Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Η δημοκρατία αντέχει. Αντέχει;



Καθένας έχει κι από μια δημοκρατία στο κεφάλι του. Ελληνική, νέα, άμεση, αντιπροσωπευτική, επαναστατική, σύγχρονη, όποιο επίθετο κι αν της προσθέσεις ή της προσάψεις «δένει», πολλοί την προτιμούν και την επικαλούνται σκέτη «δημοκρατία».

Η δημοκρατία έχει αυτό το προνόμιο, είναι δεκτική κι «ανοιχτή», είναι ελεύθερη κι ανεκτική, είναι συλλογική και διαλεκτική. Η δημοκρατία είναι ευάλωτη κι ευαίσθητη, όχι από τη χρήση των επιθέτων, αλλά από την αχρησία των ουσιαστικών.

Αυτή τη λέξη που στη χώρα μας την πιπιλάμε και την επικαλούμαστε επί ώρες, από το πρωί ως το βράδυ, και την αναφέρουμε εννιά φορές στις δέκα λέξεις, αγνοούμε επί της ουσίας την έννοια και το περιεχόμενό της, αγνοούμε τη δυναμική της, αγνοούμε τις διαστάσεις και το μέγεθός της, αγνοούμε τους περιορισμούς και τις δεσμεύσεις της.

Δεν κάνω μάθημα πολιτικής επιστήμης, ούτε φιλοδοξώ ν’ αρπάξω τη δόξα από κανέναν συνταγματολόγο. Σκέφτομαι, διαβάζοντας δεξιά κι αριστερά διάφορα, αλλά κι όσα γράφτηκαν κι ακούστηκαν με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη των νεοναζί στη Βουλή, πόσο επιφανειακά, ανεύθυνα κι ευκαιριακά αντιμετωπίστηκε το δυνάμωμα του φασιστικού φαινομένου στη χώρα από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού συστήματος, αλλά και πόσο επιπόλαια κι επικίνδυνα εξακολουθεί να προσεγγίζεται και να επισημαίνεται –στο βαθμό που επισημαίνεται.

Η έκφραση «αυγό του φιδιού» λατρεύτηκε κι όποια σχετική συζήτηση ακούσεις από επίσημα χείλη, όλο και κάποια ευκαιρία θα βρεθεί για ν’ ακουστεί. Η ομαδικές ρατσιστικές επιθέσεις, οι παρελάσεις κι οι επελάσεις σε υποβαθμισμένες γειτονιές και οι επιδρομές σε καταστήματα αλλοδαπών αποτελούν «ειδήσεις», γεγονότα των οχτώ ή των εννιά, αλλά ποτέ επαρκείς εκδηλώσεις του πλέον επικίνδυνου και καταστροφικού για την κοινωνική συνοχή φαινομένου.

Η δημοκρατία αντέχει.

Όχι, εδώ θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω. Η δημοκρατία δεν αντέχει. Η κοινωνία δεν αντέχει. Ναι, αυτή η κοινωνία που είδε επί σειρά ετών, γειτονιές και περιοχές ολόκληρες να εγκαταλείπονται στο έλεος της υποβάθμισης και της περιθωριοποίησης, όχι μόνο από τους κατοίκους τους, αλλά κι από τους φορείς της πολιτείας. Αυτή η κοινωνία που στο όνομα της «δημοκρατίας», γαλουχήθηκε στην ανοχή της ανομίας και της αποδοχή της παραβατικότητας. Αυτή η κοινωνία που στο όνομα των «δημοκρατικών διαδικασιών», αντιμετωπίστηκε ως κοπάδι και μάζα για την εξυπηρέτηση κομματικών αναγκών. Αυτής της κοινωνίας που η συνοχή της αποθεώθηκε και δοξάστηκε στο όνομα της «δημοκρατίας» και που με την επίκληση και πάλι της πίστης για την οικονομική σωτηρία της «Ελληνικής Δημοκρατίας», δοκιμάζεται και ξανασταυρώνεται στις μέρες μας. Αυτή η κοινωνία που έχει «φάει τη δημοκρατία με το κουτάλι» έχει φτάσει στα όριά της. Αυτή η κοινωνία θα συμμαχούσε και με το διάβολο για ν’ απαλλαγεί από όσους κι όσα θεωρεί ότι ευθύνονται για τη σημερινή της θέση.

