Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Ο Θεός αγαπάει εμάς ή το χαβιάρι;



«Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι», οι σύγχρονοι Έλληνες αγαπάμε άραγε κάτι ή μήπως αγαπάμε και το Θεό και το χαβιάρι;

Με τη λέξη «δημοκρατία» μια λέξη μπορώ να φανταστώ άρρηκτα συνδεδεμένη και σε απόλυτη αλληλεξάρτηση, τη λέξη «σεβασμός». Αυτές οι δυο λέξεις αποτελούν, νομίζω, τους καθοριστικούς πυλώνες για τη λειτουργία της κοινωνίας και του πολιτεύματος. Δημοκρατία απ' τη μια, χωρίς σεβασμό σε αρχές, αξίες, νόμους και κανόνες, είναι μια χαοτική κατάσταση που ο καθένας μπορεί να «κάνει του κεφαλιού του» χωρίς να υπολογίζει τίποτα και σεβασμός δίχως δημοκρατία απ’ την άλλη, είναι μια αυταρχική κατάσταση καταπίεσης κι υποταγής, που το άτομα κι οι συλλογικότητες κινδυνεύουν να χαθούν κάτω από αυθεντίες και «πατερούληδες».

Στην πορεία μας προς το σήμερα, κάπου στο δρόμο –θαρρώ– τις ξεχάσαμε και τις χάσαμε και τις δυο. Δεν έχει σημασία ποια χάθηκε πρώτη ή ποια ξέφτισε δεύτερη. Σημασία έχει, κατά τη γνώμη μου, ν’ αναβαπτιστούμε το ταχύτερο ως λαός μέσα στην κολυμπήθρα της αυτογνωσίας, γιατί είναι ολισθηρός ο δρόμος προς τα πίσω, εκεί που –και χωρίς να το καταλάβεις πολλές φορές– βρίσκεσαι να ‘χεις διαβεί ένα άλλο, τραγικό κατώφλι ανάμεσα στις συμπληγάδες πια του αυταρχισμού και του φόβου.

Αποχώρησε ο Γιάννης Ραγκούσης από το ΠΑΣΟΚ, πέσανε να τον φάνε. Όσο ήτανε μέσα τον «τρώγανε» μαζί μ’ όλους τους άλλους.
Σχολιάστηκε το σχολικό βιβλίο της Στ’ Δημοτικού, δεν άρεσε σε κάποιους όρμισαν στον αρθρογράφο. Πριν μερικά χρόνια είχανε «φάει» τη Ρεπούση.

Τρωγόμαστε μεταξύ μας και τρωγόμαστε για όλα. Μύγα στο σπαθί μας δε σηκώνουμε, λυμένο συνέχεια το ζωνάρι για καυγά. Δεν αφήνουμε τίποτε να πέσει ασχολίαστο, αλλά κι ο σχολιασμός τις περισσότερες φορές είναι ύβρης, τσιτάτο, αφορισμός, κατάρα ή απειλή.

Στο όνομα της «δημοκρατίας» –που ο καθένας την ερμηνεύει και την αξιοποιεί κατά πώς τον βολεύει– καταλύεται κάθε έννοια σεβασμού στο συνάνθρωπο, ενώ στο όνομα του «σεβασμού» του δίκιου –που είναι πάντα απ’ τη μεριά που εμείς βλέπουμε τα πράγματα– καταπατάμε κάθε έννοια δημοκρατίας και δικαιώματος αντίθετης γνώμης.

Είμαστε χαρισματικοί και πεφιλημένοι, αξιαγάπητοι και ξεχωριστοί μόνο όμως όταν είμαστε μόνοι μας ή όταν το –όποιο– ακροατήριο συμφωνεί μαζί μας. Τότε μας αγαπάει ο θεός, αλλά κι ο κόσμος ολόκληρος –με το χαβιάρι του κι αυτό όλο μαζί– είναι δικός μας.

Είμαστε δύστροποι κι αγενείς, απρόσιτοι κι εριστικοί όταν μας φέρνουν αντιρρήσεις, όταν πιεζόμαστε, όταν πρέπει να πειθαρχήσουμε σε εντολές και οδηγίες για το κοινό καλό, όταν αισθανόμαστε ότι «μας πνίγει το δίκιο (μας)». Τότε «ποιος είδε το θεό και δε φοβήθηκε;» ο κόσμος να ‘ρθει –προτιμάμε– ανάποδα –με το χαβιάρι του κι αυτό όλο μαζί– παρά ν’ αλλάξουμε γνώμη, να συμβιβαστούμε, να συνεργαστούμε, να συμφωνήσουμε.

