«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι». Δεν πιστεύω να πιστεύεις ότι είσαι ένας απ’ αυτούς. Ούτε μακάριος είσαι με τόση δυστυχία και μιζέρια που σε περιβάλει, ούτε –πολύ περισσότερο– ανόητος και χαζός για να μην καταλαβαίνεις, ότι γι’ αυτό που ζεις υπεύθυνοι είναι κόμματα, κυβερνήσεις, ευρώ, Γερμανοί, ΔΝΤ και τρόικα.
Ξέρεις πολύ καλά –το έχεις καταλάβει ήδη από το πρώτο μνημόνιο– ποιοι είναι όλοι αυτοί οι «πτωχοί τω πνεύματι», που ζουν άνετα και πλουσιοπάροχα κι απεργάζονται τρόπους για να γίνουν πλουσιότεροι σε βάρος σου. Αντιλαμβάνεσαι πώς κάθε απόφαση των «μακάριων» και κάθε τους πρωτοβουλία, δεν έχει κανέναν άλλο σκοπό και κανένα άλλο στόχο εκτός από εσένα, τη βολή σου και τη ζωή σου. Με ακράδαντη την πεποίθηση, ότι έχεις το δίκιο με το μέρος σου και το μόνο που ίσως θες, είναι αυτό το δίκιο να το κάνεις θηλιά και να κρεμάσεις και τους μακάριους και τους ανόητους.
Παραμερίζοντας κάποιες φορές την οχλοβοή από «κατακτητές», «προδότες», «Γερμανοτσολιάδες» και «δοσίλογους», παραβλέποντας για λίγο «χούντες», ψεκασμούς, αγανακτισμένους και φασίστες, αναρωτιέμαι ποια θα ήταν η πορεία κι η εξέλιξη της ζωής του καθενός μας, αλλά και της χώρας συνολικά, αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά που συνέβησαν τα τελευταία τρία χρόνια, αν δεν είχαμε χρεοκοπήσει. Αν δεν ήμασταν υπό επιτήρηση και με μνημόνια κι αν δεν είχαμε υποστεί το σοκ της ασφυκτικής δημοσιονομικής προσαρμογής, των φόρων και της δραματικής συρρίκνωσης των εισοδημάτων. Πώς θα ήταν άραγε η κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα, καλύτερη, η ίδια ή χειρότερη;
Μη βιαστείς ν’ απαντήσεις. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου ως πολίτη, καταγγελίες για προϋπολογισμούς λιτότητας θυμάμαι, καταγγελίες για συντάξεις πείνας θυμάμαι, καταγγελίες για άδικο φορολογικό σύστημα θυμάμαι, καταγγελίες για αυταρχικό κι ανάλγητο κράτος θυμάμαι, τηλεοπτική απόγνωση και καταγγελίες για την πολιτεία που δεν βγάζει έγκαιρα τα νερά απ’ το αυθαίρετο στο ρέμα θυμάμαι, αλλά θυμάμαι επίσης στημένους αγώνες και στημένους στις ουρές, φακελάκια και λαδώματα, «μέσα», «κουμπάρους» και «κολλητούς», παραπαιδεία και πτυχία χωρίς αντίκρισμα, τον δημοτικό υπάλληλο να κουρεύει από τις 10 το γκαζόν στη διπλανή μεζονέτα και τον απέναντι που βγήκε στη σύνταξη στα 45. Όλοι τα θυμόμαστε, είναι το πρόσφατο παρελθόν μας, η Ιστορία μας. Αυτή είναι η Ιστορία που γράφτηκε επί των ημερών μας.
Όλοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αισθανόμαστε, ότι αυτό που ζούμε σήμερα δεν μας ικανοποιεί, ούτε μας αξίζει. Αν είχαμε, λοιπόν, τη δυνατότητα με κάποιον μαγικό τρόπο να γυρίσουμε το χρόνο πίσω. Αν βρισκόμασταν αίφνης μ’ ένα χρονολόγιο στο χέρι και με μια ευκαιρία ακόμα να ξαναξεκινήσουμε σαν χώρα και σαν Έλληνες, από πού θα θέλαμε ν’ αρχίσουμε, από ποιαν, άραγε, χρονολογία; Από το 2009, το 2004, το 1981 ή το 1974; Από το 1967 ή το 1961, το 1949 ή το 1940; Από το 1910, το 1897, το 1833 ή το 1821; Από το 1453 ή από το 1204; Από τη Σταύρωση ή την Ανάσταση; Από την εποχή του Περικλέους ή των παγετώνων; Από τον Κατακλυσμό ή τη δημιουργία του σύμπαντος;
Ποιο θα συμφωνούσαμε, ότι είναι το καταλληλότερο νέο σημείο εκκίνησης της χώρας μας; Χμ… Κομματάκι δύσκολο μου ακούγεται. Είναι δύσκολο, γιατί είναι τόσα πολλά εκείνα που χρειάζονται ν’ αλλάξουν, να τροποποιηθούν, ν’ αντικατασταθούν κι είναι τόσο αλληλένδετα κι αλληλοεξαρτώμενα, εκτείνονται τόσο πίσω, που απ’ όποια στιγμή κι αν ξεκινήσεις, πάντα θα υπάρχει κάποιο προηγούμενο, που θα σε εμποδίζει, θα σε προβληματίζει, θα σου δημιουργεί εμπόδια. Είναι δύσκολο γιατί πρέπει να τα κάνεις όλα μαζί, εδώ και τώρα.
