Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Δημόσιο: Αναζητώντας το "plan A".


Αν κάτι απεχθάνονται οι πολιτικοί στην Ελλάδα είναι τα «εναλλακτικά σχέδια», τα «plan Β», για να συνεννοούμαστε. Και τα απεχθάνονται γιατί οι επιλογές κι οι αποφάσεις τους καμιά σχέση δεν έχουν με τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό κι όλες αυτές τις διοικητικές διαδικασίες, που κάθε άλλο παρά έχουν σχέση με τα ρουσφέτια και την εξυπηρέτηση κομματικών πελατειών, αλλά αντιθέτως εισάγουν τον ορθολογισμό, την πρόβλεψη και τον έλεγχο στην άσκηση των πολιτικών τους.

Οι εξελίξεις από τον περασμένο Μάρτιο, οπότε η τρόικα έθεσε επιτακτικά το θέμα της απομάκρυνσης μερικών χιλιάδων υπαλλήλων, αποτελούν την θλιβερή απόδειξη της διαπίστωσης. Η εναγώνια αναζήτηση του τελευταίου διαστήματος για υπαλλήλους κι εργαζομένους στο δημόσιο προς απόλυση, μετακίνηση κ.ο.κ., φανερώνει ότι όχι μόνο σχέδιο δεν υπήρξε, αλλά ούτε κάν στοιχειώδης μέριμνα και πρόνοια, ώστε να αποτυπωθούν σ’ ένα κομμάτι χαρτί πέντε αξιόπιστα σενάρια άμεσης εφαρμογής.

Άραγε, πού είναι οι 150.000 συνταξιοδοτήσεις που θα προέκυπταν μέχρι το 2015, όπως υποστήριζε μετ’ επιτάσεως μάλιστα κάποιος προ του Αντώνη Μανιτάκη υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης; Παρουσιάστηκαν έκτοτε οποιαδήποτε αξιόπιστα και τεκμηριωμένα στοιχεία που ν’ αποδεικνύουν, ότι πράγματι οι προς συνταξιοδότηση υπάλληλοι ανέρχονται σ’ αυτό τον αριθμό, οπότε να ησυχάσουμε όλοι; Ασφαλώς και όχι. Τουναντίον, κάθε φορά που ετίθετο θέμα απομάκρυνσης ή μετακίνησης υπαλλήλων ανακαλύπτονταν απ’ τους αρμοδίους κι από μια νέα κατηγορία. Να οι επίορκοι, να οι κοπανατζήδες, να ετούτοι, να κι οι άλλοι.

Μετά το βίαιο κλείσιμο της ΕΡΤ, παιχνιδίζουμε και με άλλες κατηγορίες υπαλλήλων λες και πρόκειται για ασκήσεις επί χάρτου ή τρόπο ψυχαγωγίας. Πότε με τους καθηγητές πληροφορικής, πότε με τους φύλακες των σχολείων και πότε με τη δημοτική αστυνομία. Αστεία πράγματα, αλλά πολύ σοβαρά όταν πρόκειται για κυβερνητικές αποφάσεις που αφορούν εργαζόμενους. Έστω κι αν όλοι αυτοί μετακινηθούν εν μία νυκτί, λύθηκε το πρόβλημα του δημοσίου; Ασφαλώς όχι. Υπαλληλικές σχέσεις κι ανθρώπινες ζωές ανακατεύονται απλώς και μπερδεύονται σ’ ένα κουβάρι απελπισίας, που μόνο τον εκσυγχρονισμό και τη μεταρρύθμιση δεν σηματοδοτεί, επιτείνοντας ταυτόχρονα και την εργασιακή ανασφάλεια στο δημόσιο, τη στασιμότητα, την παθητικότητα και την αδράνεια.

Πώς να προχωρήσει άλλωστε η όποια διαδικασία διοικητικής μεταρρύθμισης, όταν η ίδια η κυβέρνηση δεν έχει ξεκαθαρίσει με ποιο σχήμα θα επιχειρήσει τη διακυβέρνηση της χώρας. Όταν υπουργεία απ’ τη μια συμπτύσσονται σε υπερτροφικούς γραφειοκρατικούς γίγαντες αναποτελεσματικότητας κι απ’ την άλλη αναδημιουργούνται οιονεί υπουργεία που οι αρμοδιότητές τους αναζητούνται εκ των ενόντων για να δημιουργηθεί μόνο και μόνο η υπουργική καρέκλα. Όταν όλος ο καυγάς είναι τι θα γράφει η «γαρνιτούρα» στην ταμπέλα π.χ. του υπουργείου Παιδείας, «Δια βίου Μάθησης» ο ένας, «και Θρησκευμάτων» -σταθερά- ο άλλος. Μπορείς με τέτοιου είδους «αλλαγές» να υποστηρίξεις ότι υποστηρίζεις σοβαρά την υπόθεση της διοικητικής μεταρρύθμισης; Ούτε για πλάκα.

