Ίσως να μην αξίζει κάν –θα σκεφτείς– ν’ ασχολείται κανείς με τέτοιες λεπτομέρειες. Ίσως είναι χάσιμο χρόνου κι άδικος κόπος. Για τους άλλους. Για μένα οι λεπτομέρειες συνθέτουν το σύνολο και κάνουν τη διαφορά. Οι λεπτομέρειες, ειδικά όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν τη ζωή και το μέλλον, εμένα και τα παιδιά μου, έχουν και τη σημασία, αλλά προ παντός την αξία τους.
«Το μέλλον ξεκίνησε», λοιπόν, δηλώνει εμφαντικά το κόκκινο πανό πίσω από τον Αλέξη Τσίπρα. Εκείνο το μέλλον που ακόμα ούτε κάν στα σπάργανα δεν βρίσκεται. Εκείνο το μέλλον που ούτε οι εμπνευστές του δεν είναι σε θέση να προσδορίσουν με στοιχειώδη σαφήνεια. Εκείνο το μέλλον που εγώ –ως κυρίαρχος λαός– θα καλούμαι στο όνομα –πάντα– της δημοκρατίας να καθορίζω και να διαλέγω ανάλογα άραγε με τι; Με τη λογική; Το συναίσθημα; Το θυμό ή την άγνοια; Εκείνο το μέλλον που το μόνο που ζητά είναι η απόρριψη ή κι η εκδίκηση ακόμα του παρόντος και του παρελθόντος. Εκείνο το μέλλον που σαν κατάλευκη περιστερά μου προτείνει πιέζοντάς με επίμονα κι επιτατικά να υπογράψω με την ψήφο μου λευκή επιταγή κυβερνητικής πολιτικής.
Δεν έχω πρόθεση ν’ αντιδικήσω με κανέναν ΣΥΡΙΖΑ. Οι λεπτομέρειες όμως για μένα κάνουν τη διαφορά. Όταν ένα κόμμα που διεκδικεί με αξιώσεις τη διακυβέρνηση του τόπου, δεν είναι σε θέση προεκλογικά, ούτε ένα σύνθημα να επινοήσει για να εμπνεύσει, να παρακινήσει και να ενθουσιάσει τους οπαδούς του ή τους πολίτες, αλλά αντιγράφει κι αναπαράγει συνθήματα άλλων κομμάτων –του ΠΑΣΟΚ εν προκειμένω– που κυκλοφόρησαν μόλις λίγα χρόνια πριν, τι θα μπορούσα να υποθέσω για τη φαντασία, τον οραματισμό ή την επινοητικότητα των στελεχών και του επικοινωνιακού επιτελείου του;
Δεν θέλω να παρακολουθήσω τη λογική που θέλει τον ΣΥΡΙΖΑ ν’ αντιγράφει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, όσο κι αν οι συμπεριφορές κι οι δηλώσεις τόσο του Αλέξη Τσίπρα, όσο και του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, παραπέμπουν ευθέως σ’ αυτό το συμπέρασμα. Θεωρώ, ότι η επιλογή αυτή του συνθήματος είναι τόσο προφανώς ΠΑΣΟΚική, που –αν μη τι άλλο– οι υπεύθυνοι του κόμματος θα επέλεγαν έναν πιο συγκεκαλυμμένο τρόπο κι όχι με το κεντρικό πανό στο συνέδριο του κόμματος είκοσι μέρες πριν τις εκλογές. Πέρα, συνεπώς, από τους όποιους συνειρμούς κι εικασίες, για τις οποίες καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, εκείνο που επισημαίνω είναι, ότι αυτό το κλεμμένο σύνθημα δεν αφορά μιαν επουσιώδη λεπτομέρεια, αλλά αποτελεί ένα προφανές δείγμα της αλαζονείας και της έπαρσης που έχει καταλάβει το κόμμα της Κουμουνδούρου, η οποία είναι κατάδηλη από την πρώτη στιγμή μετά την ολοκλήρωση της τρίτης ψηφοφορίας για την εκλογή προέδρου δημοκρατίας.
Όταν το 2000 το ΠΑΣΟΚ επέλεξε –μεταξύ των άλλων– κι αυτό το επιτυχημένο σύνθημα, είχε πίσω του ένα σπουδαίο κυβερνητικό έργο και βάδιζε με σταθερότητα για την είσοδο στην ΟΝΕ και τη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων. Την περίοδο εκείνη εξελίσσονταν τεράστια έργα υποδομής που κατά γενική ομολογία άλλαξαν την εικόνα της Ελλάδας και βελτίωσαν τη ζωή των Ελλήνων. Υπήρχε αισιοδοξία κι αυτοπεποίθηση, ότι όντως το μέλλον είναι ανοιχτό κι ελπιδοφόρο. Υπήρχε σχέδιο, οραματισμός. Το μέλλον κι οι ορίζοντές του ήταν ορθάνοιχτοι για την Ελλάδα και τους Έλληνες.
