Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Νομίζοντας ότι τα ξέρουμε όλα.

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι». Δεν πιστεύω να πιστεύεις ότι είσαι ένας απ’ αυτούς. Ούτε μακάριος είσαι με τόση δυστυχία και μιζέρια που σε περιβάλει, ούτε –πολύ περισσότερο– ανόητος και χαζός για να μην καταλαβαίνεις, ότι γι’ αυτό που ζεις υπεύθυνοι είναι κόμματα, κυβερνήσεις, ευρώ, Γερμανοί, ΔΝΤ και τρόικα.

Ξέρεις πολύ καλά –το έχεις καταλάβει ήδη από το πρώτο μνημόνιο– ποιοι είναι όλοι αυτοί οι «πτωχοί τω πνεύματι», που ζουν άνετα και πλουσιοπάροχα κι απεργάζονται τρόπους για να γίνουν πλουσιότεροι σε βάρος σου. Αντιλαμβάνεσαι πώς κάθε απόφαση των «μακάριων» και κάθε τους πρωτοβουλία, δεν έχει κανέναν άλλο σκοπό και κανένα άλλο στόχο εκτός από εσένα, τη βολή σου και τη ζωή σου. Με ακράδαντη την πεποίθηση, ότι έχεις το δίκιο με το μέρος σου και το μόνο που ίσως θες, είναι αυτό το δίκιο να το κάνεις θηλιά και να κρεμάσεις και τους μακάριους και τους ανόητους.

Παραμερίζοντας κάποιες φορές την οχλοβοή από «κατακτητές», «προδότες», «Γερμανοτσολιάδες» και «δοσίλογους», παραβλέποντας για λίγο «χούντες», ψεκασμούς, αγανακτισμένους και φασίστες, αναρωτιέμαι ποια θα ήταν η πορεία κι η εξέλιξη της ζωής του καθενός μας, αλλά και της χώρας συνολικά, αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά που συνέβησαν τα τελευταία τρία χρόνια, αν δεν είχαμε χρεοκοπήσει. Αν δεν ήμασταν υπό επιτήρηση και με μνημόνια κι αν δεν είχαμε υποστεί το σοκ της ασφυκτικής δημοσιονομικής προσαρμογής, των φόρων και της δραματικής συρρίκνωσης των εισοδημάτων. Πώς θα ήταν άραγε η κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα, καλύτερη, η ίδια ή χειρότερη;

Μη βιαστείς ν’ απαντήσεις. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου ως πολίτη, καταγγελίες για προϋπολογισμούς λιτότητας θυμάμαι, καταγγελίες για συντάξεις πείνας θυμάμαι, καταγγελίες για άδικο φορολογικό σύστημα θυμάμαι, καταγγελίες για αυταρχικό κι ανάλγητο κράτος θυμάμαι, τηλεοπτική απόγνωση και καταγγελίες για την πολιτεία που δεν βγάζει έγκαιρα τα νερά απ’ το αυθαίρετο στο ρέμα θυμάμαι, αλλά θυμάμαι επίσης στημένους αγώνες και στημένους στις ουρές, φακελάκια και λαδώματα, «μέσα», «κουμπάρους» και «κολλητούς», παραπαιδεία και πτυχία χωρίς αντίκρισμα, τον δημοτικό υπάλληλο να κουρεύει από τις 10 το γκαζόν στη διπλανή μεζονέτα και τον απέναντι που βγήκε στη σύνταξη στα 45. Όλοι τα θυμόμαστε, είναι το πρόσφατο παρελθόν μας, η Ιστορία μας. Αυτή είναι η Ιστορία που γράφτηκε επί των ημερών μας.

Όλοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αισθανόμαστε, ότι αυτό που ζούμε σήμερα δεν μας ικανοποιεί, ούτε μας αξίζει. Αν είχαμε, λοιπόν, τη δυνατότητα με κάποιον μαγικό τρόπο να γυρίσουμε το χρόνο πίσω. Αν βρισκόμασταν αίφνης μ’ ένα χρονολόγιο στο χέρι και με μια ευκαιρία ακόμα να ξαναξεκινήσουμε σαν χώρα και σαν Έλληνες, από πού θα θέλαμε ν’ αρχίσουμε, από ποιαν, άραγε, χρονολογία; Από το 2009, το 2004, το 1981 ή το 1974; Από το 1967 ή το 1961, το 1949 ή το 1940; Από το 1910, το 1897, το 1833 ή το 1821; Από το 1453 ή από το 1204; Από τη Σταύρωση ή την Ανάσταση; Από την εποχή του Περικλέους ή των παγετώνων; Από τον Κατακλυσμό ή τη δημιουργία του σύμπαντος;

Ποιο θα συμφωνούσαμε, ότι είναι το καταλληλότερο νέο σημείο εκκίνησης της χώρας μας; Χμ… Κομματάκι δύσκολο μου ακούγεται. Είναι δύσκολο, γιατί είναι τόσα πολλά εκείνα που χρειάζονται ν’ αλλάξουν, να τροποποιηθούν, ν’ αντικατασταθούν κι είναι τόσο αλληλένδετα κι αλληλοεξαρτώμενα, εκτείνονται τόσο πίσω, που απ’ όποια στιγμή κι αν ξεκινήσεις, πάντα θα υπάρχει κάποιο προηγούμενο, που θα σε εμποδίζει, θα σε προβληματίζει, θα σου δημιουργεί εμπόδια. Είναι δύσκολο γιατί πρέπει να τα κάνεις όλα μαζί, εδώ και τώρα.

Επειδή, όμως –όπως προείπαμε– μπορεί να μην είμαστε μακάριοι, αλλά δεν είμαστε επ’ ουδενί και «πτωχοί τω πνεύματι», την κρίσιμη ώρα της απόφασης, την ώρα της ρήξης με το παρελθόν και τον κακό εαυτό μας, αντί να βάλουμε στόχους για τη χώρα στοχοποιηθήκαμε μεταξύ μας, αντί να διορθώσουμε τα λάθη μας βαλθήκαμε να τα επαναλάβουμε με πιο μεγάλη ένταση, αντί να φύγουμε μπροστά στο μέλλον γυρίσαμε πίσω στο πιο σκοτεινό παρελθόν. Σ’ αυτό το πισωγύρισμα, τα έχουμε μπλέξει κι έχουμε μπλεχτεί σε απίστευτο βαθμό. Κάποιοι θέλουν να μας γυρίσουν στο 2009, άλλοι πίσω στη Μεταπολίτευση του ‘74, κάποιοι νοσταλγούν τη χούντα –δίχως να διευκρινίζουν αν προτιμούν του Παπαδόπουλου ή του Μεταξά–, άλλοι πάλι αναπολούν την εποχή του αντάρτικου και των κυβερνήσεων του βουνού. Υπάρχουν, βέβαια, –για να μην τους ξεχάσω– κι οι σύγχρονοι λάτρεις της άμεσης δημοκρατίας, όπως στην αρχαία Αθήνα.

Ως δια μαγείας, ξεχάσαμε και παραμερίσαμε την Ιστορία μας, όλα αυτά που μόλις πριν λίγο ζούσαμε, δημιουργούσαμε ή αποστρεφόμασταν και μακάριοι περιμένουμε να αποκατασταθούν ή ν' αλλάξουν ως δια μαγείας. Καθένας επινοεί και καταφεύγει στο δικό του παρελθόν, στο δικό του σενάριο, στη δική του ανάγνωση της Ιστορίας, στη δική του αφετηρία. Στη σύγχρονη Ελληνική Βαβέλ, που δημιουργήσαμε κι είμαστε εγκλωβισμένοι, εκεί που όλοι τα ξέρουν όλα, γιατί –προς Θεού– δεν είναι «πτωχοί τω πνεύματι», καθένας έχει και μια πρόχειρη λύση στην τσέπη και μια διαθέσιμη αφετηρία για ν’ αρχίσει η ανόρθωση κι η σωτηρία της χώρας. Προσπερνάμε όλες τις στάσεις, όλες τις ευκαιρίες, αναζητάμε διαρκώς μια νέα αφετηρία προκειμένου να μην παραδεχτούμε ότι η αφετηρία είναι τώρα, η κάθε μέρα που έρχεται.

