Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ

Αυτές τις μέρες έχει αναρτηθεί για διαβούλευση στο http://www.opengov.gr/ το προσχέδιο νόμου για την ανάρτηση αποφάσεων και πράξεων κυβερνητικών και αυτοδιοικητικών οργάνων στο διαδίκτυο, που αποτελεί ένα ακόμα βήμα προς τα μπρος για τη διαφάνεια και τη νομιμότητα στη λειτουργία των οργάνων του κράτους. Στην εθνική αυτή υπόθεση το Εθνικό Τυπογραφείο μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και να συμβάλει μέσω της περαιτέρω ανάπτυξης των δραστηριοτήτων του στην προσπάθεια, που ανέλαβε για το θέμα ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου και η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Είναι γεγονός, ότι το Εθνικό Τυπογραφείο αποτελεί παραδοσιακά υπηρεσία «κλειδί» για τη λειτουργία του πολιτεύματος, εφόσον με την αποτελεσματική άσκηση της αρμοδιότητάς του για έκδοση της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.), είναι συνυφασμένη κι η ασφαλής τήρηση των συνταγματικά επιβεβλημένων αρχών της δημοσιότητας και της ορατής δράσης των οργάνων του κράτους. Παράλληλα, η υφιστάμενη παραγωγική υποδομή επιτρέπει την κάλυψη και άλλων σημαντικών εκδοτικών δραστηριοτήτων, απόλυτα αναγκαίων για την εκπλήρωση των κρατικών λειτουργιών, αλλά και την εξυπηρέτηση των πολιτών.
Με την αξιοποίηση πιστώσεων του κρατικού προϋπολογισμού, αλλά και πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πραγματοποίησε σταδιακά από το 1994 στοχευμένες επενδύσεις τόσο σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, όσο και σε εφαρμογές και τεχνολογία πληροφορικής, ώστε να διαθέτει πλέον σύγχρονο τυπογραφικό εξοπλισμό και δίκτυο, ανακαινισμένες κτιριακές εγκαταστάσεις και, ταυτόχρονα, πολύ καλή φήμη μεταξύ των δημοσίων υπηρεσιών.
Το Εθνικό Τυπογραφείο της εποχής μας, λοιπόν, ως αποκλειστικός εκδότης και διαχειριστής της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, και υπό το φως των τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά προ παντός της επιτακτικής κοινωνικής απαίτησης για διαφάνεια και δημοσιότητα στην άσκηση των κρατικών δραστηριοτήτων, καλείται να διαδραματίσει κομβικό ρόλο για τη διασφάλιση των αρχών αυτών στο πλαίσιο της εύρυθμης λειτουργίας του πολιτεύματος. Ταυτόχρονα, η εκπλήρωση της αποστολής του σχετίζεται άμεσα με την ηλεκτρονική διακυβέρνηση, την εισαγωγή δηλαδή τεχνολογιών αιχμής για την εξοικονόμηση πόρων και την ποιοτική αναβάθμιση των υπηρεσιών διακυβέρνησης τόσο προς τον δημόσιο τομέα, όσο και προς τις επιχειρήσεις και τους πολίτες.
Το συγκριτικό λειτουργικό του πλεονέκτημα, έναντι άλλων αμιγώς διοικητικού χαρακτήρα δημοσίων υπηρεσιών, συνδυαζόμενο με την προσαρμοστικότητα κι ευελιξία που του παρέχει η οργανωτική του αυτοτέλεια ως ειδική γραμματεία στην αποκλειστική ευθύνη του υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, προσφέρει με επάρκεια –όπως αποδεικνύει η μέχρι σήμερα εμπειρία– τη δυνατότητα να βρίσκεται σε ετοιμότητα για την ανάπτυξη πρωτοβουλιών ενσωμάτωσης νέων δραστηριοτήτων και καινοτομιών. Η εξέλιξη αυτής της δυναμικής, που έχει ως στόχο την εξυπηρέτηση του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών στον κρίσιμο τομέα της πληροφόρησης και της τήρησης της νομιμότητας, κατατείνει στη διαρκή αναζήτηση εξελιγμένων τρόπων διαχείρισης και διοίκησης των διαδικασιών, σύγχρονες κι ευέλικτες δομές και διατήρηση αμφίδρομης επικοινωνίας με το σύνολο του ελληνικού διοικητικού συστήματος.

