Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα 2011: Τα δήθεν Χριστούγεννα



Αισθητά λιγότερα είναι φέτος τα σπίτια που έχουν στολίσει τα μπαλκόνια τους με την ευκαιρία των γιορτών. Να οφείλεται άραγε στην οικονομική κατάσταση και στο γενικευμένο κλίμα απογοήτευσης κι απαισιοδοξίας ή μήπως στο ότι ξαφνικά φέτος τα παιδιά μεγάλωσαν απότομα και δεν έχουν το ίδιο ενδιαφέρον για στολισμούς και παιχνίδια;

Όποια κι αν είναι η αιτία, οι γιορτές έφτασαν κι ετοιμαζόμαστε να τις περάσουμε σχεδόν με «σβηστές μηχανές». Θαρρείς κι η πραγματικότητα κι η ζωή καθορίζονται αποκλειστικά και μόνο από ποσοτικά μεγέθη, οικονομικούς όρους και χρηματικά διαθέσιμα.

Ασφαλώς όλα έχουν την τιμή, το μέτρο και το κόστος τους σ’ αυτόν τον κόσμο. Σίγουρα το επίπεδο διαβίωσης διαμορφώνεται αποφασιστικά από την οικονομική κατάσταση. Βεβαίως η βίαιη μεταβολή των κοινωνικών συνθηκών επηρεάζουν καταλυτικά την καθημερινότητα και τη ζωή μας.

Το πόσο ψηλά θα τοποθετηθεί ο πήχης του κοινωνικού status ή το πόσο θ’ αποτιμηθεί η αξία της ποιότητας ζωής είναι σε άμεση συνάφεια με τις συνθήκες και τα πρότυπα που κυριαρχούν, της διάχυτης κουλτούρας δηλαδή, οι οποίες όμως καθορίζονται εν πολλοίς από τον προσανατολισμό και τις κατευθύνσεις των αποφάσεων που λαμβάνονται στο πολιτικό πεδίο.

Η παιδεία, η υγεία, η εργασία, η ασφάλιση, ο μισθός, η σύνταξη, αλλά κι η αντιπροσώπευση, η συμμετοχή, η αποχή, η απεργία, η διαδήλωση, συνιστούν εκφάνσεις του πολιτικού γίγνεσθαι που αντανακλούν το επίπεδο ωριμότητας κι ανάπτυξης ενός λαού και δημιουργούν επιπτώσεις στο σύνολο  της κοινωνίας, οι οποίες αφομοιώνονται με τη σειρά τους σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες που την χαρακτηρίζουν.

Απέναντι σ’ αυτούς τους παράγοντες, που έχουν προδιαγράψει το περίγραμμα και το εξωτερικό περιβάλλον στην πορεία προς τη φετινή γιορταστική περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, υπάρχει η δυνατότητα να διαμορφώσουμε μιαν ατμόσφαιρα γιορταστική και χαρούμενη και να νιώσουμε ζεστασιά κι ανθρωπιά, αρκεί να συναισθανθούμε, ότι κυρίαρχο αίτημα των ημερών διαχρονικά δεν είναι μόνο η κάθε λογής και με κάθε τρόπο κατανάλωση, αλλά κι η εσωτερική αναζήτηση κι η διαπροσωπική επικοινωνία και συνάντηση.

Αν συνειδητοποιήσουμε πόσο υπερτιμημένα είναι στο ατομικό μας θησαυροφυλάκιο και στη συλλογική μας συνείδηση η επίδειξη, το ιδιοτελές, το δήθεν, πιθανόν ν’ αμβλυνθεί μέσα μας το συναίσθημα της πίκρας, της αδικίας και της απογοήτευσης. Ίσως κοιτάζοντας κατάματα τον εαυτό μας στον καθρέφτη, αντιληφθούμε ότι το σκάσιμο αυτής της φούσκας δεν οδηγεί στο τέλος του κόσμου, αλλά στο τέλος ενός κόσμου εικονικού, στο τέλος των ψευδαισθήσεων, των ψευδεπίγραφων, των ψευδοπροφητών.
    
    Λιγότερα λαμπιόνια στα μπαλκόνια φέτος. Ε, και; Η χαρά κι η λάμψη των ημερών δεν μετριέται με το πόσα μέτρα φωτάκια έχουν ζώσει το σπιτικό μας. Ας αφήσουμε να μας ζώσει η αγωνία της συνάντησης και της επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους, με τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Ας απελευθερωθούμε απ’ τα «φίδια» που ζώνουν δηλητηριάζοντας την καθημερινότητά μας και τις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

Αυτά τα Χριστούγεννα είναι σίγουρα διαφορετικά για όλους μας, μπορούμε να τους δώσουμε όμως ένα ξεχωριστό νόημα, μιαν διαφορετική λάμψη. Η αλληλεγγύη, η συμπαράσταση, η συλλογικότητα έχουν τη δύναμη να μας οδηγήσουν να ζήσουμε αυτές τις γιορτές με αληθινά γιορτινή διάθεση κι ανθρωπιά, μιαν πρωτόγνωρη ανθρωπιά που θα κάνει όλα τα προηγούμενα Χριστούγεννα να μοιάζουν δήθεν.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Ε.Ρ.Τ.: Κι όμως λείπει...