Είμαστε εδώ, λοιπόν, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι, καθένας με τη ρώτα και την πορεία του, καθένας με την άποψη και τη γνώμη του, περιμένοντας ο ένας τον άλλον να κάνει το πρώτο βήμα για να συναντηθούμε. Ένα κουβάρι περικοπές και μέτρα, αντιδράσεις και βία, συναντιώνται σε δρόμους και πλατείες για να λύσουν με λάθος τρόπο διαφορές αγεφύρωτες. Επιχειρούν να κερδίσουν το δίκιο τους μέσω του τετραγωνισμού του κύκλου, ο οποίος μάλιστα αφού είναι και φαύλος –έτσι όπως έχει καταντήσει κι ο δημόσιος βίος μας– άκρη δεν πρόκειται να βγει και μόνο «σε δουλειά θα βρισκόμαστε» κι ας χτυπάει κόκκινο η ανεργία.

Αλίμονο, αν σ’ αυτό το γαϊτανάκι της αδιαλλαξίας και της στενομυαλιάς, του κυβερνητικού αλαλούμ και της κοινωνικής αμφισβήτησης, δεν υπερισχύσει η φωνή του μέτρου και της λογικής και δεν μπει μια –άνω έστω– τελεία από τους δανειστές μας, με την ολοκλήρωση του εξουθενωτικού πήγαιν' - έλα και την καταβολή της επόμενης δόσης –ας είναι και κουτσουρεμένη. 

Σ’ αντίθετη περίπτωση, έτοιμοι είμαστε να κατρακυλήσουμε πλησίστιοι στον επόμενο φαύλο κύκλο, εκείνον της χρεοκοπίας και τότε να δούμε ποιον αγαπάει πιο πολύ ο Θεός, εμάς ή το χαβιάρι;

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Αναθεώρηση Συντάγματος, αναθεώρηση ζωής.



Όλα τ’ αντανακλαστικά κι οι ευαισθησίες μιας γενιάς που «καρφίτσωσε» στο πέτο –τιμή της και καμάρι της– τη μεταπολίτευση, ανακαλούνται και δοκιμάζονται το ένα μετά το άλλο από τα δημοσιεύματα που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Βία, καταστολή, λογοκρισία. Μέχρι το ενδεχόμενο στρατιωτικού πραξικοπήματος αναφέρθηκε στην πρόσφατη ειδησεογραφία.

Οι πενηντάρηδες, οι άνθρωποι που ευτύχισαν να ζήσουν τα ομορφότερα τριάντα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα στην πατρίδα μας, βλέπουν καθημερινά ν’ αποκαθηλώνονται και να γκρεμίζονται αξίες και παραδοχές, σταθερές και σύμβολα, που χτίστηκαν μέρα με τη μέρα, πορεία με την πορεία και νόμο με το νόμο. Όσες κόκκινες γραμμές κι αν μπαίνουν τώρα, σε μια προσπάθεια να περισωθούν έστω τα προσχήματα, δεν επαρκούν για να ανακόψουν τη φόρα των γεγονότων και το ξετύλιγμα της Ιστορίας.

Μέσα στον ορυμαγδό της οικονομικής κρίσης, δυο χρόνια τώρα, εκείνο που διαπιστώνεται είναι μια εξαντλητική αναφορά στα αίτια και τις αφορμές. Όλο το βάρος πέφτει στην αναζήτηση ευθυνών και πρωταιτίων. Υπό την πίεση της ανατροπής των δεδομένων και της ανάγκης επαναπροσδιορισμού της ζωής ολόκληρης, εύκολα εξάπτεται το θυμικό και κατασκευάζονται αποδιοπομπαίοι τράγοι. Όταν όλα γκρεμίζονται γύρω, το ξέσπασμα είναι βίαιο, αλλά συνάμα και λυτρωτικό, η οργή όμως είναι κακός σύμβουλος κι ο θυμός τυφλός οδηγός.

Αν αυτή η καθαρτήρια διαδικασία, μπορέσει να ξεσπάσει σε μιαν έκρηξη δημιουργικότητας και σημάνει την εκκίνηση της εξίσου σημαντικής διαδικασίας ανάταξης κι ανασύνταξης με γνώμονα το συμφέρον του τόπου και πυξίδα τη λογική, τότε πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες και λύσεις διεξόδου πρόσφορες να εξευρεθούν και η δοκιμαζόμενη κοινωνική συνοχή να διατηρηθεί. Για όσους επηρεάζουν την κοινή γνώμη αυτό είναι ένα στοίχημα τιμής, για όσους έχουν την ευθύνη της διακυβέρνησης είναι ένα χρέος ζωής.