Υπάρχει άραγε ο αναγκαίος χρόνος ως το Σεπτέμβριο, ώστε η σοβαρότητα να επιστρέψει κι ευθύνη να τοποθετηθεί στο επίκεντρο των επιλογών για την τύχη του δημοσίου; Υπάρχει, δύσκολα, κοπιαστικά αλλά υπάρχει. Τα οργανογράμματα των δημοσίων υπηρεσιών απ’ τις επιτροπές που είχαν συσταθεί είναι απ’ τον περασμένο Οκτώβριο έτοιμα. Να εκδοθούν τα σχετικά προεδρικά διατάγματα για όλα τα υπουργεία άμεσα. Να τοποθετηθούν οι υπάλληλοι και μετά ν’ αρχίσουν ανά Υπουργείο οι κρίσεις. Βέβαια, υπάρχουν κι οι πιέσεις για «τακτοποιήσεις» που πρέπει να γίνουν, εφόσον διάφοροι δεν συμφωνούν με τις εισηγήσεις των επιτροπών κι έχει αρχίσει ένα μεγάλο «μαγείρεμα» με τη σύσταση άλλων επιτροπών σε διάφορα υπουργεία για τη διάσωση διευθύνσεων και μονάδων στο όνομα –κι αυτές– της αναδιοργάνωσης.

Δεν χρειάζεται να ξαναρχίσουν όλα απ’ την αρχή.

Ας προχωρήσει με αποφασιστικότητα η εφαρμογή των σχεδίων οργανισμών κι οι υπηρεσίες του διοικητικής μεταρρύθμισης, ας συντονίσουν σε βάθος χρόνου μια διαδικασία εκπόνησης τυχόν διορθώσεων  ανά υπουργείο. Δεν μπορεί στο όνομα της τελειότητας να μην γίνεται τίποτε και να κρατούνται όμηροι οι εργαζόμενοι. Ούτε στο όνομα της αντικειμενικότητας να έχουν αποψιλωθεί όλες οι υπηρεσίες από προϊσταμένους που να έχουν κριθεί στοιχειωδώς από υπηρεσιακά συμβούλια. Από «κριτήρια» και «αξιολογήσεις» βρωμάει η οικουμένη κι εμείς για το θέμα αυτό, εδώ και τρία χρόνια, ανακαλύπτουμε και πάλι την πυρίτιδα.

Τούτη την ύστατη για το δημόσιο ώρα δεν επιτρέπεται κανένας να αδρανεί ψάχνοντας τάχα ευέλικτα σχέδια και μαγικές φόρμουλες για την εξυγίανση του δημοσίου σε ξένα περιοδικά κι εγκυκλοπαίδειες ή σε επιτροπές και φόρουμ εργασίας. Τέλεια σχέδια και απόλυτες δομές δεν υπάρχουν, γι’ αυτό άλλωστε παντού στον κόσμο υπάρχουν τα «plan Β». Μόνο στη χώρα μας κλώθουμε και τραινάρουμε τις όποιες σχεδιασμένες αποφάσεις για το δημόσιο, νομίζοντας ότι έτσι αποφεύγεται η χρέωση του πολιτικού κόστους και το «φόρτωμα» όλων των στραβών στους «ξένους».

Δυστυχώς, είναι επιπόλαιες, κοντόφθαλμες, αλλά κι επικίνδυνες αυτές οι επιλογές, αφού όχι μόνο διατηρούν υψηλά το δείκτη αφερεγγυότητας της κυβέρνησης για να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, αλλά συντηρούν τον προβληματισμό για το ενδεχόμενο μιας άτακτης και παταγώδους αποτυχίας ανασυγκρότησης, όχι μόνο του δημοσίου, αλλά κι ολόκληρης της χώρας.

