Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Κι όμως, λεφτά υπάρχουν.


Λεφτά υπάρχουν! Όχι, δεν αναφέρομαι ούτε στις γεμάτες ταβέρνες, ούτε στις μαζικές εξόδους τις ημέρες των εορτών. Αυτά μπορούν να τα επικαλούνται όσοι θέλουν ν' ανακαλύψουν επιχειρήματα για να υποστηρίξουν σκοπιμότητες κι αδιέξοδες πολιτικές λιτότητας.

Η είδηση αυτή το έφερε στο μυαλό μου, που οι τοπικοί φορείς των Ιωαννίνων διερωτώνται μεταξύ των άλλων σε επιστολή τους προς τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα: «Υπερβαίνει κάθε λογική η σκέψη ότι το Ελληνικό Δημόσιο δαπανά περίπου 22 εκατ. ευρώ για ένα αεροδρόμιο το οποίο απαξιώνεται, όσο δεν εξασφαλίζουμε την πτητική του αξιοπιστία με την τοποθέτηση του κατάλληλου συστήματος προσέγγισης. Όταν μάλιστα το κόστος αυτού, είναι πολλαπλάσια μικρότερο των χρημάτων που ήδη έχουν δαπανηθεί για τις υποδομές του αεροδρομίου!»

Ναι, λεφτά υπάρχουν –παρά την κρίση, παρά τις περιοριστικές πολιτικές, παρά τις διαδοχικές μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις– αλλά για να σκορπιούνται σε ατέρμονες εργολαβίες, για να διατηρούνται επιδόματα σε γαλαντόμες Υπηρεσίες, για να εξακολουθούν πολυδάπανες κι ατελέσφορες διαδικασίες.

Πώς; Μα είναι απλό. Γιατί απλούστατα, τίποτε δεν έχει αλλάξει στον τρόπο εκτέλεσης έργων από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) στα διάφορα αεροδρόμια της χώρας από τότε που ξέσπασε η κρίση. Τίποτε δεν έχει αλλάξει στον τρόπο υπολογισμού και αξιοποίησης των εσόδων από το Eurocontrol. Κανείς δεν σχεδιάζει συστηματικά για το πώς και το πού επενδύονται τα έσοδα από το τέλος «ανάπτυξης κι εκσυγχρονισμού αεροδρομίων».

Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι, ακόμα μέχρι σήμερα, που αναζητιούνται εναγωνίως περικοπές από τους προϋπολογισμούς των υπουργείων, που «κλαιγόμαστε» ότι τα νοσοκομεία δεν έχουν τα απαραίτητα πρώτης ανάγκης και ετοιμάζονται περικοπές στα δημόσια σχολεία, έργα στα αεροδρόμια να εκτελούν οι τεχνικές υπηρεσίες της ΥΠΑ, αλλά ταυτόχρονα και αρμόδια γενική διεύθυνση της γενικής γραμματείας δημοσίων έργων;

Λεφτά υπάρχουν. Αλλά είναι καλά προστατευμένα από τα υφιστάμενα δίκτυα «προστασίας». Όχι, δεν είναι σε σεντούκια ή σε τράπεζες του εξωτερικού, είναι τα λεφτά που αν «αποκαλυφθούν» κι αξιοποιηθούν, θα δώσουν ισχυρή επενδυτική ώθηση στο κράτος και την οικονομία, δημιουργώντας, συγχρόνως, συνθήκες ασφάλειας κι ενθαρρύνοντας να «δουν το φως» σταδιακά κι όλα τα υπόλοιπα κρυμμένα δεξιά κι αριστερά.

Αν κάτι είναι κατά τη γνώμη τραγικό σε σχέση με την κρίση που βιώνουμε, είναι ότι μείναμε κι εξακολουθούμε να μένουμε στα ρηχά και τα εύκολα. Το έργο στο αεροδρόμιο Ιωαννίνων είναι μια μόνο όψη της πραγματικότητας στο Ελληνικό δημόσιο, είναι μια μόνο πτυχή του ανορθολογισμού και της σπατάλης που εξακολουθεί να ζει και να βασιλεύει, γιατί οι πολιτικοί ταγοί όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια –θα έπρεπε από πιο πριν, αλλά έστω και τώρα δεν βλάπτει, το αντίθετο– διστάζουν, φοβούνται ή και αδιαφορούν να «σπάσουν αυγά», δειλιάζουν κι αποφεύγουν να μπουν στα βαθιά νερά της γραφειοκρατεία και του συστήματος της δημόσιας διοίκησης.

Ακουμπούν κι αγγίζουν τα ανώδυνα, τα προφανή, αυτά που παραδοσιακά διευκόλυναν την παραμονή τους στη θέση κι εξασφάλιζαν ανέξοδη κι ακίνδυνη δημοσιότητα. Ο κανόνας ίδιος κι απαράλλαχτος επί δεκαετίες, το ίδιο και τόσα χρόνια στην κρίση. Αλλαγή στο δημόσιο σημαίνει πρώτα και κύρια αντικατάσταση προϊσταμένων, αλλαγές στις διοικήσεις των οργανισμών, τροποποιήσεις στα οργανογράμματα και –οπωσδήποτε– διορισμοί. Ούτε αξιολόγηση, ούτε έλεγχος, ούτε κριτήρια κόστους - ωφέλειας.