Το κράτος που ψάχνουμε, που ονειρευόμαστε, που επιθυμούμε, το κράτος μετά την κρίση, δεν θα προκύψει ούτε αυτόματα, ούτε ακούραστα, ούτε –πολύ περισσότερο– απροσδόκητα. Θ’ αποτελέσει προϊόν συγκρούσεων, αλλά κι αποτέλεσμα της συλλογικής μας βούλησης ν’ αλλάξουμε, να μεταβούμε σ’ ένα διαφορετικό πρότυπο οργάνωσης και λειτουργίας χωρίς αποκλεισμούς και διαχωριστικές κόκκινες γραμμές. Θα ενσωματώνει τις αντιθέσεις μας, αλλά και θα πραγματώνει τη συλλογική μας απόφαση να βαδίσουμε ενωμένοι μπροστά, διατηρώντας ταυτόχρονα χωρίς προκαταλήψεις κι αγκυλώσεις χαρακτηριστικά και ήθη που τιμούν το λαό κι αναδεικνύουν την ιστορική του συνέχεια.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι πανάκια, αλλά είναι η βάση για να προσδιορίζει την πορεία της στο χρόνο κάθε συντεταγμένη πολιτεία. Οι συνέπειες της αναθεώρησης του 1975,  αλλά και του 1985, έχουν αποτυπωθεί ιστορικά. Τις επιπτώσεις της επιπόλαιας, επικοινωνιακής κι επιδερμικής αναθεώρησης του 2001 τις βιώνουμε στις μέρες μας. Σήμερα, νομίζουμε ότι αρχή και τέλος για την εθνική μας κυριαρχία είναι οι όροι του μνημονίου και των δανειακών συμβάσεων, παραβλέποντας ότι κατά το σύνταγμα ο λαός είναι η βάση του πολιτεύματος κι απ’ αυτόν πηγάζουν όλες οι εξουσίες.

Ο λαός που δεν οχλοκρατείται και δεν αφιονίζεται για να στήσει μόνο κρεμάλες, ικριώματα, λαϊκά δικαστήρια κι έκτακτα στρατοδικεία, αλλά συνέρχεται και προτείνει, συναθροίζεται και διεκδικεί, συμμετέχει, ψηφίζει, εκλέγει και ελέγχει. Αυτόν τον οργανωμένο δημοκρατικά λαό θ’ αφορά η αναθεώρηση του συντάγματος κι αυτού του λαού την κρατική οργάνωση θα ρυθμίζει.

Αυτή μπορεί να είναι κι η ύστατη απόπειρα της γενιάς που «καρφίτσωσε» στο πέτο τη μεταπολίτευση, για ν’ αποκαταστήσει την ιστορική συνέχεια και να οριοθετήσει με θεσμικό τρόπο το οριστικό –επιτέλους– τέλος της. Για να σταματήσουν οι Κασσάνδρες και τα λόμπι να οργανώνουν την ατζέντα της επικαιρότητας και να έρθει στο επίκεντρο η πολιτική, εκτοπίζοντας τις διαρροές, τις φήμες, το κουτσομπολιό και την παραπολιτική.

Ανοίγοντας αυτή τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, όπως θεσμικά προβλέπεται, διττός μπορεί να είναι ο στόχος, πρώτα για ν’ ανοίξει διάπλατα κι ισότιμα τις πύλες της συμμετοχής και του διαλόγου σ’ όποιους θέλουν να συμβάλλουν στην αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος κι έπειτα για να παραδώσει στους νέους και τους νεότερους τη σκυτάλη και τον πρώτο λόγο να χαράξουν τον πολιτειακό χάρτη για το νέο κράτος, τα νέα κοινωνικά δικαιώματα, τις νέες εθνικές επιδιώξεις. 

Αυτή η συζήτηση μπορεί να δώσει την αναγκαία ώθηση να ξεκολλήσει η χώρα από το τέλμα, το σκοτάδι και το αδιέξοδο. Αυτή η αναζήτηση θ’ αναλάβει και θα συμβάλει στο ν’ αναδειχθούν διαλεκτικά τα αιτήματα, οι τάσεις, τα οράματα, τα κόμματα, οι ηγέτες. Άλλως τα φαντάσματα κι οι εφιάλτες του παρελθόντος θα εξακολουθήσουν να νεκρανασταίνονται κατά περίπτωση και να τρομοκρατούν αδιακρίτως, δηλητηριάζοντας κι εξουθενώνοντας την κοινωνία μας και συντηρώντας, ταυτόχρονα, το φυλλορρόημα και τον εκφυλισμό της τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας (έστω κι αν κάποιοι συνήθως υποστηρίζουν, ότι «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα»…)