Δυο λέξεις όλη η αγωνία, η απελπισία, η αδυναμία, το αδιέξοδό μας. Η συνηθισμένη επωδός κοινών, πλέον, διαπιστώσεων, συνηθισμένων επικρίσεων, αδιάψευστων συμπερασμάτων. Η διατύπωση της καθημερινής απόγνωσης για ένα σήμερα που αλλάζει από λεπτό σε λεπτό, αν κι η γενική αίσθηση είναι ότι τα πάντα στη χώρα εξελίσσονται μέσα σ’ ένα απέραντο τέλμα. Ταυτόχρονα, όμως, κλεισμένη μέσα σ’ αυτή τη σύντομη έκφραση κι όλη η ματαιότητα να οραματιστούμε το αύριο και να σχεδιάσουμε στοιχειωδώς το μέλλον.
Μια υπεκφυγή είναι, μια διέξοδος από τη συζήτηση, τη σκέψη, τον προβληματισμό. Ένας εύσχημος τρόπος, μια «τρίπλα», για να κλείσουμε όπως – όπως την κουβέντα και να τελειώσουμε άρον – άρον την επώδυνη αναζήτηση απαντήσεων και λύσεων. Κατά μία έννοια, θα μπορούσε να είναι ο ορισμός του απόλυτου αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει η κοινωνία μας.
Περιμένουμε να δούμε τι; Από ποιους και από πού θα έρθουν όλα αυτά που περιμένουμε; Μήπως γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι αυτά; Κατά προσέγγιση ίσως; Έχοντας εξαντλήσει όλα τα πιθανά σενάρια κι υποθέσεις εργασίας, μαζί και τα πολιτικά κόμματα, τα κυβερνητικά σχήματα και τους πρωθυπουργούς, ανακυκλώνουμε ξανά και ξανά τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες ευθύνες, τις ίδιες επιλογές, τις ίδιες συνέπειες.
Μιλάμε για ανάπτυξη, για θέσεις εργασίας, για έξοδο από την κρίση και το μόνο που ζούμε είναι μια αφόρητη επανάληψη των ίδιων επιχειρημάτων, των ίδιων πρακτικών, των ίδιων συμπερασμάτων. Η κυριαρχία του δημόσιου τομέα της οικονομίας παραμένει ανέγγιχτη, ζει και βασιλεύει, ενώ στρατιές νέων συνταξιούχων εξακολουθούν να συνωθούνται μπροστά στα άδεια ταμεία των ασφαλιστικών φορέων. Με μπροστάρη κι οδηγό το πολιτικό σύστημα και τους «πελάτες» του, αλλά κι ό,τι εξέθρεψε και γιγάντωσε τις χρόνιες παθολογίες του νεοελληνικού κράτους.
Η παρούσα κυβέρνηση μοιράζει ανέξοδα υποσχέσεις για ισοδύναμα, αν και γνωρίζει πολύ καλά ότι το μόνο που μπορεί να μοιράσει –εκτός, βέβαια, από λόγια– είναι η φτώχεια κι η περαιτέρω συρρίκνωση της εθνικής οικονομίας. Ομιλεί για κοινωνική δικαιοσύνη, ευελπιστώντας, ότι η ολοκληρωτική ισοπέδωση των μεσαίων στρωμάτων, εκ των πραγμάτων –επικουρούντος και του κοινωνικού αυτοματισμού– θα δημιουργήσει κοινωνική ευφορία μέσω της ισοδύναμης φτωχοποίησης σε ακόμα μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.
Βρισκόμαστε σε ελεύθερη πτώση και δεν είναι μόνο οι περικοπές κι οι μειώσεις στα εισοδήματα κι η απαξίωση των περιουσιών που δίνουν αυτή την αίσθηση, αλλά η παρατεταμένη αδυναμία να διακρίνουμε ξεκάθαρα πού βρίσκεται επιτέλους ο πάτος του βαρελιού, η έξοδος του τούνελ. Ούτε το ηθικό έρμα, ούτε την ψυχική δύναμη διαθέτουμε για να ανακόψουμε την πτωτική πορεία μας, ούτε και τους αναγκαίους θεσμικούς και κρατικούς μηχανισμούς –δυστυχώς. Αφεθήκαμε έρμαια στην έλξη της κομματικής βαρύτητας, στην ευκολία της κυβερνητικής αδράνειας, στη δύναμη της πολιτικής «πεπατημένης».
Μέσα σε λίγους μόλις μήνες οι βεβαιότητες διαψεύστηκαν, η σιγουριά χάθηκε, η εμπιστοσύνη εξανεμίστηκε, μόνη διαφαινόμενη προοπτική η επιστροφή της κοινωνίας και της οικονομίας πολλά χρόνια πίσω, δεκαετίες πιθανόν. Βρισκόμασταν καθ’ οδόν, τώρα επιταχύνουμε. Η κατάσταση που «σέρνεται» μετά τις πρόσφατες εκλογές δεν επιτρέπει προς το παρόν, όχι μόνο ν’ αναπηδήσει η όποια ελπίδα, αλλά ούτε κάν να τροφοδοτηθεί η στοιχειώδης αισιοδοξία ότι, τουλάχιστον, επίκειται η σταθεροποίηση, η δημιουργία δεδομένων και βάσης για γόνιμο προβληματισμό, διατύπωση σχεδίων και εφαρμογή λύσεων.
[Μπορεί μικρόφωνα και μικροτσίπ να μην υπάρχουν πλέον στο οπλοστάσιο του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, αλλά εξαγγελίες για «θερινά Νταβός», μάλλον πίκρα αφήνουν στο χαμόγελο που σχηματίζεται στα χείλη].
[Μπορεί μικρόφωνα και μικροτσίπ να μην υπάρχουν πλέον στο οπλοστάσιο του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, αλλά εξαγγελίες για «θερινά Νταβός», μάλλον πίκρα αφήνουν στο χαμόγελο που σχηματίζεται στα χείλη].