Συνεχίζουν οι πρωταγωνιστές του νεόκοπου δικομματισμού να διαγκωνίζονται και να συναγωνίζονται σε κορώνες και ανακοινώσεις. Δίχως όριο, από τα δεξιά και τ’ αριστερά ποντάρουν στην οργή και τον αναβρασμό που επικρατεί στην κοινωνία κι επιχειρούν να ψαρέψουν στα θολά νερά του φόβου και της ανασφάλειας ψήφους και μετεκλογικές πλειοψηφίες. Πριονίζουν στα κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται. Ο φασισμός δεν έρχεται με στρατιωτικό τζιπ, ούτε με καμιόνι, όπως κάποιοι άκαπνοι αριστεροί επαναστάτες ή ξιπασμένοι νεοφιλελεύθεροι δημοκράτες νομίζουν, έρχεται με το λεωφορείο της γραμμής.

Αντί του διαλόγου και της συνεννόησης, ενόψει των δυσκολιών που δημιουργεί η σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή, επιλέγεται από κάποιους η σε καθημερινή βάση και με συστηματικό τρόπο αμφισβήτηση και ευτελισμός των δημοκρατικών θεσμών, η λοιδορία των κομμάτων και του κοινοβουλευτισμού. Σπιλώνεται συλλήβδην και απαξιώνεται ηθικά το σύνολο του πολιτικού προσωπικού. Τα φαινόμενα αυτά, σε συνδυασμό με την παγίωση της αλαζονείας και της αμετροέπειας ως επικοινωνιακών εργαλείων και του αυταρχισμού και της καταστολής ως μηχανισμών της κρατικής επιβολής, δημιουργούν το πλέον πρόσφορο κλίμα για την επώαση στο πυρακτωμένο μυαλό και το θυμικό της κοινωνίας του «αυγού», αν θα είναι του φιδιού, της κότας ή της στρουθοκαμήλου λίγο θα ενδιαφέρει.

Οι εστίες υπάρχουν, κάποιοι παίζουν μαζί τους, ενώ κάποιοι άλλοι ποιούν τη νήσσα ή κρύβονται μιμούμενοι την στρουθοκάμηλο. Αν αυτό το αυγό κατορθώσει να σπάσει, αν η φωτιά φουντώσει, θ’ αποκαλυφθεί σ’ όλο της το μεγαλείο η χαώδης απόσταση που θα χωρίζει εκείνο το εφιαλτικό «παρόν» του μέλλοντός μας απ’ το ονομαζόμενο «άθλιο» παρελθόν που κάποιοι νομίζουν ότι ζουν σήμερα.

Τότε η βία δεν θα είναι «καλή» για τους μεν και «κακή» για τους δε. Τότε η βία θα είναι μία κι ολοκληρωτική, τυφλή και ωμή. Τότε, που δεν θα υπάρχουν ως δεδομένο κι αυτονόητο δικαιώματα κι ελευθερίες, αλλά μέσα από την οδύνη θ’ αναδεικνύονται οι παρεξηγημένες αρετές κι η πραγματική ουσία της δημοκρατίας, της κολοβής, της ελλειμματικής, της άδικης, της ανολοκλήρωτης, της «δημοκρατίας» του σήμερα. Αυτής της δημοκρατίας που ξοδεύουμε και καταναλώνουμε απερίσκεπτα, σαν τα δάνεια και τα δανεικά που και τότε –όταν έπρεπε– δεν εκτιμήσαμε όσο έπρεπε την αξία και τη σημασία τους και το πληρώνουμε όλοι πολύ ακριβά τώρα.

