εκεί που βρίσκεται. Αν πιστεύαμε, δηλαδή, ότι είναι απαραίτητο να επέλθουν αλλαγές στο κράτος, ανεξάρτητα αν το γράφουν ή όχι τα μνημόνια, και ν’ αντιμετωπιστούν εγκαίρως οι πασιφανείς δυσλειτουργίες του. Αν εκτιμούσαμε, ότι είναι προτιμότερο να προστατευθούν οι απαραίτητες θέσεις εργασίας στο δημόσιο μέσα από έναν αντικειμενικό σχεδιασμό αναγκών και λειτουργιών κι όχι μέσω της αδράνειας, της αναβολής ή της φυσικής αποχώρησης.

Ίσως, όσοι επιμένουν ακόμα σ’ αυτή τη χώρα να σκέφτονται, αντιλαμβάνονται γιατί η τρόικα αναβάλει διαρκώς την επίσκεψή της ή γιατί όλο το βάρος της προσπάθειας έχει πέσει τον υπουργό Οικονομικών, με τα γνωστά αποτελέσματα και οδυνηρές συνέπειες για όλους. Διαλαλούμε, ότι «ο λαός δεν αντέχει άλλο» –κι είναι ασφαλώς αλήθεια– κι ότι το πλεόνασμά μας είναι αρκετό για να μας διασφαλίσει την έξοδο στις αγορές, παραβλέποντας –ασφαλώς σκόπιμα– ότι μ’ αυτή τη δημόσια διοίκηση, μ’ αυτό το κράτος, μ’ αυτή την αντίληψη διακυβέρνησης, όλα είναι επισφαλή και πρόσκαιρα, ότι το μόνο που μπορεί να δούμε, θα είναι η πόρτα της εξόδου, αλλά όχι στις αγορές, αλλά από την ΟΝΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πολιτική βούληση για αλλαγή του κράτους απαιτείται κι όχι νόμοι επί νόμων κι εγκύκλιοι επί εγκυκλίων. Τι και πώς πρέπει ν’ αλλάξουν το γνωρίζουν ακόμα κι οι πέτρες. Όροι όπως η διαφάνεια, η αποκέντρωση, η απλούστευση διαδικασιών, η αναδιάρθρωση έχουν πλειστάκις ταλαιπωρηθεί από πολιτικούς και ειδήμονες. Επιτροπές κι ομάδες για μελέτες είναι διαχρονικά αμέτρητες, πορίσματα δε κι εκθέσεις ων ο αριθμός ουκ έσται τέλος. Κανείς όμως ως τώρα –ειδικά τώρα– είχε το σθένος «να πιάσει τον ταύρο απ’ τα κέρατα».

Ποιος, λοιπόν, είναι τόσο αφελής να πιστεύει, ότι αυτό το κράτος μπορεί να εκσυγχρονιστεί και ν’ αλλάξει επειδή –λέει– θα μπει πλαφόν στην αξιολόγηση των «αρίστων»; Εδώ ακόμα κι η αξιωματική αντιπολίτευση στο όνομα αυτού του κράτους περιμένει πώς και πώς να «πιει νερό» φτάνοντας ως τις εκλογές και κατά τα άλλα... Στάχτη και μπούλμπερη.

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Οικογενειακή υπόθεση η ανάπτυξη.


«Οικογενειακά!» τι όμορφη και χαρωπή λέξη. Ξεστομίζεται με ευκολία κι από συνήθεια ή συγκαταβατικότητα ως απάντηση σε ερωτήσεις συνήθως εορταστικών ημερών, όπως: «Πώς τα περάσατε;», «Πού βρεθήκατε;», όμως αν το καλοσκεφτείς είναι και σημαντική και πολύτιμη. Σε καιρούς που παραδόσεις και σχέσεις βρίσκονται σε κρίση και ξεφτίζουν από της αδιαφορίας και της συνήθειας την ορμητικότητα, η οικογένεια –το σόι επί το λαϊκότερο– είναι σημαντικό να μπορούν να διατηρούν συνεκτικότητα και ζωντάνια.

Δεν έχω πρόθεση ούτε να ηθικολογήσω, ούτε να προτρέψω, είμαι βέβαιος, ότι καθένας, ανάλογα με τις ανάγκες του και τις συνθήκες ζωής που έχει διαμορφώσει, αντιλαμβάνεται. Εξάλλου, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα, είναι θέμα επιλογής και προτίμησης, πώς θα περάσει ο οποιοσδήποτε τις μέρες –τις πολύτιμες μέρες– της ανάπαυλας και της ξεκούρασης. Ίσως, μετά την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης και την περιοριστική οικονομική πολιτική, συνήθειες και προτιμήσεις που είχαν κυριαρχήσει τελευταία, όπως ταξίδια στο εσωτερικό κι εξωτερικό κι επιδρομές σε χιονοδρομικά κέντρα, να έχουν αναθεωρηθεί κι η οικογένεια υπό την ευρεία έννοια, ν’ απέκτησε και πάλι κάποιες από τις πατροπαράδοτες λειτουργίες της.