Όταν δεν υπάρχει στην ουσία «plan Α'», το «plan Β'» φαντάζει απλησίαστη πολυτέλεια. Αλλά μέχρι πότε;

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Κεντροαριστερά και πράσιν' άλογα.


Μια χαρά τα είπε ο Βορίδης στο συνεδριακό παλκοσένικο, σαν άριστος κομματικός ρολίστας. Τι περίμεναν κάποιοι να πει; Κι αυτά που είπε, από ποια άλλα χείλη θα είχαν μεγαλύτερη επικοινωνιακή εμβέλεια; Ολοταχώς δεξιά τραβά τη ρότα η Νέα Δημοκρατία στα χέρια του Αντώνη Σαμαρά. Φουλ για τη νέα δεξιά διεύρυνση έχει προσανατολίσει την παράταξη. Ο «μεσαίος χώρος» και τ’ άλλα Καραμανλικά εξέπνευσαν από καιρό, τώρα ο κόσμος ζητάει ακραίες λύσεις κι ο Αντώνης Σαμαράς είναι πρόθυμος –προκειμένου να παραμείνει πρωθυπουργός– να τις προσφέρει. Η πόλωση με το ΣΥΡΙΖΑ κι αυτό το καθημερινό –ξενέρωτο– σου ‘πα - μου πες προετοιμάζει την επόμενη πράξη του έργου, που μπορεί να μάθαμε χτες τον τίτλο, «Νέα Ελλάδα», αλλά δεν είναι τίποτε άλλο από το προανάκρουσμα της αναθέρμανσης κι επανενεργοποίησης όλων των συντηρητικών δυνάμεων κι αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας για τη συγκρότηση της νέας δεξιάς.

«Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γενούν οι κότες». Ποια κεντροαριστερά και πράσινα άλογα; Λόγια σε δουλειά να βρισκόμαστε και κουβέντες για να περνάει ο καιρός. Μόνο «πλατφόρμες» και «προγράμματα», τα «παραμύθια της Χαλιμάς» τα ξέρεις; «Όποιος δε θέλει να ζυμώσει» τσουπ ξεφουρνίζει και μια «πλατφόρμα», που δεν λέει τίποτε διαφορετικό επί της ουσίας από τον άλλο σύντροφο, αλλά που του δίνει το δικαίωμα να στήσει και να διατηρεί το δικό του «μαγαζί», τη δική του σφραγίδα. Πέντε; Πέντε. Τρία; Τρία. «Τσίμπαγε κι ας είν’ και ρώγες». Το κατώφλι του εκλογικού νόμου και της Βουλής αν εξασφαλίζουμε κι από ‘κει και πέρα «από δω παν κι οι άλλοι». Η κοινωνία κι οι ανάγκες της μπορούν να περιμένουν. Εξάλλου δεν έχει εμφανιστεί ακόμα κι ο μεσσιανικός ηγέτης με το κατάλληλο κεντροαριστερό προφίλ. Στήνουμε και μια όμορφη συζήτηση στα φόρα και στα δίκτυα για τη μεγάλη κεντροαριστερά, για τις μεταρρυθμίσεις, για το μέλλον της Ελλάδας, της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου και δεν βλέπουμε ότι μπρος στα μάτια μας στήνεται η νέα Ελλάδα της συντήρησης, της οπισθοδρόμησης, του φόβου, του αυταρχισμού και της καταπίεσης.

Είμαστε πραγματικά ωραίοι σαν «αριστεροί» στην Ελλάδα, ιδιαίτερα οι άκαπνοι, του «κομματικού σωλήνα». Οι «αριστεροί» της μεταπολίτευσης εκείνοι που καμιά σχέση δεν έχουν με το μεροκαματιάρη οικοδόμο του ’50 και του ’60. Εκείνοι που το «Πολυτεχνείο» το αξιοποίησαν σαν μεταπτυχιακό κι ούτε μυρωδιά πήραν από ΕΑΤ – ΕΣΑ και Γυάρο. Εκείνοι που, ελέω ΠΑΣΟΚ, 1264 κι ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, έκαναν ντου σ’ όλες τις συλλογικές οργανώσεις κι αντί ν’ απελευθερώσουν τους εργαζόμενους, τους έσυραν ομήρους συντεχνιακών και κομματικών μηχανισμών. Εκείνοι που το όραμα κι ο αγώνας τους ξεκινούσαν από τη διατήρηση της ΑΤΑ κι έφταναν στην απόσυρση του «νομοσχέδιου Γιαννίτση» ή το «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά». Εκείνοι που ενίοτε με την ασφαλή «απόσταση» της «δημοκρατικής παράταξης» ή την εξασφάλιση της κρατικής θέσης και του παχυλού μισθού, έκαναν καραμέλα την αριστερόστροφη φρασεολογία κι επιστήμη τις κοινωνικές παροχές με δανεικά. Αυτοί οι «αριστεροί» έχουν τόση σχέση με την Αριστερά όση η χρυσή αυγή με τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Η μέρα με τη νύχτα. Πόσες «Αριστερές» και πόσα κόμματα υπάρχουν αν αναζητήσεις καταλαβαίνεις για τι μιλάμε.