Επειδή, όμως –όπως προείπαμε– μπορεί να μην είμαστε μακάριοι, αλλά δεν είμαστε επ’ ουδενί και «πτωχοί τω πνεύματι», την κρίσιμη ώρα της απόφασης, την ώρα της ρήξης με το παρελθόν και τον κακό εαυτό μας, αντί να βάλουμε στόχους για τη χώρα στοχοποιηθήκαμε μεταξύ μας, αντί να διορθώσουμε τα λάθη μας βαλθήκαμε να τα επαναλάβουμε με πιο μεγάλη ένταση, αντί να φύγουμε μπροστά στο μέλλον γυρίσαμε πίσω στο πιο σκοτεινό παρελθόν. Σ’ αυτό το πισωγύρισμα, τα έχουμε μπλέξει κι έχουμε μπλεχτεί σε απίστευτο βαθμό. Κάποιοι θέλουν να μας γυρίσουν στο 2009, άλλοι πίσω στη Μεταπολίτευση του ‘74, κάποιοι νοσταλγούν τη χούντα –δίχως να διευκρινίζουν αν προτιμούν του Παπαδόπουλου ή του Μεταξά–, άλλοι πάλι αναπολούν την εποχή του αντάρτικου και των κυβερνήσεων του βουνού. Υπάρχουν, βέβαια, –για να μην τους ξεχάσω– κι οι σύγχρονοι λάτρεις της άμεσης δημοκρατίας, όπως στην αρχαία Αθήνα.
Ως δια μαγείας, ξεχάσαμε και παραμερίσαμε την Ιστορία μας, όλα αυτά που μόλις πριν λίγο ζούσαμε, δημιουργούσαμε ή αποστρεφόμασταν και μακάριοι περιμένουμε να αποκατασταθούν ή ν' αλλάξουν ως δια μαγείας. Καθένας επινοεί και καταφεύγει στο δικό του παρελθόν, στο δικό του σενάριο, στη δική του ανάγνωση της Ιστορίας, στη δική του αφετηρία. Στη σύγχρονη Ελληνική Βαβέλ, που δημιουργήσαμε κι είμαστε εγκλωβισμένοι, εκεί που όλοι τα ξέρουν όλα, γιατί –προς Θεού– δεν είναι «πτωχοί τω πνεύματι», καθένας έχει και μια πρόχειρη λύση στην τσέπη και μια διαθέσιμη αφετηρία για ν’ αρχίσει η ανόρθωση κι η σωτηρία της χώρας. Προσπερνάμε όλες τις στάσεις, όλες τις ευκαιρίες, αναζητάμε διαρκώς μια νέα αφετηρία προκειμένου να μην παραδεχτούμε ότι η αφετηρία είναι τώρα, η κάθε μέρα που έρχεται.
Το δυστύχημα είναι, ότι απ’ όπου κι αν το πιάσουμε, είτε μηρυκάζοντας μακαριότητες και μαγκιές κυβερνητικού τύπου περί success story και διανομές πλεονασμάτων, είτε πιπιλώντας αντιπολιτευτικές μακαριότητες και τσαμπουκάδες περί αντιμνημονιακών ανατροπών, το μήνυμα κι η μακαριότητα που εκπέμπουμε για κατανάλωση και ψηφοθηρία στο εσωτερικό, αντιλαλούν κι αναπαράγονται στο εξωτερικό. Με τις διαδοχικές παλινωδίες, τα μικροκομματικά τερτίπια και τις κάθε τρεις και λίγο αντιφατικές δηλώσεις και τις σε κάθε ευκαιρία κοκορομαχίες κι ασχήμιες –όπως αυτές στη Βουλή– το μόνο που δίνουμε να καταλάβει απ’ άκρη σ’ άκρη όλη η οικουμένη, είναι ότι οι Έλληνες είναι όντως φτωχοί, πάμπτωχοι, όχι όμως σε μετρητά, ομόλογα, ακίνητα και καταθέσεις στις τράπεζες και τα ταμιευτήρια, αλλά σε σύμπνοια, ομοψυχία, διάθεση κι ενδιαφέρον για το μέλλον και τη σωτηρία της πατρίδα τους. Κάθε άλλο, παρά αυτό που είμαστε και που μπορούμε, επικοινωνούμε και «τρωγόμαστε» μεταξύ μας και μ’ όλο τον κόσμο.
Αυτό το διάστημα –ίσως κι αυτό να το ‘χεις καταλάβει– ταλαντευόμαστε σε μια διελκυστίνδα, σ’ έναν νέο φαύλο κύκλο. Πριν, λοιπόν, αποφασίσουμε, όλοι εμείς οι πνευματώδεις κι έξυπνοι αυτού του πλανήτη, οι υποψιασμένοι κι οι μάγκες, για το από πού θα ξεκινήσει η σωτηρία μας, επιβάλλεται να συνεννοηθούμε μεταξύ μας και να καταστρώσουμε ένα πλάνο πρώτα, ένα σχέδιο, για το πώς την εννοούμε αυτή τη σωτηρία ή αν –στο κάτω-κάτω– θέλουμε πραγματικά να σωθούμε, βρε αδερφέ.
Έτσι όπως το πάμε, μάλλον τον ξαφνικό θάνατο φαίνεται πως γυρεύουμε Χριστουγεννιάτικα, παρά τη μακαριότητα και την ελπίδα της ανάστασης, έστω και μετά το Πάσχα.