Εκεί μέσα, λοιπόν, στην οικογενειακή ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε από γονείς, παππούδες, αδέρφια, γυναικόπαιδα και λοιπούς συγγενείς, ανάμεσα σε φαγητά και λιχουδιές, σε ευχές και δώρα, σε συζητήσεις και συμπεριφορές, αν κοντοστεκόταν κάποιος πιο προσεχτικά, μπορούσε εύκολα να διαπιστώσει, ότι, έστω αδιόρατα ή ανεπαίσθητα, όλοι έχουμε αλλάξει, τουλάχιστον ως προς τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Δεν είναι μόνο η άλλη μια χρονιά που πέρασε, δεν είναι μόνο ότι το 2013 μας στρίμωξε οικονομικά ακόμα περισσότερο. Είναι ότι λίγο-πολύ συναισθανόμαστε, πως τα πράγματα πρέπει ν’ αλλάξουν. Από τις συζητήσεις, από τις διαθέσεις, από τις προσδοκίες που εκδηλώθηκαν και εξωτερικεύτηκαν, παρά την απαισιοδοξία και τον προβληματισμό, παρά την απογοήτευση και την αγωνία, κοινός παρανομαστής και κοινός τόπος κατάληξης, ήταν ότι είναι αναγκαίο να οδηγηθούμε ως κράτος και κοινωνία σε μιαν άλλου τύπου οργάνωση, λειτουργία και συμπεριφορά.

Συγγενείς και φίλοι, που έτυχε να βρεθούμε οικογενειακά αυτές τις μέρες, ήταν φανερό ότι είχαμε ξεπεράσει, άλλος λίγο, άλλος πολύ, περιχαρακώσεις κι αγκυλώσεις που μας κρατούσαν άλλες φορές σε απόσταση ή αποτελούσαν σημεία κι αφορμές για προστριβές κι αντιπαραθέσεις. Υπήρχε μεγαλύτερη ανεκτικότητα και περισσότερη διάθεση για ουσιαστική συζήτηση σχετικά με θέματα ουσίας, όπως –κρίνω ότι είναι– αυτά της καθημερινότητας. Μέσα από την κόπωση και την εξουθένωση της οικονομικής, αλλά και κοινωνικής, κρίσης, ήταν ευδιάκριτη η ανάγκη να ανιχνευτούν έστω τα σημάδια εκείνα, που θα προσφέρουν ερείσματα ελπίδας και βάση αισιοδοξίας. Το σπουδαιότερο, όμως, ότι καθένας αισθανόταν και προσδιοριζόταν απέναντι σ’ αυτή την αναζήτηση με διάθεση και θετικό πνεύμα. Ανεξάρτητα από επίπεδο ζωής που βρισκόταν, ανεξάρτητα από υποχρεώσεις και ανάγκες, αναλογικά και στο μέτρο του δυνατού, ήταν διαμορφωμένη μια έντονη αίσθηση καθήκοντος, ευθύνης και διάθεσης συμβολής σε μια προσπάθεια υπέρβασης.

Δεν θέλω να ερμηνεύσω και να γενικεύσω με την υποκειμενική μου κρίση αυτές τις διαπιστώσεις. Εξάλλου, η ευωχία και το κέφι που από ένα σημείο και μετά δημιουργούν αυτού του είδους οι συναθροίσεις, αμβλύνουν την εγκυρότητα και την αξιοπιστία της όποιας άποψης, σκέψης ή ιδέας διατυπώνεται. Αν και δεν πρέπει να παραβλέπεται, ότι σε άλλες περιπτώσεις, αυτές ακριβώς οι συνθήκες, που δημιουργούνται μεταξύ τυρού και αχλαδίου, έχουν οδηγήσει σε όχι ευκαταφρόνητες διενέξεις και «διακομματικές» αντιπαραθέσεις.

Η συγκαταβατικότητα κι η ανοχή που, κατά τη γνώμη μου, χαρακτηρίζει την κοινωνική συμπεριφορά απέναντι στις εξελίξεις, έχει να κάνει με την ανάγκη να διατηρηθούν συνθήκες σταθερότητας και βιωσιμότητας της κοινωνικής συνοχής. Η μέση οικογένεια, παρά –θα το επαναλάβω μια ακόμα φορά– την ασφυκτική συμπίεση του οικογενειακού προϋπολογισμού, αναζητά και βρίσκει τρόπους να διατηρεί, έστω στοιχειωδώς και δύσκολα, τις λειτουργίες της εκείνες, που είναι απαραίτητες και βασικές για την αξιοπρεπή διαβίωσή της. Η προσαρμογή στα εκ των πραγμάτων νέα δεδομένα, η βίαιη κι επώδυνη αυτή διαδικασία –εφόσον σε πολλές περιπτώσεις, ούτε αυτονόητη ήταν, ούτε ευθύγραμμη– είναι αξιοσημείωτη κι αξιέπαινη.