Αν αυτοί οι «αριστεροί» δεν συγχωρούν «κάτι» στον Ανδρέα Παπανδρέου, είναι ότι τους στέρησε το προνόμιο της αέναης διαμαρτυρίας, της εσαεί γκρίνιας, της αιώνιας εκ του ασφαλούς αντιπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ διέρρηξε τη βολή στης στείρας άρνησης, έφερε στο πολιτικό προσκήνιο κι ένωσε πρόσωπα και δυνάμεις αποκλεισμένα από τη νομή της εξουσίας, τους κάθισε σε κυβερνητικές καρέκλες και τους έδωσε ευθύνες διακυβέρνησης. Καρέκλες κι ευθύνες που παραδοσιακά κι επί δεκαετίες ζέσταιναν και διαχειρίζονταν εκπρόσωποι της συντήρησης, του κατεστημένου, της δεξιάς. Γι' αυτό για τη Νέα Δημοκρατία ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ ήταν παραδοσιακά αντίπαλοι στην εναλλαγή της εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ δεν πήρε συνθήματα, έφερε πολιτικές, έφερε θεσμούς, έφερε την κοινωνία στο επίκεντρο της πολιτικής. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν επινοούσε «success story», έκλεινε ο ίδιος αυτοπροσώπως τα ραντεβού του με την ιστορία.

Χτυπώντας με την ευκαιρία της κρίσης τη «μεταπολίτευση» αυτά επιχειρείται να διαστρεβλωθούν. Αποδομώντας τις κοινωνικές κατακτήσεις και το έργο που παράχθηκε με το ξεφύλλισμα της πρόσφατης Ιστορίας, όλα αυτά επιδιώκεται να συσκοτίσουν. Με κραυγές όμως δεν γίνεται δουλειά. Με δηλώσεις σκόρπιες και κλαψουρίσματα δεν περιφρουρείται η ιστορική μνήμη. Η υπονόμευση και το ροκάνισμα έχουν ξεκινήσει χρόνια πριν, μέσα από το ΠΑΣΟΚ. Η κερκόπορτα της Ιπποκράτους δεν άνοιξε ως δια μαγείας. Είχε κι η Χαριλάου Τρικούπη κερκόπορτες. Μια έφταιγε ο Σημίτης, έφυγε ο Σημίτης. Μια έφταιγε ο Παπανδρέου, έφυγε ο Παπανδρέου. Τώρα φταίει ο Βενιζέλος, αλλά αυτός δεν θα φύγει μόνος του, θα πάρει μαζί του και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Το πολιτικό ανάστημα και το κύρος του Ανδρέα Παπανδρέου πρώτα οι άνθρωποι που τον πλαισίωσαν κι όσοι μετέπειτα αξιοποίησαν για την ανέλιξή τους την πολιτική του παρακαταθήκη, έπρεπε να τιμήσουν και να προστατεύσουν. Εκείνοι που κατά καιρούς μπαινόβγαιναν κατά το δοκούν κι ανάλογα με το πού φύσαγε ο καιρός στην –υπό την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ– δημοκρατική παράταξη, έπρεπε πρώτοι και καλύτεροι να μην επιτρέψουν στους «ιστοριογραφούντες» των ημερών μας, αλλά και σε κανέναν άλλον, να μπορεί να σκυλεύει εκ του ασφαλούς την ιστορία και την προσφορά του ΠΑΣΟΚ στην ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας και της κοινωνίας.