Το δυστύχημα είναι, ότι απ’ όπου κι αν το πιάσουμε, είτε μηρυκάζοντας μακαριότητες και μαγκιές κυβερνητικού τύπου περί success story και διανομές πλεονασμάτων, είτε πιπιλώντας αντιπολιτευτικές μακαριότητες και τσαμπουκάδες περί αντιμνημονιακών ανατροπών, το μήνυμα κι η μακαριότητα που εκπέμπουμε για κατανάλωση και ψηφοθηρία στο εσωτερικό, αντιλαλούν κι αναπαράγονται στο εξωτερικό. Με τις διαδοχικές παλινωδίες, τα μικροκομματικά τερτίπια και τις κάθε τρεις και λίγο αντιφατικές δηλώσεις και τις σε κάθε ευκαιρία κοκορομαχίες κι ασχήμιες –όπως αυτές στη Βουλή– το μόνο που δίνουμε να καταλάβει απ’ άκρη σ’ άκρη όλη η οικουμένη, είναι ότι οι Έλληνες είναι όντως φτωχοί, πάμπτωχοι, όχι όμως σε μετρητά, ομόλογα, ακίνητα και καταθέσεις στις τράπεζες και τα ταμιευτήρια, αλλά σε σύμπνοια, ομοψυχία, διάθεση κι ενδιαφέρον για το μέλλον και τη σωτηρία της πατρίδα τους. Κάθε άλλο, παρά αυτό που είμαστε και που μπορούμε, επικοινωνούμε και «τρωγόμαστε» μεταξύ μας και μ’ όλο τον κόσμο.

Αυτό το διάστημα –ίσως κι αυτό να το ‘χεις καταλάβει– ταλαντευόμαστε σε μια διελκυστίνδα, σ’ έναν νέο φαύλο κύκλο. Πριν, λοιπόν, αποφασίσουμε, όλοι εμείς οι πνευματώδεις κι έξυπνοι αυτού του πλανήτη, οι υποψιασμένοι κι οι μάγκες, για το από πού θα ξεκινήσει η σωτηρία μας, επιβάλλεται να συνεννοηθούμε μεταξύ μας και να καταστρώσουμε ένα πλάνο πρώτα, ένα σχέδιο, για το πώς την εννοούμε αυτή τη σωτηρία ή αν –στο κάτω-κάτω– θέλουμε πραγματικά να σωθούμε, βρε αδερφέ.

Έτσι όπως το πάμε, μάλλον τον ξαφνικό θάνατο φαίνεται πως γυρεύουμε Χριστουγεννιάτικα, παρά τη μακαριότητα και την ελπίδα της ανάστασης, έστω και μετά το Πάσχα.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Η Ζωή και το ραντεβού που δεν πέτυχε.


Την ώρα που η κυρία Κωσταντοπούλου καλούσε σε βοήθεια έξω από το ραδιομέγαρο της πρώην ΕΡΤ, στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής οι ταβέρνες, από πάνω το Πέτρινο του Κρητικού μέχρι τα Ρωμανάκια κάτω στη Μεσογείων, έδιωχναν όσους πελάτες δεν είχαν φροντίσει να κρατήσουν εγκαίρως τραπέζι. Ίσως αυτό το γεγονός –για όσους ασχολούνται με τη σημειολογία– να προμήνυε, το πώς θα εξελισσόταν, τελικά, ένα ακόμα «ραντεβού με την Ιστορία», που επεδίωξε να πραγματοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε. Όχι μόνο η Ιστορία κι οι εκλογές δεν έδωσαν το παρόν, αλλά ούτε η πολυγραφότατη –κατά τα άλλα– σε μπλογκς και διαδίκτυο αγανακτισμένη κοινωνία. Δυστυχώς, παρά το πλούσιο και χορταστικό θέαμα που στήθηκε κατ’ αποκλειστικότητα για τα δελτία και τα τηλεπαράθυρα, στο ραντεβού δεν παρουσιάστηκε ούτε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση.

