Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΝΓΚΟΥΒΕΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΝΓΚΟΥΒΕΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Χριστούγεννα στο Βανκούβερ.


Ποιος να ‘ναι πιο κοντά, τα Χριστούγεννα, οι Δημοτικές ή το Βανκούβερ; Γίνονται οι αποστάσεις κάποιες φορές μέσ’ τα μυαλά μαλλιά κουβάρια. Γίνονται κι οι καταστάσεις μέσ’ στη ζωή τόσο περίπλοκες. Στη βάση τους τα πράγματα είναι απλά, η ζημιά γίνεται μόλις μπει στη μέση το συναίσθημα. Η καρδιά κουμαντάρει όσα το μυαλό πασχίζει να ξεδιαλύνει. Είναι να μην πάρει μπροστά, γιατί έτσι και σταματήσει, ούτε μυαλό, ούτε συναίσθημα, ούτε Χριστούγεννα, ούτε Δημοτικές. Για το Βανκούβερ; ‘Ασε, ούτε λόγος. 

Χρειάζομαι σίγουρα έναν χάρτη για να βάλω σε μια σειρά τις σκέψεις τούτη την ώρα. Μόνο δεν ξέρω αν αυτός πρέπει να είναι γεωφυσικός ή ανθρωπολογικός. Οι χάρτες έχουν μια τέτοια τάξη στις πληροφορίες που περιέχουν, μια σειρά στα όρη και τις πεδιάδες, στις στεριές και τις θάλασσες. Στις θάλασσες εκεί γεννήθηκε –λένε– η ζωή, εκεί πέρασες τη μισή κι απ’ τη δική σου. Το λοιπόν –που λες συχνά και ‘συ– μάλλον ανθρωπολογικό με βλέπω να γυρεύω. Τι να τον κάνουμε τούτη την ώρα τον γεωφυσικό, αφού και το Βανκούβερ ξέρουμε πού πέφτει και περισσότερο πόσα μερόνυχτα σε κάποιο ντόκο με συντροφιά επίμονη κάποια σεντίνα είχαν περάσει. 

Ίσως με το φεγγάρι να μιλούσες, ίσως με κάποιο γλάρο ένα μήνυμα να ‘χες στείλει. Μπορεί και να ‘χες βλαστημήσει –τι μπορεί, αυτό είναι το μόνο σίγουρο– και την «κηδεία» κάποιου έμβολου ή κάποιας ντιζελομηχανής να είχες γαμήσει. Πόσες βάρδιες μου μέτραγες ‘κείνα τα πρώτα χρόνια που ‘χες ξεμπαρκάρει. Κι αργότερα, χρόνια αρκετά, ύστερα από γιορταστικά Χριστουγεννιάτικα τραπέζια, πάνω στους καναπέδες αραχτοί, τι ιστορίες και ταξίδια με έπαιρνες παρέα. Βαριόμουνα, δε λέω, κάποιες φορές με δυσκολία κρατούσα το κεφάλι να μη γύρει, αλλά ήταν τόσος ο οίστρος κι η ένταση της περιγραφής σου, που στο Βανκούβερ με το ζόρι ξύπνιο με κρατούσαν. 

Λίγες φορές –συνήθως καλοκαίρια– εκεί στην πάνω βεράντα σου στη Χίο δυο-τρεις παρτίδες το πολύ να ‘χαμε παίξει. Το τάβλι βλέπεις το ‘χες μάθει στην Περσία –όπως περήφανα καμάρωνες στους γύρω– κι εγώ με δυσκολία μόλις παρακολουθούσα τον τρόπο που τις πόρτες τις σκαρώνεις, όταν με άλλους κι ιδίως με τον κυρ-Αλέκο έπαιζες ώρες και ώρες κάτω από τα πεύκα. Μια οι φωνές και μια τα πετραδάκια, στο μέτρημα μην τύχει και χαθείτε. Χανότανε πολλές φορές το μέτρο και με φωνές σας καλούσαν οι κυράδες στο τραπέζι. Μάστορας, δεινός, αλλά πολλές διπλές, είχες βρε θείε, κρυμμένες μες στα ζάρια. Στο μάζεμα, στο άπλωμα. Αυτός ήταν ο φόβος ο δικός μου, γιατί ενώ εσύ μιλούσες με τα ζάρια, εγώ μαζί τους δεν είχα ούτε καλημέρα. 