Αυτή η οικογένεια ως πυρήνας της οικονομικής δραστηριότητας κι ανάπτυξης πρέπει να προστατευθεί και να στηριχτεί. Όχι κατ’ ανάγκη με άμεσα οικονομικά τρόπο, με επιδόματα και παροχές, αλλά με απτή ανακούφισή της κι απαλλαγή της από συνθήκες, βάρη και καταστάσεις που την εξουθενώνουν, την καταπιέζουν, την αλλοτριώνουν, την περιθωριοποιούν –με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε πολιτική συμπεριφορά. Η εργασία, η εκπαίδευση, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η ασφάλιση, η πρόνοια. Σ’ αυτά τα βασικά και καθημερινά που εξασφαλίζουν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης. Που επιτρέπουν να αντέχονται οι αυξημένες υποχρεώσεις έναντι του κράτους, να συντηρηθεί κάποιο παιδί που σπουδάζει σε άλλη πόλη, να πάει το νήπιο σε κάποιο σταθμό φύλαξης, να αντιμετωπιστεί κάποια αιφνίδια ασθένεια, να εξασφαλίζονται κάποιες ανάπαυλες ξεκούρασης και το στρώσιμο ενός οικογενειακού γιορτινού τραπεζιού.

Πολλά δεν μπορούν να γίνουν άμεσα, αλλά αρκετά ήδη θα έπρεπε να έχουν γίνει. Το βέβαιο είναι, ότι όλα μπορούν να πραγματοποιηθούν σε βάθος χρόνου εύλογου και προσδιορισμένου. Προϋπόθεση γι΄αυτό είναι το κράτος να περιοριστεί στο στρατηγικό του ρόλο, που δεν είναι άλλος από την μέσω της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος ανάπτυξη κι ευημερία του κοινωνικού συνόλου κι όχι αποκλειστικά και κατά περίπτωση κάποιων ισχυρών ομάδων και συμφερόντων. Προϋπόθεση γι΄αυτό είναι το κράτος ν’ ανασυνταχθεί και να προσαρμόσει τις δομές και τις λειτουργίες του με κατεύθυνση την αξιοποίηση των πόρων και μέσων του σε όφελος του συνόλου της κοινωνίας κι όχι προτάσσοντας την ιδιοτέλια για την με κάθε τρόπο αναπαραγωγή και διατήρηση στην εξουσία διαρκώς των ίδιων πολιτικών σχηματισμών και ελίτ.

Έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος, αλλά ακόμα –έστω και οριακά ή καθυστερημένα– υπάρχει χρόνος για να τεθούν οι βάσεις αυτών των προαπαιτούμενων. Οι αλλαγές κι οι μεταρρυθμίσεις στην παιδεία, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια, εδώ και τώρα μπορούν και πρέπει να δρομολογηθούν. Τώρα που έχουν πια ξεθωριάσει και ξεχειλώσει οι πολυάριθμες «κόκκινες γραμμές» της τελευταίας τριετίας. Τώρα που οι απαντοχές της οικογένειας και της κοινωνίας βρίσκονται σε οριακό σημείο.

Αυτά, σε συνδυασμό με την προώθηση σε όλο το μήκος και πλάτος της δημόσιας διοίκησης απλουστευμένων κι αυτοματοποιημένων διαδικασιών, κανόνων αξιοκρατίας, κινητικότητας, διαφάνειας κι ελέγχου. Έτσι αλλάζει η καθημερινότητα, έτσι θ’ αλλάξει το κράτος. ‘Ετσι δημιουργούνται σταδιακά συνθήκες για ν’ αντιμετωπιστεί η ασφυκτική κοινωνική δυσπραγία, ν’ αντικατασταθεί η απαισιοδοξία από την ελπίδα και την προσμονή, να μεταστραφεί το ζοφερό πολιτικό κλίμα σε όφελος της δημοκρατίας και των θεσμών συμμετοχής. Έτσι μεγεθύνονται τα περιθώρια για να φτουρήσουν, να πιάσουν τόπο, οι θυσίες των νοικοκυριών, της οικογένειας, του καθενός.

Η οικογένεια σ’ όποια μορφή και σ’ όποια εποχή, ήταν, είναι και θα είναι ο πυρήνας κι η ψυχή της εθνικής μας οικονομίας, της χώρας της ίδιας. Η σωτηρία της –όπως λέει κι ο στίχος του γνωστού τραγουδιού– είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Ας το ακούσουν όσο είναι καιρός κι όσοι εντός ή εκτός κυβέρνησης αποφασίζουν ερήμην της για λογαριασμό της, πριν «ακούσουν» οσονούπω –όπως έλεγε κάποτε μια άλλη πασίγνωστη «ψυχή» την ετυμηγορία της.