Ο νεαρός στο βήμα της Βουλής με το μάγκικο ύφος και την ετοιμότητα για χιουμοριστικές απαντήσεις κι εξυπνάδες, θα μπορούσε άνετα να είναι ο αρχηγός μιας φοιτητικής παρέας ή το επίκεντρο του ενδιαφέροντος σ’ ένα φιλικό πάρτι. Θα στεκόταν άψογα στο πόστο του συνδικαλιστή κάποιου οργανισμού του δημοσίου ή σαν διορισμένος εκπρόσωπος σε κάποιο κρατικό Συμβούλιο. Δεν ήταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης απουσίαζε, ήταν απών από το «ραντεβού» που ο ίδιος πήρε την πρωτοβουλία να προκαλέσει.

Από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ίσως δεν περιμένεις ν’ ακούσεις λεπτομέρειες του κυβερνητικού προγράμματος. Δεν προσδοκάς να σου αναλύσει επιμέρους πτυχές της οικονομικής του πολιτικής. Δεν ευελπιστείς, ότι στο 20λεπτο της ομιλίας του στη Βουλή επ’ ευκαιρία μιας πρότασης μορφής που υπέβαλε το κόμμα του, θα γίνεις σοφότερος ως προς τις εκλογικές του επιδιώξεις. Βάσιμα όμως αναμένεις να σε πείσει για την ορθότητα της κριτικής του προς την κυβέρνηση, να σου εκφράσει σε αδρές έστω γραμμές τους λόγους για τους οποίους τη μέμφεται επιδιώκοντας την πτώση της. Περιμένεις να επιβεβαιώσει με τον τρόπο του, τη στάση και τη συμπεριφορά του, ότι αποτελεί την εν δυνάμει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Να προδιαγράψει μιαν ελπιδοφόρα προοπτική κι ένα ευοίωνο αύριο, εφόσον κληθεί από το εκλογικό σώμα να το πραγματοποιήσει, παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα που υπάρχουν. Ενδιαφέρεσαι να σου προσφέρει μιαν ικμάδα οράματος για την υπέρβαση και την αντιμετώπιση της κρίσης μ’ ένα αίσθημα αισιοδοξίας, ξεφεύγοντας από τα κλισέ και τα τετριμμένα. Να σε κάνει να πιστέψεις, ότι μπορείς να τα καταφέρεις, ότι είναι δυνατή η έξοδος από τον φαύλο κύκλο, ότι δεν έχουν χαθεί όλα, τούτη την ώρα που ψάχνεις ένα χέρι να σε κρατήσει όρθιο.

Αυτό το χέρι δεν προτάθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ χτες βράδυ στη Βουλή.

Δεν μας θέλει όρθιους. Αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει πολίτες εξαρτημένους από ετερόκλιτες κυβερνήσεις, παραδομένους σε συντηρητικές πολιτικές και σε αδιέξοδα οικονομικά προγράμματα. Ραγιάδες με σκυμμένο κεφάλι υποτακτικούς κι εξαρτημένους από πολιτικές και πολιτικούς, που για χρόνια δεν τίμησαν την ψήφο του λαού, καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη του, εκμεταλλεύτηκαν τις ανάγκες του. Ομήρους ενός πολιτικού συστήματος θεμελιωμένου πάνω σε σχέσεις με συντεχνίες και ομάδες συμφερόντων. Παγιδευμένους σε δοκιμασμένα εκλογικά διλήμματα και μικροκομματικές μηχανορραφίες. Απελπισμένους και σε διαρκή σύγχυση, ανήμπορους να ξεχωρίσουν και να αξιολογήσουν όρια, κανόνες, συνθήκες κι ανάγκες. Οργισμένη μάζα κι άμορφο λαϊκό πολτό, που θα περιφέρει τη δυστυχία και την απόγνωσή του από πλατεία σε πλατεία κι από πλάνο σε πλάνο.