Τετριμμένα κι απλά πράγματα ίσα για να κυλά ο καιρός κι η θητεία ανώδυνα. Τι κι αν οι οδύνες κι ο πόνος στην κοινωνία μεγάλωνε, πολλαπλασιαζόταν κι εξαπλωνόταν; Τι κι αν αυτές οι ανέξοδες αλλαγές στοίχιζαν στην κοινωνία ηθικά και υλικά; Τι κι αν κατέστρεφαν, αν διέλυαν, αν εξαθλίωναν ανθρώπινες ζωές, την κοινωνία στο σύνολό της; Οι «αλλαγές» και τα «έργα» προχωρούν, όπως πάντα, όπως τον καιρό της ευμάρειας, των Ευρωπαϊκών πακέτων και των λοιπών παροχών από τα Ευρωπαϊκά ταμεία και θεσμούς, που –ειρήσθω εν παρόδω– σήμερα κατακεραυνόνουμε και θέλουμε να φύγουν κακήν κακώς.

Αυτό το δημόσιο θα πρέπει ν’ αλλάξει. όσο αυτό δεν συμβαίνει τόσο οι φόροι θα αυξάνονται, τόσο οι οριζόντιες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις θα πολλαπλασιάζονται. Αν αυτές οι νοοτροπίες, οι αντιλήψεις κι οι διαδικασίες δεν ανατραπούν, έξοδος από την κρίση δεν πρόκειται να διαφανεί. Τα υπόλοιπα για «σκληρές διαπραγματεύσεις» και «ανάλγητους δανειστές» είναι λόγια του αέρα και για κατανάλωση στα μέσα.

Οι «έξω» γνωρίζουν καλά ότι «λεφτά υπάρχουν», οι «μέσα» το κρύβουν, έχουν βλέπεις «πελάτες» να κανακέψουν και καριέρες να προστατέψουν…

Photo: IOANNINA TIMES

Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Ο Βενιζέλος και το γκισέ στο μετρό.


Είμαστε το παρελθόν μας. ‘Ο,τι ζούμε, όπως ζούμε, στο παρελθόν έχει τις ρίζες, τις αιτίες και τις αφορμές του, σε κάποιες επιλογές και αποφάσεις θα οφείλεται, σε σωστά και λάθη περασμένων εποχών, αλλοτινών καιρών.

Το κακό είναι, ότι στις μέρες μας, μέσα στο θυμό και την οργή μας, μέσα στην άγνοια και τη μισαλλοδοξία μας, αναμασάμε και μηρυκάζουμε όλα τα σφάλματα, τις αστοχίες και τις παραλήψεις, δίχως να αντλούμε κουράγιο και δύναμη από τις επιτυχίες και την πρόοδο που έχει κατά καιρούς σημειωθεί. Προσφέρουμε άφθονο, απεριόριστο θα έλεγα, χώρο και χρόνο στο θυμικό και το συναίσθημα, στην αντίδραση τη στιγμιαία και την αψυχολόγητη, δίχως να κοντοσταθούμε για λίγο σ’ εκείνες τις στιγμές ή τις περιόδους που αντικειμενικά υπήρξε ανάταση, πρόοδος, προκοπή.

Δεν αναζητάμε νέες ιδέες και καινοτόμες εμπνεύσεις. Δεν ψάχνουμε λύσεις κι αλλαγές. Ψάχνουμε, μόνο, κι ανακαλύπτουμε όλες τις σκοτεινές κι αμφιλεγόμενες πλευρές του πρόσφατου κι απώτερου παρελθόντος ή –ακόμα χειρότερα– χαλκεύουμε κι αλλοιώνουμε γεγονότα, σπιλώνουμε πρόσωπα, παραχαράζουμε περιόδους και στιγμές της ιστορίας για να τα προσαρμώσουμε στις ανάγκες μια μίζερης, καταστροφικής κι αδιέξοδης αφήγησης, που εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες και τις σκοπιμότητες του παρόντος.

Ζούμε μιαν μακρά περίοδο κρίσης, οικονομικής κρίσης, που ανέδειξε εμφαντικά τις χρόνιες κι εγγενείς, όπως επιστημονικές μελέτες κι αναλύσεις από καιρό έχουν διαπιστώσει, αδυναμίες της κρατικής μας οργάνωσης. Το γεγονός αυτό, αντί ν’ αποτελέσει αφετηρία και πρόκληση για ένα νέο δυναμικό ξεκίνημα, εφαλτήριο για μια όντως «νέα μεταπολίτευση», αποτέλεσε τη θρυαλλίδα μιας παρατεταμένης έντασης, σημείο εκκίνησης μιας ελεύθερης πτώσης, ενός νέου διχασμού, που μετακύλησε ως τις μέρες μας την κρίση από το αμιγώς δημοσιονομικό σε όλα τα πεδία των κρατικών κι ανθρώπινων δραστηριοτήτων, το οικονομικό, το πολιτικό, το κοινωνικό.