Τα χρόνια φέραν μέρες δύσκολες και νύχτες αξημέρωτες. Μα, αν και μηχανικός, σαν καπετάνιος τους ξηγιώσουν. Μ’ όλα τα λάθη ή τις αστοχίες που ένας άνθρωπος μπορεί να διαπράξει, είχες το τάλαντο, τον τρόπο να τα σιάξεις. Να τα ταιριάξεις με τον τρόπο το δικό σου και να τα βάλεις στη σειρά και σε μια τάξη. Πέρασες άλλωστε τόσες θάλασσες του κόσμου και τόσα ξένα κύματα, που η αλμύρα της ζωής περίσσια νοστιμιά έλεγες πως προσθέτει. Περπατησιά σπαθάτη, σταθερή, στήθος, κορμί λεβέντη. Πάνω σε πόσα καταστρώματα την είχες, άλλωστε, εξασκήσει, πόσες φουρτούνες από πάνω είχες περάσει και πόσα μποφόρια κουβαλούσες στα πνευμόνια. 

Ελπίζω κι εύχομαι, αυτοί οι αέρηδες, ΄να ‘χουν ακόμα κάτι από ‘κείνη την αρμύρα κάτι απ’ το άρωμα της θάλασσας να θυμίζουν, τώρα που οι ανάσες σου μηχανικά κρατάνε το ρυθμό τους. Βαθειά εκεί που είσαι βυθισμένος να αρμενίζεις στου Βανκούβερ το λιμάνι και να θυμάσαι ιστορίες μ’ άλλους Χιώτες και καπετάνιους που ‘καναν του κεφαλιού τους και ναύτες που δεν είχαν στο Θεό τους. Ποιος ναυτικός έχει άραγε το Θεό του; Όλοι τον ‘Αη Νικόλα προσκυνάνε. Δεν ξέρω, μα δεν έχει και τόση σημασία, ποιος άγιος απόψε εφημερεύει. Να ‘ναι μονάχα εκεί παρακαλάω, κάπου κοντά σου, δίπλα στην καταστολή σου κουράγιο να σου δίνει να γυρίσεις. Να γεννηθείς ξανά σαν βρέφος μέσ’ στη φάτνη. Να έρθεις, γιατί κι οι εκλογές στο Δήμο δεν θα γίνουν, αν δεν δηλώσεις κι εσύ με κάποιον τρόπο τη συμμετοχή σου. Έχει κι ο Γιώργος τη συγκέντρωση όπου να ‘ναι κι ευχάριστα νέα θέλω να του κρατάω. 

Βάλε, λοιπόν, προς το παρόν τα δυνατά σου για να ‘ρθει η ώρα και τα καλά σου για να βάλεις, μαζί να βγούμε στα EVEREST, στο Χελιδόνι ή όπου αλλού ο αγώνας επιτάσσει, ψήφους να βρούμε γιατί ο καιρός περνάει. Μπορεί στο Χαλάνδρι τα πράγματα να ‘ναι μπερδεμένα –Δήμος κι αυτός, βρε θείε, να σου πετύχει– αλλά ποιος είναι ο πιο κατάλληλος για να τα ξεμπερδέψει, αν εσύ αρχίσεις να μην είσαι σε ολομέλειες, μαζώξεις ή συνελεύσεις; Ποιος λόγο θα βρει με θάρρος για να πάρει κι από το βήμα όλους να τους κατακεραυνώσει; 

Κατακεραύνωσε κι όσες απόψε δυσκολίες βρεις στο διάβα κι ολοταχώς βρες ένα καράβι γερός και δυνατός για να γυρίσεις. Δεν έχει σημασία αν το ΕΛΛΗΝΙΣ θα είναι ή το ΝΗΣΟΣ ΧΙΟΣ, μόνο αυτό, μόνο αυτό να ξέρεις πως παρακαλάω, από ‘κει που ‘σαι, κάποιο καράβι να υπάρχει, εδώ κοντά μας πάλι να σε φέρει.

Καλά Χριστούγεννα με υγεία και χαρά για όλους!

Photo: 8ο Δημ. Σχολείο Κορυδαλλού