Θα είναι αργά. Δεν μας αξίζει αυτό το τότε.

Ας μην επαναπαυόμαστε αναμασώντας το παροιμιώδες «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» κι ας μην λησμονούμε, ότι κάποιες άλλες εποχές, όχι τόσο παλιά, αλλά τουναντίον τραγικά κοντά για να το έχουμε ξεχάσει ή να μην το γνωρίζουν οι νέοι κι οι νεότεροι, η δημοκρατία ηττήθηκε. Η δημοκρατία ηττήθηκε από εμάς τους ίδιους, απ’ τα λάθη και τις παραλείψεις μας, απ’ την αδιαφορία μας για νηφαλιότητα και περίσκεψη, απ’ τον υπερφίαλο εγωισμό και την αλαζονεία μας. Όταν οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου το αντιλήφθηκαν ήταν και τότε πολύ αργά για τη δημοκρατία και για την κοινωνία. Η Κύπρος το γνωρίζει πολύ καλά.

Αν αποφασίσουμε τώρα να σπάσουμε τα άλλα αυγά –αυτά που φτιάχνουν την πιο νόστιμη ομελέτα– όπως της διχόνοιας, της μισαλλοδοξίας, της αμετροέπειας, της ανισότητας, της αδικίας, της αδιαφάνειας, του κομματισμού κ.ο.κ. –ξέρουμε πολύ καλά ποια πρέπει– είναι βέβαιο, ότι το «αυγό του φιδιού» δεν θα είναι απειλή για τη δημοκρατία και την κοινωνία, γιατί οι συνθήκες που το γεννούν και το επωάζουν θα έχουμε φροντίσει έγκαιρα να εκλείψουν.

Ας κάνουμε, λοιπόν, τις επιλογές μας, πατριώτες και δημοκράτες, δεξιοί κι αριστεροί, η κοινωνία αδημονεί, η δημοκρατία ασφυκτιά, θα επιτρέψουμε να εξαντληθούν;

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Παραμορφωμένη δημοκρατία.



Παιδιά. Αυτά τα παραμορφωμένα πρόσωπα είναι πρόσωπα παιδιών. Οι μώλωπες, οι εκχυμώσεις, οι εκδορές είναι αποτυπωμένα πάνω σε κεφάλια σχεδόν αμούστακων παιδιών. Τα σβησμένα από τον πόνο και τις κακουχίες βλέμματα είναι βλέμματα από νεανικά μάτια, από μάτια που μετά βίας αναγνωρίζονται. Το ρετούς δεν μπορεί να δώσει φως στη ματιά και ν’ αποκαταστήσει την ικμάδα και τη ζωντάνια της έκφρασης. Το ρετούς συγκαλύπτει αδέξια την ασχήμια και τις ασχήμιες. Θα μπορούσε να μην υπάρχει καν, αλλά τότε πώς θα είχαμε θέμα για συζήτηση.

Με ανακοινώσεις και ανταλλαγή κοινότυπων αντεγκλήσεων τα κόμματα έπραξαν το χρέος τους απέναντι στην κοινωνία, επιχειρώντας με τη σειρά τους ένα γενναίο ρετούς στο κράτος, τους θεσμούς, τον νόμο και την τάξη. Οι μεν υπεραμυνόμενοι της νομιμότητας, οι δε καταγγέλλοντες τους βασανισμούς. Το «άτεχνο» κι ακαλαίσθητο ρετούς επαρκεί, ώστε πίσω από τα λόγια να κρυφτούν επιμελώς εκατέρωθεν ανεπάρκειες, παραλείψεις, ελλείμματα. Κανείς δεν είδε πίσω και πέρα απ’ τα βλέμματα αυτών των παιδιών. Κανείς δεν αισθάνθηκε την oδύνη και τον πόνο μιας παραμορφωμένης δημοκρατίας. Όλα είναι θέμα αισθητικής.