Η χώρα δεν υπήρξε ποτέ για τους ξένους ένας προνομιακούς επενδυτικός χώρος. Ποτέ δεν αποτέλεσε έναν ελκυστικό φορολογικό, ναυτιλιακό, εκπαιδευτικό, πολιτιστικό ή και τουριστικό ακόμα - ακόμα προορισμό. Μια δημόσια υπηρεσία ήταν και είναι η χώρα μας, τίποτε περισσότερο. Όλα τ’ άλλα κι όλοι οι άλλοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία υπάρχουν και λειτουργούν για να τη στηρίζουν, να την προμηθεύουν και να την εξυπηρετούν. Όλα κι όλοι, από τους θεσμούς και τους νόμους, μέχρι τον τελευταίο κάτοικο της Γαύδου ή τον ιερέα του Καστελλόριζου.

Γύρω από ένα γκισέ γεμάτο με κολλημένες στο τζάμι του κακοτυπωμένες φωτοτυπίες οδηγιών κι υποχρεώσεων έχουμε περάσει κι έχουμε γράψει σχεδόν όλη τη νεότερη ιστορία μας. Άλλοι «στην ουρά», μπροστά, με την αγωνία, το φόβο, την ταραχή, την ανυπομονησία ή και το φακελάκι στην τσέπη κι άλλοι «στις διαδικασίες», άλλοι πίσω σ’ ένα γραφείο, με το ραχάτι, την ξινίλα, το ρεπό ή την αδιαφορία τους, με τις «διαδικασίες» τους. [Δεν είναι –προς Θεού– όλοι το ίδιο, αλλά δυστυχώς στην περίπτωσή μας και κρίνοντας απ’ το αποτέλεσμα, οι εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα].

Αυτό το «γκισέ» με τις διαδικασίες και τα τερτίπια του ήταν ευκαιρία ν’ ανατραπεί στις μέρες μας. Ν’ αλλάξει εκ βάθρων να περιοριστεί, να γίνει σύγχρονο, φιλικό, αποτελεσματικό και χρήσιμο. Το μνημόνιο εκ των πραγμάτων οριοθέτησε τη «νέα μεταπολίτευση», οι δανειακές συμβάσεις ούτως ή άλλως έθεταν πλαίσιο και στόχους, στόχους σκληρούς μεν ως προς τα δημοσιονομικά, αλλά ικανούς, εφόσον υλοποιούνταν με συνέπεια και μεθοδικότητα οι απαραίτητες αλλαγές στο κράτος, να ελαχιστοποιούνταν συν τω χρόνω ο κίνδυνος κι η ανάγκη για διαδοχικές περικοπές σε μισθούς και συντάξεις και σε αλλεπάλληλα επαχθή και δυσβάσταχτα φορολογικά βάρη.

Αυτονόητες αλήθειες, που αποσιωπώνται όμως προκειμένου να είναι πειστικό το παραμύθι με τον «κακό δράκο», που ανάλογα με την περίσταση τον «υποδύεται» η τρόικα, το κουαρτέτο, οι δανειστές, οι Γερμανοί, οι Τούρκοι, ο Σόιμπλε, το ΔΝΤ κι όποιος άλλος θεσμός ή πρόσωπο διαφοροποιείται από την κυριαρχούσα για το θυμικό της κοινής γνώμης καραμέλα.

Αυτονόητες αλήθειες, που δεν διευκολύνουν στην επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας. Αλήθειες, που η παραδοχή κι αποδοχή τους θα δυσκόλευαν να μείνει το «γκισέ» ανέγγιχτο, ακλόνητο, απαράλλαχτο και μαζί του κι όλα τα προνόμια κι οι παροχές που συντηρούν και τρέφουν τους επιγόνους –αλλά και όψιμους κατήγορους– της μεταπολίτευσης. Εκείνους που χρησιμοποιούν την Ιστορία θυμίζοντας αγώνες προγόνων άλλων εποχών, για να εξαργυρώσουν τις ιστορίες αυτές ανέξοδα πίσω απ’ το ίδιο διαχρονικό δημόσιο «γκισέ».

Με την εικόνα του Βενιζέλου μπροστά και στο φόντο ψηλά πίσω τον ‘Αη Γιώργη στο Λυκαβηττό, αυτές οι σκέψεις ήρθαν αυθόρμητα στο μυαλό μου, όπως κατέβαινα τα σκαλιά για το σταθμό του μετρό στο Μέγαρο Μουσικής. [Τα εκδοτήρια εισιτηρίων ήταν ευτυχώς ακόμα στη θέση τους, τα «ελευθέρας» –όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκα– ίσχυαν χτες στο σταθμό «Πετράλωνα»].