Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

"Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους"



Όσοι δρόμοι κι αν αποκλειστούν, όσα οδοφράγματα κι αν στηθούν, όσοι αστυνομικοί κι αν χρησιμοποιηθούν, όσες εκκλησίες κι αν αποκλειστούν, όσες παρελάσεις κι αν σιδηροφραχτούν, οι βάρβαροι δεν θα φτάσουν σήμερα. Βάρβαροι πια δεν υπάρχουν. 


Θα περάσει κι αυτή η επέτειος κι αν μείνει κάτι θα ‘ναι τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας κι ενδεχομένως τα επεισόδια κι οι αψιμαχίες, που μπορεί να συμβούν. Θ’ ανοιγοκλείνουν τα «παράθυρα» από αέρα φρέσκο δηλώσεων επωνύμων, που σχέση καμιά δεν θα ‘χει απ’ τον «αέρα» εκείνων των ανώνυμων, που αεράκι λευτεριάς, συναδέλφωσης και καρτερίας προεμήνυε.

Δίχως βαρβάρους, τις λύσεις μόνοι πρέπει ν’ αναζητήσουμε. Μόνοι τη μάχη πρέπει να τη δώσουμε με πείσμα, με ενότητα, με σθένος.

Βάρβαρους διάφορους περιμένουμε απ’ ώρα σ’ ώρα, μ’ ένα φραπέ ή ένα «ποντίκι» μες στη χούφτα, που στου μυαλού μας τους μαιάνδρους ξεφυτρώνουν και θεριεύουν και γελούν και απειλούνε και στης οθόνης την αγορά συναθροισμένοι, μπροστά εκεί στο γαλάζιο ή το πολύχρωμο το φόντο, ρήτορες –με τη φωνή της λογικής στο off– παρατηρούμε βαρβάρους χίλιους στο λεπτό μ’ ευφράδεια στα σύνορα να φέρνουν.

Με λόγια και με λόγια και με λόγια ν’ ανεμίζουν δίκην σημαίας, χιλιάδες λύσεις ο κάθε «βάρβαρος» μπορεί να καταστρέψει, να σαρώσει, να γκρεμίσει. Με ανοιχτά μυαλά, μάτια και χέρια ενωμένα, με μια καρδιά σημαία και μονορούφι όλο το πείσμα, κανένας βάρβαρος δεν θα μπορέσει να περάσει, ούτε καν ως τη σκέψη για να φτάσει.

Νύχτες πολλές, ατέλειωτες, με των βαρβάρων τη συντροφιά –μόνο στα λόγια– ανήσυχοι και συλλογισμένοι κλεινόμαστε στα σπίτια, με την απογοήτευση, τη διάψευση και τη οργή στο προσκεφάλι, γιατί οι βάρβαροι που καρτερούσαμε δεν ήρθαν.

Εδώ στης νύχτας το αγιάζι και την ψύχρα, για το ξημέρωμα μόνο δουλειά ταιριάζει. Με τη σιωπή, τη φρόνηση, το γέλιο, το κουράγιο, της τρυφηλής εσπέρας ας ξεχάσουμε τη γλύκα. Απόφαση ας πάρουμε, πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν, ότι οι βάρβαροι δεν πρόκειται να ‘ρθούνε και λύση άλλη πως χρειάζεται να βρούμε και πως η «κάποια» της πατρίδας δεν της πρέπει, μήπως, έτσι, την ανατολή –σκάβοντας μόνοι με νύχια και με δόντια– όρθιοι  κι όλοι μαζί μπορέσουμε να δούμε.

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Δύσκολα περνά ο καιρός...


Τόσος θόρυβος πια με τον Χατζηδάκι; Τι πάθανε όλοι σήμερα και γράφουν στα blogs και στα sites και «παίζουν» στα ραδιόφωνα;

Συντονισμένοι στην ημερομηνία της γέννησής του, άλλοι απλώς αναφέρονται κι άλλοι θυμούνται με απλότητα. Όλοι συμφωνούν ότι λείπει. Σαν λόγος και σαν παρουσία έχει αφήσει ένα κενό στις καρδιές των ανθρώπων που τον γνώρισαν, που τον τραγούδησαν, που τον αγάπησαν. Πλούσια η παρακαταθήκη του σε μελωδίες και τραγούδια, αξεπέραστες οι μουσικές του. Τραγούδια για το θέατρο, για τον κινηματογράφο, τραγούδια εμβληματικά, που σημάδεψαν μιαν ολόκληρη εποχή κι ακούγονται το ίδιο ευχάριστα, δροσερά, αισθαντικά, μελαγχολικά ή χαρούμενα μέχρι τις μέρες μας.

Εκείνο που φαίνεται να συνδέει όλες αυτές τις αναφορές είναι η ανάγκη, η ανθρώπινη ανάγκη, ν’ αναφερθούμε σε μια προσωπικότητα νηφάλια κι άλλο τόσο πνευματώδη, γήινη κι άλλο τόσο χαρισματική, προσιτή κι άλλο τόσο απόμακρη. Την έλλειψη τονίζουν, όπως κι αν εκφράζονται, όπως κι αν θυμούνται ή νοσταλγούν τον μεγάλο δημιουργό.

Στην εποχή της κρίσης, της φτώχειας και τις εσωστρέφειας, η έλλειψη εκείνης της συνετής και βαθειά τρυφερής φωνής, που στο άκουσμά της θα γαληνεύουν οι ψυχές και θα εστιάζουν οι αισθήσεις, είναι ακόμα πιο προφανής. Όταν τα πάθη και τα μίση φουντώνουν κι οι κόχες των ματιών διαστέλλονται, η έλλειψη πάθους, αλήθειας κι έρωτα για τον έρωτα, για τη ζωή, για τις αξίες, γίνεται δυσβάσταχτο βάρος και μολύβι ασήκωτο στις ανθρώπινες καρδιές. Όταν ο μέσος όρος κυριαρχεί κι η μετριότητα βασιλεύει, υπάρχει –ευτυχώς– αποκούμπι, η μουσική του, για να παρηγορεί και να γιατρεύει νοσταλγικά τις πληγές του χρόνου, της έλλειψης και του συρμού.

Ο Μάνος Χατζηδάκις ενέπνευσε και δίχασε, αγαπήθηκε και μισήθηκε, αποθεώθηκε και λοιδορήθηκε. Δεν ξεχάστηκε, δεν ξεπεράστηκε.

Αν σήμερα τόσοι πολλοί και με τόσο πολλούς και διαφορετικούς τρόπους τον θυμούνται, είναι γιατί η γύμνια των παρόντων είναι τόσο κραυγαλέα κι ανυπόφορη, που όσο βαριά κι αν ρίχνει πάνω της τα πέπλα η σιωπή, δεν φτάνει να την ντύσει, να την κρύψει.

Αν σήμερα τόσοι πολλοί και με τόσο πολλούς και διαφορετικούς τρόπους τον θυμούνται, είναι γιατί θέλουμε να ξεφύγουμε απ’ τα χάρτινα, τα τιποτένια και τα ψεύτικα κι ακολουθώντας νοερά τα τραγούδια του, να πιστέψουμε –έστω λιγάκι– πως μπορεί όλα να ξαναγίνουν αληθινά.

Foto: palmografos.com