Με αφορμή την οικονομική κρίση και τις μετέπειτα δυσάρεστες εξελίξεις, πολλές είναι οι διαπιστώσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Κάθε μια εστιάζει και προβάλει τα σημεία και τις παραμέτρους που θεωρεί ότι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο για να φτάσουν τα πράγματα εδώ που έφτασαν. Ανάλογα με τις αφετηρίες ή πολλές φορές έχοντας ως δεδομένο το συμπέρασμα, αναλυτές και παρατηρητές των γεγονότων, διατυπώνουν τις απόψεις τους διαπιστώνοντας τα λάθη και καταλογίζοντας ευθύνες.

Τα παιδιά αυτά είχαν την ευκαιρία να γεννηθούν και να μεγαλώσουν σε κοινωνικές συνθήκες ελευθερίας, γαλήνης, ευμάρειας. Τα παιδιά αυτά μπορεί να μην έτρεξαν σε χωματόδρομους και να μην έπαιξαν μπάλα σε αλάνες, αλλά απόλαυσαν παροχές και ευκολίες καινοφανείς και πρωτόγνωρες για τα ελληνικά δεδομένα. Μπορεί κάποιοι παραδοσιακά, από έθιμο ή συνήθεια, να κλαψούριζαν για τις πολιτικές λιτότητας, αλλά επί της ουσίας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ανέχονταν ένα παντοδύναμο «σύστημα» που επέτρεπε σε όλους, ανάλογα με τη θέση και τις δυνατότητές του, να «μετέλθει των αχράντων μυστηρίων». Τις δεκαετίες του ’90 και του 2000 όλα στριφογύριζαν στον ξέφρενο ρυθμό του «λεφτά υπάρχουν».

Ιδιωτικά σχολεία, μπαλέτα, ωδεία, ιδιαίτερα, επώνυμα ρούχα, πλούσιο χαρτζιλίκι, συμπλήρωναν μιαν εικόνα οικογενειακής ανέλιξης ανεμπόδιστης και συνεχούς, με μονοκατοικίες κι ευρύχωρα διαμερίσματα, με τζιπ κι αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, με βάρκες και σκάφη αναψυχής, με διακοπές και ταξίδια, με συνήθειες και συμπεριφορές άκρατης κατανάλωσης.

Η δημοκρατία λειτουργούσε κι επειδή στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, τη διέξοδο για τη διατήρηση και την επέκταση αυτού του στρεβλού –όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων φυσικά– μοντέλου συμπεριφοράς κι ανάπτυξης, εξασφάλιζαν γενναίες δόσεις δανείων για τη χώρα, αλλά και τα νοικοκυριά. Η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, αντί να συμβάλει στην εκλογίκευση ή την ανατροπή αυτού του ανορθολογικού τρόπου διακυβέρνησης και ζωής, διερμηνεύτηκε ως παγίωση και ως ες αεί εμπέδωση και κυριαρχία αυτού του κρατικοδίαιτου και θνησιγενούς μοντέλου οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας. Η επανίδρυση του κράτους ξεχάστηκε κάπου μεταξύ απογραφής και Μπαϊρακτάρη.

Η δημοκρατία τι να έφταιξε σ’ αυτό; Τίποτα. Ούτε αυτά τα παιδιά έφταιξαν. Κι αυτή κι αυτά θύματα μιας γενιάς, που λαχτάρησε την ελευθερία γιατί τη στερήθηκε, αλλά δεν κατόρθωσε, όταν αυτή ήρθε, να την εμβαθύνει και να την στεριώσει σε δίκαιες και πλατιές βάσεις, μιας γενιάς που λαχτάρησε την άνεση, το παγωτό ή το ρούχο, γιατί σε πολλές περιπτώσεις κι αυτά τα στερήθηκε κι όταν τα βρήκε, έπεσε με τα μούτρα και δεν κατόρθωσε να εκτιμήσει την αξία και τη σημασία τους για το παρόν και προπαντός για το αύριο.