Δεν γνωρίζω αν ανήκετε στην κατηγορία εκείνων που αντιμετωπίζουν με αδιαφορία τη συνεχιζόμενη απεργία στη δημόσια τηλεόραση και δεν τους λείπουν καθόλου οι εκπομπές της.

Δεν γνωρίζω πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση, ούτε και λεπτομέρειες για τις σχεδιαζόμενες αλλαγές.

Από την πλευρά του τηλεθεατή όμως γνωρίζω, ότι ακόμα και τώρα που το πρόγραμμα γεμίζει όπως-όπως με επαναλήψεις κι οι ενημερωτικές εκπομπές αποτελούν «είδηση», τα κρατικά –λεγόμενα– κανάλια εξακολουθούν ν’ αποτελούν το σταθερό σημείο αναζήτησης τις ώρες της καθημερινής χαλάρωσης.

Ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα, που η κρίση πλήττει τις ανθρώπινες δραστηριότητες κι οι «μπίζνες» γίνονται δύσκολα και κοπιαστικά, την ώρα που η «φτώχια» αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό στον θαυμαστό κόσμο των ΜΜΕ –μίντια κατά το κοινώς λεγόμενο–, η έλλειψη της «φωνής» των δημόσιων μέσων ενημέρωσης τον φτωχαίνει ακόμα περισσότερο. Είναι χαρακτηριστικό, ότι και μ’ αυτό το κονσερβοποιημένο πρόγραμμα που εκπέμπουν, τα κρατικά κανάλια στέκονται μπροστά στα μάτια μου το ίδιο ενδιαφέροντα κι ελκυστικά.

Τώρα που ο κόσμος αναζητά όλο και περισσότερο την ψυχαγωγία μέσα στο σπίτι, ο ρόλος των μέσων επικοινωνίας είναι εξαιρετικά σημαντικός και χρήσιμος και κατά συνέπεια ιδιαίτερα καθοριστικός. Γι’ αυτό κι η παρουσία των δημόσιων μέσων επικοινωνίας καθίσταται περισσότερο αναγκαία και κρίσιμη, εφόσον η προβολή κι η προσέγγιση της πραγματικότητας μέσα από τη διαφορετική, μη εμπορευματοποιημένη, ματιά κι αντίληψη, δημιουργούν αποτελεσματικό αντίβαρο και έρμα στην εξελισσόμενη διαδικασία της κοινωνικής απαξίωσης και καταβύθισης, αλλά και της μαζικής απογοήτευσης και μελαγχολίας.

Πέρα απ’ αυτό, η «σιωπή» αυτή έχει επιπτώσεις κι έξω απ’ τα στενά, επαρχιώτικα σύνορά μας. Κοστίζει σ’ εκατομμύρια συμπατριώτες μας απ’ άκρου σ’ άκρο της υφηλίου, επιτείνοντας το συναίσθημα της εγκατάλειψης και της απομόνωσης, αλλά και της απογοήτευσης και της πίκρας για τις δύσκολες ώρες που περνάει η πατρίδα τους.

Με την ευκαιρία, λοιπόν, αυτής της απεργίας, πριν βιαστούμε να ρίξουμε τον λίθο του αναθέματος –για άλλην μια φορά– σ’ ό,τι είναι δημόσιο και κοινό, σε ό,τι είναι δημόσια περιουσία και πλούτος, ας αναλογιστούμε με ποιον τρόπο είναι δυνατόν ν’ αντιμετωπίσουμε τον νευραλγικό αυτόν τομέα με υπευθυνότητα, νηφαλιότητα κι ευαισθησία.

Ας αναζητήσουμε τρόπους που θα αντιμετωπίζουν τα προβλήματα και τις δυσλειτουργίες που όντως υπάρχουν και χρονίζουν, όχι όμως με αποκλειστικό κριτήριο το κόστος-ωφέλεια, όχι με οριζόντιες ρυθμίσεις τύπου «Προκρούστη», αλλά αξιολογώντας παράλληλα και την κοινωνική τους χρησιμότητα και την εθνική τους αναγκαιότητα.

Η δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση αποτελούσαν για χρόνια μέρος των «λαφύρων» της εκάστοτε κυβέρνησης, όμως στις παρούσες οικονομικές συνθήκες και με δεδομένη την ανάγκη αλλαγής αυτού του μοντέλου λειτουργίας του κράτους στο σύνολό του, είναι απαραίτητο να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να αναπροσαρμοστεί και να εκλογικευθεί το καθεστώς οργάνωσης και λειτουργίας τους και ν’ αφεθούν πλέον απερίσπαστα να υπηρετήσουν το δημόσιο αγαθό της ενημέρωσης εξυπηρετώντας ταυτόχρονα το δημόσιο συμφέρον και τον εθνικό τους ρόλο.