Δεν είναι θέμα προκατάληψης από τις μέχρι σήμερα παλινωδίες, αμφιταλαντεύσεις, αστοχίες και πρακτικές της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεν είναι ζήτημα αγεφύρωτης ιδεολογικής διαφοροποίησης και στείρας κομματικής αντίθεσης. Δεν είναι, πολύ περισσότερο, αποτέλεσμα ζηλοφθονίας για την αλματώδη εκλογική άνοδο και τη θεαματική εξέλιξη των ποσοστών του. Είναι αποτέλεσμα απογοήτευσης και θλίψης. Είναι η εικόνα μιας ρητορείας πολιτικής ρηχότητας, αμετροέπειας, ένδειας. Είναι ότι, ούτε στο ελάχιστο μπορέσαμε να συναντηθούμε, έστω στα βασικά, εκείνα που επιβεβαιώνουν κοινή αντίληψη, κοινούς προβληματισμούς, κοινές αγωνίες. Είναι ότι, ούτε σαν υποψία μπορέσαμε να συμφωνήσουμε, ότι ενωμένοι είναι δυνατόν να πραγματοποιήσουμε πιο γρήγορα μερικά βήματα μπροστά. Είναι ότι, ούτε στα κρυφά, στα υπονοούμενα, κατορθώσαμε να βρεθούμε μαζί σ’ ένα ραντεβού, όχι για να μη μας δουν οι κάμερες, αλλά για να κοιταχτούμε κατάματα, να εμψυχωθούμε, να πάρουμε κουράγιο, να χαμογελάσουμε.

Το ραντεβού του ΣΥΡΙΖΑ με την Ιστορία και την κοινωνία απέτυχε. Το δικό μας ραντεβού όμως με τη Ζωή πρέπει και μπορεί να πετύχει. Η Ζωή μάς προσκαλεί και δεν περιμένει, μας φωνάζει χωρίς να τσιρίζει ή ν’ αυθαδιάζει, χωρίς να προκαλεί ή να χλευάζει. Αυτή η Ζωή, με ζήτα κεφαλαίο –γιατί του καθενός είναι μία, πολύτιμη και μοναδική– πρέπει ν’ αναζητηθεί απ’ τον καθένα μας σε μια ενσυνείδητη κι όσο γίνεται συλλογικότερη προσπάθεια αυτογνωσίας, αυτοπεποίθησης κι αλληλεγγύης. Δεν πρέπει να την αφήσουμε απλώς να περάσει.

Με τη Ζωή μας πρέπει να ξανασυναντηθούμε κι αυτό το ραντεβού είναι αποκλειστικά δική μας υπόθεση. Με νηφαλιότητα, περίσκεψη κι αποφασιστικότητα. Με υπομονή, συνεννόηση, συνεργασία. Αυτό το ραντεβού να μην είναι στα τυφλά, με οργή, βία κι αποκλεισμούς, αλλά με πίστη στη δημοκρατία, σεβασμό στον άνθρωπο, ανοχή στη διαφορετικότητα. Σ’ αυτό το ραντεβού Ζωής πρέπει να βρούμε το κουράγιο και τη δύναμη ν’ αναζητήσουμε την ελπίδα και την αισιοδοξία, να διεκδικήσουμε μια νέα αφετηρία προοπτικής και δημιουργίας. Να μη σταθούμε στην απογοήτευση του χθες, να μη μείνουμε στη μιζέρια του σήμερα, αλλά να προχωρήσουμε με τόλμη στο αύριο. Κάποιοι πρωτοπόροι ήδη καλούν να βαδίσουμε προς τα εκεί, ας το σκεφτούμε, νομίζω πως θα άξιζε να το επιχειρήσουμε.

Εδώ που τα λέμε, δεν έχει μόνο η Ζωή δικαιώματα όταν στριμώχνεται στα κάγκελα, έχουμε κι εμείς δικαίωμα στη Ζωή κι αυτή η Ζωή μπορεί και πρέπει να είναι χωρίς κάγκελα κι αποκλεισμούς.