Φταίνε –λένε με περισσή ευκολία– οι οικογένειες, οι γονείς. Φταίνε, αφού έτσι το λέει ο άγραφος κώδικας της κοινωνίας. Αυτής της κοινωνίας που δεν κατόρθωσε αυτά τα παιδιά να τα κάνει οραματιστές ενός μέλλοντος ελπιδοφόρου, δίκαιου, ανθρώπινου. Αυτής της κοινωνίας που μαλώνει για τα βιβλία της Ιστορίας κι αδιαφορεί αν το εκπαιδευτικό της σύστημα παράγει απάτριδες και μετανάστες. Αυτής της κοινωνίας που ξέρει μόνο να δείχνει με το δάχτυλο ό,τι δεν είναι στα μέτρα της τάξης και τα σταθμά της ηθικής της. Αυτής της κοινωνίας που είναι έτοιμη να ψηφίσει χρυσή αυγή για ν’ απαλλαγεί απ’ τους ξένους κι όσους παρεκκλίνουν απ’ την αισθητική της. Αυτής της κοινωνίας που ανέχεται και σιωπά μπροστά στην «καλή» βία του κράτους και των μηχανισμών του κι εξοργίζεται και ξεσπά ενάντια στην «κακή» βία οποιουδήποτε μάχεται για τις ιδέες και τις αξίες του.

Αυτά τα παιδιά έσφαλαν. Πριν απ’ αυτά όμως, ο καθένας θα πρέπει να μετρήσει τα δικά του σφάλματα. Στα παραμορφωμένα πρόσωπά τους αντανακλά το παραμορφωμένο πρόσωπο της κοινωνίας. Τα παιδιά αυτά θα υποστούν τις συνέπειες των επιλογών τους. Μέχρι τότε όμως, ο καθένας θα πρέπει ν’ αναλογιστεί τις δικές του επιλογές κι ευθύνες. Τα τραύματα με τον καιρό θα επουλωθούν και τα παραμορφωμένα πρόσωπά θ’ αποκατασταθούν. Πιθανόν και τα παιδιά αυτά να μετανοιώσουν ή ν’ αλλάξουν στάση απέναντι στη ζωή και τα πράγματα.

Εμείς, οι υπόλοιποι, θα θελήσουμε άραγε μέχρι τότε, να προσπαθήσουμε από κοινού να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα; Θα θελήσουμε να σταθούμε αλληλέγγυοι και δυνατοί διπλά στο συνάνθρωπο; Θα θελήσουμε ν’ αλλάξουμε στάση απέναντι στη ζωή και τα πράγματα; Θα προλάβουμε να ‘χουμε αποκαταστήσει το παραμορφωμένο πρόσωπο της δημοκρατίας μας κοιτάζοντας με θάρρος και συναίσθηση το είδωλό μας στον καθρέφτη;

Αν ναι, είναι βέβαιο, ότι κάποια άλλα παιδιά –μπορεί να ‘ναι και τα δικά μας– ν’ αποφύγουν την οδύνη της οργής και του μίσους για τ’ αδιέξοδα που τα κυκλώνουν, τ’ άδικα που τα πληγώνουν, τα ισοπεδωτικά που τα αλλοτριώνουν και ν’ αγωνιστούν για το αύριο. Να πολεμήσουν, όχι με τη βία, όχι με όπλα, όχι με βόμβες, αλλά οπλισμένα με πείσμα και θέληση, εφοδιασμένα με ενδιαφέρον κι αισιοδοξία, θωρακισμένα με πίστη και διάθεση, γιατί η ζωή θα είναι μπροστά και το μέλλον ελκυστικό κι ελπιδοφόρο, προκλητικό και πρόσφορο για να το απαλλοτριώσουν.