Αν σήμερα μιλάμε για κρίση, χρησιμοποιώντας επιλεκτικά τη μνήμη μας κι επικεντρώνοντας πότε στον Ανδρέα Παπανδρέου και πότε στο ΠΑΣΟΚ, για δείτε τη Νέα Δημοκρατία, ποιος είναι αρχηγός της; Εκείνος που το 1993 «έριξε» μιαν άλλη κυβέρνηση του ιδίου κόμματος υπό τον Κωσταντίνο Μητσοτάκη. Εκείνον που ίδρυσε κόμμα κι αντιπολιτεύτηκε τη Νέα Δημοκρατία. Τον Κωσταντίνο Καραμανλή, τον ιδρυτή του κόμματος, εικόνισμα τον έχουνε. Στο ναδίρ έφτασε η Νέα Δημοκρατία το 2009 κι όμως ετοιμάζεται –με τη νέα επέλαση προς τα δεξιά– να εμβολίσει οριστικά τον Καμμένο, να περιμαζέψει τον Καρατζαφέρη και τα ρετάλια του ΛΑΟΣ και φτάνοντας στις παρυφές –αν όχι μέσα– στη χρυσή αυγή να διεκδικήσει και πάλι αυτοδυναμία. Ποιος θυμάται και ποιος μιλάει για την εξαετία του Κώστα Καραμανλή; Ούτε καν ο ίδιος.

Αν ψάχνουν, λοιπόν, οι «κεντροαριστεροί» κι οι «σοσιαλδημοκράτες» για απαντήσεις και για λύσεις στ’ αλήθεια κι όχι για να περνάνε εδώ στα διαδίκτυα την ώρα τους και στα κομματικά γραφεία, τα κανάλια και τα καφενεία τον καιρό τους, αλλού θα πρέπει να γυρίσουν την κουβέντα. Τα προηγούμενα κάτι θα πρέπει να σημαίνουν. Ο Βορίδης μια χαρά τα είπε ενώπιον του κομματικού ακροατηρίου κι εις επήκοον όλων. Από ‘κει και πέρα τι γίνεται; Του τα ψάλανε κάποιοι, έβγαλαν το άχτι τους και τ’ αποτέλεσμα; Σιγά μην είπε ό,τι είπε ο Βορίδης γιατί δεν έγινε υπουργός. Υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο κι εξελίσσεται με μεθοδικότητα στα γραφεία της γαλάζιας παράταξης, κάτω απ’ τη μύτη των «δημοκρατικών δυνάμεων» της αριστεράς και της προόδου. Η κεντροδεξιά Ελλάδα οργανώνεται βήμα με βήμα και μεθοδικά. Οι άλλοι πού είναι; Έριξαν τις τουφεκιές τους κι έπραξαν το χρέος τους; Οι μεν ξαναγύρισαν στην καθημερινή αμφισβήτηση του Βενιζέλου ή στην υπόγεια απαξίωση του Παπανδρέου, οι δε «βράζουν στο καβούκι τους» εκεί στην Αγίου Κωσταντίνου και κάποιοι ξέμπαρκοι περιφέρονται εντός κι εκτός Κοινοβουλίου περιμένοντας να φανεί η επόμενη «σημαία ευκαιρίας» για να ξαναμπαρκάρουν.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες κεντροαριστερά ή κάτι παρόμοιο μην περιμένετε προς το παρόν να φανεί στον ορίζοντα. Καλή είναι η συζήτηση και αγχολυτική, αλλά επειδή μεταρρυθμίσεις χωρίς λεφτά δεν γίνονται κι επειδή η εποχή Σημίτη πέρασε ανεπιστρεπτί –κάποιοι, μάλιστα, δεν θέλουν ούτε να τη θυμούνται– ας προετοιμαζόμαστε ως τις επόμενες εκλογές να βιώσουμε την αναβίωση του κεντροδεξιού comeback υπό τον Αντώνη Σαμαρά, απολαμβάνοντας τη θυελλώδη –πλην εικονική– αναμέτρησή του με τον δημοσκοπικό του αντίπαλο, Αλέξη Τσίπρα.

Αυτό το story μπορεί να μην είναι success, αλλά δεν θέλει –προς το παρόν– για να στηθεί έξοδα και λεφτά, οι «δεξιοί» ξέρουν καλά τι πάει να πει συντήρηση, ξέρουν να μένουν ενωμένοι και να κάνουν υπομονή. Ξέρουν να επιβιώνουν, αντί να ξεκατινιάζονται και να μαλώνουν ποιος θα πρωτογίνει αρχηγός.