Είναι από χρόνια γνωστή η θεαματική τεχνολογική μεταβολή που έχει επέλθει και στο χώρο των γραφικών τεχνών –όπως τουλάχιστον ήταν γνωστός για το Εθνικό Τυπογραφείο ως τα τέλη της 10ετίας του 1980– με την εισαγωγή των εφαρμογών της πληροφορικής, την επέκταση της ψηφιακής εκτύπωσης, των αυτοματισμών και των τηλεπικοινωνιών. Η κλασική τυπογραφία, ανήκει πλέον στα μουσειακά είδη, το ίδιο και οι μέθοδοι που επέβαλαν οι μηχανές που χρησιμοποιούνταν. Ο σκληρός πυρήνας της τυπογραφίας όμως εξακολουθεί να είναι παρών, έστω κι αν περιορίζεται πλέον σε πολύ μικρότερο χώρο απ’ αυτόν που ήταν αναγκαίος παλαιότερα (π.χ. εκτυπώσεις, βιβλιοδεσία), ενώ στο μεταξύ νέες συσκευές, μηχανές κι εφαρμογές έχουν εισαχθεί. Ίσως μόνο η οσμή της μελάνης ή τ’ αποκόμματα των κοπτικών μηχανών δένουν εντονότερα με τις αναμνήσεις του παρελθόντος. Ακόμα κι ο χειρισμός σύγχρονων εκτυπωτικών μηχανών πραγματοποιείται μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ταυτόχρονα, η επέκταση της δυνατότητας για διακίνηση εγγράφων με ηλεκτρονικό τρόπο, η ραγδαία εξάπλωση του Internet ως μέσου επικοινωνίας και προώθησης προϊόντων, η αυτοματοποίηση της επεξεργασίας κειμένων και εικόνων, αποτελούν μερικές μόνο από τις ραγδαίες εξελίξεις των τελευταίων χρόνων.
Το Εθνικό Τυπογραφείο κατέχει, όπως προαναφέρθηκε, σε σημαντικό βαθμό τις υποδομές, τον εξοπλισμό και την τεχνογνωσία που απαιτούνται για την εφαρμογή ενός σύγχρονου προτύπου λειτουργίας, εκείνο που, κατά την άποψή μας, χρειάζεται είναι να αναπροσαρμοστούν υφιστάμενες δραστηριότητες και διαδικασίες και ν’ αναπτυχθούν, όπου κριθεί αναγκαίο, νέες, λαμβάνοντας υπόψη προγράμματα και εφαρμογές της δημόσιας διοίκησης κι όχι μόνο, που στο μεταξύ βρίσκονται σε εξέλιξη (π.χ. Πλαίσιο Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, open access κ.λπ.).
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο (Νόμος 3448/2006, Π.Δ. 188/1996) που καθορίζει, εκτός από τα οργανωτικά θέματα του Εθνικού Τυπογραφείου και τους όρους έκδοσης της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, θα πρέπει να επεκταθεί και να καλύψει περιοχές και δράσεις, που μέχρι σήμερα δεν καλύπτονται, ώστε να εκλείψει η θεσμική ανεπάρκεια και αδυναμία σε κρίσιμους για τη διαφάνεια, την τήρηση της νομιμότητας και την πληροφόρηση των πολιτών τομείς. Είναι αυτονόητο, ότι η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών δεν είναι από μόνη της σε θέση να επιλύσει αυτόματα το όποιο έλλειμμα πληροφόρησης, αν προηγουμένως δεν δημιουργηθεί ένα περιβάλλον φιλικό προς τους χρήστες. Είναι συνεπώς αναγκαίο, το δημοσίευμα στο Φ.Ε.Κ., η πληροφορία ως πρώτη ύλη, να υφίσταται προηγουμένως εξαντλητική επεξεργασία και ταξινόμηση, ώστε στη συνέχεια να διαδίδεται και να διαχέεται προς το περιβάλλον σε έντυπη ή ψηφιοποιημένη μορφή ως προϊόν εύχρηστο, αντιληπτό και αξιοποιήσιμο. Επιπλέον, η αναζήτηση, ο σχεδιασμός κι η προσφορά νέων προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχουν προστιθέμενη αξία στην δημοσιευτέα μέσω των Φ.Ε.Κ. ύλη, δεν καλλιεργούν μόνο ένα κλίμα αυτοπεποίθησης και εμπιστοσύνης στο εσωτερικό του οργανισμού, αλλά διασφαλίζουν κι επιπλέον του κρατικού προϋπολογισμού οικονομικούς πόρους, που συμβάλλουν στην ενίσχυση της διαθεσιμότητας (λειτουργία, συντήρηση κ.λπ.) του συστήματος. Στην περίπτωση αυτή, οι χρήστες των προϊόντων και υπηρεσιών, που καλούνται να καταβάλουν το αναγκαίο κόστος, δεν το αντιλαμβάνονται ως επιβαλλόμενο τέλος, αλλά το κατανοούν, θεωρώντας το δικαιολογημένο.

