Θα περάσει κι αυτή η επέτειος κι αν μείνει κάτι θα ‘ναι τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας κι ενδεχομένως τα επεισόδια κι οι αψιμαχίες, που μπορεί να συμβούν. Θ’ ανοιγοκλείνουν τα «παράθυρα» από αέρα φρέσκο δηλώσεων επωνύμων, που σχέση καμιά δεν θα ‘χει απ’ τον «αέρα» εκείνων των ανώνυμων, που αεράκι λευτεριάς, συναδέλφωσης και καρτερίας προεμήνυε.
Δίχως βαρβάρους, τις λύσεις μόνοι πρέπει ν’ αναζητήσουμε. Μόνοι τη μάχη πρέπει να τη δώσουμε με πείσμα, με ενότητα, με σθένος.
Βάρβαρους διάφορους περιμένουμε απ’ ώρα σ’ ώρα, μ’ ένα φραπέ ή ένα «ποντίκι» μες στη χούφτα, που στου μυαλού μας τους μαιάνδρους ξεφυτρώνουν και θεριεύουν και γελούν και απειλούνε και στης οθόνης την αγορά συναθροισμένοι, μπροστά εκεί στο γαλάζιο ή το πολύχρωμο το φόντο, ρήτορες –με τη φωνή της λογικής στο off– παρατηρούμε βαρβάρους χίλιους στο λεπτό μ’ ευφράδεια στα σύνορα να φέρνουν.
Με λόγια και με λόγια και με λόγια ν’ ανεμίζουν δίκην σημαίας, χιλιάδες λύσεις ο κάθε «βάρβαρος» μπορεί να καταστρέψει, να σαρώσει, να γκρεμίσει. Με ανοιχτά μυαλά, μάτια και χέρια ενωμένα, με μια καρδιά σημαία και μονορούφι όλο το πείσμα, κανένας βάρβαρος δεν θα μπορέσει να περάσει, ούτε καν ως τη σκέψη για να φτάσει.
Νύχτες πολλές, ατέλειωτες, με των βαρβάρων τη συντροφιά –μόνο στα λόγια– ανήσυχοι και συλλογισμένοι κλεινόμαστε στα σπίτια, με την απογοήτευση, τη διάψευση και τη οργή στο προσκεφάλι, γιατί οι βάρβαροι που καρτερούσαμε δεν ήρθαν.
Εδώ στης νύχτας το αγιάζι και την ψύχρα, για το ξημέρωμα μόνο δουλειά ταιριάζει. Με τη σιωπή, τη φρόνηση, το γέλιο, το κουράγιο, της τρυφηλής εσπέρας ας ξεχάσουμε τη γλύκα. Απόφαση ας πάρουμε, πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν, ότι οι βάρβαροι δεν πρόκειται να ‘ρθούνε και λύση άλλη πως χρειάζεται να βρούμε και πως η «κάποια» της πατρίδας δεν της πρέπει, μήπως, έτσι, την ανατολή –σκάβοντας μόνοι με νύχια και με δόντια– όρθιοι κι όλοι μαζί μπορέσουμε να δούμε.