Από τη συνοπτική προσέγγιση που προηγήθηκε αναδεικνύεται, κατά τη γνώμη μας, το κατά πόσο ενδιαφέρουσα κι ελκυστική προβάλει στις μέρες μας η προοπτική της περαιτέρω ανάπτυξης του Εθνικού Τυπογραφείου. Είναι προφανές, ότι εκ των πραγμάτων η ιστορική αυτή Υπηρεσία διαθέτει τα περιθώρια να επεκτείνει τις δραστηριότητές του, δίχως να ελλοχεύει ο κίνδυνος της στείρας γραφειοκρατικής της γιγάντωσης, αρκεί, φυσικά, η παραγωγή του ανάπτυξη ν’ αποτελέσει προϊόν μιας καλά σχεδιασμένης και οργανωμένης προσπάθειας, που θα εδράζεται στη βάση ενός δοκιμασμένου και ασφαλούς περιβάλλοντος διοίκησης.
Με δεδομένη τη διακηρυγμένη και σταθερή βούληση του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου να εργαστεί και να υπερασπιστεί αταλάντευτα την αρχή της διαφάνειας στη δράση και λειτουργία της κυβέρνησης, θέλουμε να πιστεύουμε, ότι είναι περισσότερο από βέβαιο, πως θα δοθεί νέα ώθηση στις υπάρχουσες δομές και θα ενισχυθεί αισθητά ο διακριτός ρόλος του Εθνικού Τυπογραφείου ως δημόσιας υπηρεσίας ικανής να εγγυηθεί την προστασία της νομιμότητας και τη διασφάλιση της διαφάνειας στη λειτουργία ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ


Απόλυτα σωστή η απόφαση να προωθηθούν άμεσα οι αποφάσεις που αφορούν το σύστημα προσλήψεων μέσω Α.Σ.Ε.Π. Ήταν αναγκαίο η βούληση της κυβέρνησης για διαφάνεια, αξιοκρατία και ανοιχτή διακυβέρνηση να εκδηλωθεί και στον νευραλγικό τομέα της στελέχωσης της δημόσιας διοίκησης. Το σχέδιο που δόθηκε στη δημοσιότητα για διαβούλευση από τον Υπουργό Εσωτερικών Γιάννη Ραγκούση, απαντά με πειστικότητα όχι μόνο στην ανάγκη επέκτασης και διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής του ν. 2190/1994 όπως ισχύει, αλλά ταυτόχρονα επιχειρεί να διορθώσει και κρίσιμες στρεβλώσεις ή αλλοιώσεις του συστήματος, όπως π.χ. η συνέντευξη κι οι συμβάσεις έργου, που επέτρεπαν καταστρατηγήσεις κι αλλοιώσεις της αρχής της ισότητας και της αξιοκρατίας για τις προσλήψεις στο δημόσιο.

Πέραν αυτών, η παρέμβαση αυτή τη στιγμή σε επιμέρους διατάξεις του συστήματος προσλήψεων (προτεινόμενα άρθρα 4 έως και 7) πιθανολογούμε –είναι άλλωστε φανερό κι από τον σχολιασμό που γίνεται– ότι μάλλον θα προκαλέσουν σύγχυση, ανησυχία κι αναστάτωση, τόσο στους ενδιαφερόμενους πολίτες και στις δημόσιες υπηρεσίες, όσο και στο ίδιο το Α.Σ.Ε.Π., που ήδη όπως είναι γνωστό αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα με την έγκαιρη διεκπεραίωση των αρμοδιοτήτων του.

Τι νόημα άραγε έχει στην παρούσα χρονική συγκυρία να τροποποιηθούν για μια ακόμα φορά περιστασιακά διατάξεις που αφορούν π.χ. την μοριοδότηση των πτυχίων ή την εμπειρία, που ήδη στα 15 χρόνια που έχουν περάσει από την θέσπιση του ν. 2190 μετρούν από 30 μέχρι 47 τροποποιήσεις;

Ειδικά, το τεστ δεξιοτήτων, είναι έξω από το πνεύμα και το γράμμα –στην κυριολεξία– του ν. 2190. Το συγκεκριμένο τεστ είναι μια επινόηση που θεσμοθετήθηκε το 2002 (άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 3051 - ΦΕΚ 220/Α) παράλληλα με τη διατήρηση όλης της διαδικασίας μοριοδότησης (βαθμοί πτυχίων, εμπειρία, εντοπιότητα κ.λπ.), για να βαθμολογούνται οι γενικότερες και πρακτικές γνώσεις, καθώς και οι δεξιότητες (αριθμητικές, αναλυτικές, λεκτικές, κρίσης και αντίληψης) των υποψηφίων (sic).

Πώς συμβιβάζεται όμως, από τη μια να βαθμολογούνται και να κατατάσσονται σε κλίμακα αξιολόγησης τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ταυτόχρονα από την άλλη να τα φαλκιδεύεται η αξιολόγηση με την εισαγωγή υποκειμενικών κριτηρίων μέσω τεστ;

Η κοινή λογική κατά τη γνώμη μου λέει: ‘Η έχω αντικειμενικά βαθμολογούμενα κριτήρια για την επιλογή των υποψηφίων ή έχω αποκλειστικά τεστ δεξιοτήτων. Διαφορετικά, είναι ανεπίτρεπτο να πριμοδοτείς π.χ. τους κατόχους διδακτορικού τίτλου (απαλλάσσοντάς τους μάλιστα από τη στοιχειώδη υποχρέωση που ίσχυε μέχρι σήμερα ο τίτλος τους να έχει συνάφεια με την ειδικότητα της θέσης που προκηρύσσεται) κι απ’ την άλλη να «κλείνεις το μάτι» στους απόφοιτους λυκείου, ότι με το τεστ μπορεί να ανατρέψουν το αντικειμενικό δεδομένο της διαφοράς της εκπαιδευτικής βαθμίδας.

Άραγε έχει (και πώς) αξιολογηθεί η μέχρι σήμερα εμπειρία από την πραγματοποίηση του τεστ;

Πόσο κόστισε η διοργάνωσή του –τώρα μάλιστα αντικαθίσταται το «τακτικά» κι επιβάλλεται η «μία τουλάχιστον φορά κάθε δύο έτη» πραγματοποίησή του– σε μια περίοδο μάλιστα που το ζητούμενο είναι η εξοικονόμηση πόρων κι η αποτελεσματικότητα του δημοσίου;

Πόσο ικανοποιητικό κρίνεται, ότι η προηγούμενη διαδικασία ξεκίνησε στις 31-12-2007 (Δημοσίευση προκήρυξης: 522/ΑΣΕΠ), το τεστ πραγματοποιήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2008 (σε 1.035 εξεταστικά κέντρα σε όλη την Ελλάδα) κι η δημοσίευση της οριστικής βαθμολογίας σε ΦΕΚ έγινε στις 6 Μαΐου 2009 (σε 14 διαφορετικά ΦΕΚ του τεύχους Γ’ με σύνολο σελίδων 1.991), δηλαδή συνολικά ένας και πλέον χρόνος; (Το λεπτομερές χρονικό στη σελίδα του Α.Σ.Ε.Π.)

Υπάρχουν αρκετά ανοιχτά θέματα που αφορούν το σύστημα προσλήψεων, κρισιμότερο ίσως είναι αυτό της απλούστευσης των διαδικασιών και της επίσπευσης του χρόνου ολοκλήρωσής τους από το Α.Σ.Ε.Π. Αν δεν προηγηθούν οι αναγκαίες τομές προς την κατεύθυνση αυτή, όσο αγαθές κι αν είναι οι προθέσεις για τη διασφάλιση του αδιάβλητου των διαγωνισμών μέσω διαδοχικών νομοθετικών ρυθμίσεων στο σύστημα προσλήψεων, το μόνο που με ασφάλεια επιτυγχάνεται είναι η προσθήκη νέων ψηφίδων σ’ ένα ήδη δαιδαλώδες μωσαϊκό κανόνων και διατάξεων, που εν τοις πράγμασι υπονομεύουν το όποιο κοινωνικά δίκαιο σκοπούμενο αποτέλεσμα.