Σήμερα αυτό το μέλλον δεν υπάρχει. Από το 2000 έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια, που επιμελώς φροντίζουμε να τα συκοφαντούμε, να τα λοιδορούμε και να τα ισοπεδώνουμε –όπως και τ’ άλλα που προηγήθηκαν– κρίνοντας εκ του ασφαλούς και εκ του αποτελέσματος. Τις αιτίες, τα λάθη και τις παραλήψεις που υποθήκευσαν και τελικώς ακύρωσαν εν πολλοίς το μέλλον εκείνης της εποχής, όσοι αναζήτησαν την αλήθεια και τόλμησαν ν' ανασηκώσουν πέπλα σιωπής ανατρέχοντας σε στοιχεία, τα έχουν διαπιστώσει.
Ο ΣΥΡΙΖΑ –και τα παρακολουθήματά του– είναι κόμματα που γιγαντώθηκαν «εκ του αποτελέσματος». Είναι προϊόντα της συγκυρίας και γεννήματα της κρίσης. Οι «προγραμματικές» τους θέσεις εδράζονται στον ανθρώπινο πόνο και την απελπισία. Το μέλλον που θεωρούν ότι ξεκίνησε με το μποϊκοτάρισμα των θεσμών και το μπλοκάρισμα της εκλογής προέδρου, δεν είναι ένα μέλλον ελπίδας, αισιοδοξίας και προοπτικής. Η οικονομική δυσπραγία κι η ανθρώπινη αδυναμία που αναδείχτηκαν μέσα στην κρίση, εξαιτίας της βεβιασμένης και κοινωνικά άνισης αντιμετώπισής της από τα κόμματα που κυβέρνησαν αυτά τα χρόνια, δεν αποτελούν ασφαλή εφαλτήριο για την οικοδόμηση της Ελλάδας του μέλλοντος, του 2020, του 2035 ή του 2050.
Το 2000 υπήρχε ελπίδα, σήμερα υπάρχει απελπισία. Για να ξανοιχτείς και να μιλήσεις αξιόπιστα για το μέλλον θα πρέπει πρώτα να το οραματιστείς, να το ονειρευτείς, να το προτείνεις. Πρώτος θα πρέπει να δείξεις με ειλικρίνεια το δρόμο και την πορεία που προτείνεις. Χωρίς αιρέσεις, δίχως αμφισημίες. Χωρίς υποσημειώσεις και γκρίζες ζώνες. Μοναδικός ασφαλής πυλώνας κάτω απ’ τον οποίο μπορεί αυτή η πολιτική να νομιμοποιηθεί και ν’ αποτελέσει ασφαλή δυναμική είναι η αλήθεια. Η αλήθεια που θ’ απελευθερώσει από ψευτοδιλήμματα κι αμφιταλαντεύσεις, θα ξεκαθαρίσει από παραπλανήσεις και συκοφαντίες, θα ξεδιαλύνει επιφυλάξεις και υποψίες. Άλλως, όλη η δυναμική κι όλη η ενέργεια που μετεκλογικά θα έχει εκλείσει θα γυρίσουν μπούμερανγκ στους εμπνευστές της.
Αυτό το μέλλον θα ‘ναι μια αυταπάτη, καμιά σχέση δεν πρόκειται να ‘χει μ’ εκείνο του 2000, γιατί ούτε η κοινωνία μας είναι πια η ίδια, ούτε οι ανάγκες της εποχής το ‘χουν ανάγκη. Μόνο ίσια σ’ ένα παρελθόν μπορεί να μας γυρίσουν, εκείνο που με κόπο πολύ, αίμα και δάκρυα, παλέψανε γενιές Ελλήνων πριν από μας για να το ξεπεράσουν.
Αυτό το μέλλον κάθε άλλο παρά θα 'ναι μια λεπτομέρεια της όλης ιστορίας.
«Το μέλλον ξεκίνησε», λοιπόν, δηλώνει εμφαντικά το κόκκινο πανό πίσω από τον Αλέξη Τσίπρα. Εκείνο το μέλλον που ακόμα ούτε κάν στα σπάργανα δεν βρίσκεται. Εκείνο το μέλλον που ούτε οι εμπνευστές του δεν είναι σε θέση να προσδορίσουν με στοιχειώδη σαφήνεια. Εκείνο το μέλλον που εγώ –ως κυρίαρχος λαός– θα καλούμαι στο όνομα –πάντα– της δημοκρατίας να καθορίζω και να διαλέγω ανάλογα άραγε με τι; Με τη λογική; Το συναίσθημα; Το θυμό ή την άγνοια; Εκείνο το μέλλον που το μόνο που ζητά είναι η απόρριψη ή κι η εκδίκηση ακόμα του παρόντος και του παρελθόντος. Εκείνο το μέλλον που σαν κατάλευκη περιστερά μου προτείνει πιέζοντάς με επίμονα κι επιτατικά να υπογράψω με την ψήφο μου λευκή επιταγή κυβερνητικής πολιτικής.
Δεν έχω πρόθεση ν’ αντιδικήσω με κανέναν ΣΥΡΙΖΑ. Οι λεπτομέρειες όμως για μένα κάνουν τη διαφορά. Όταν ένα κόμμα που διεκδικεί με αξιώσεις τη διακυβέρνηση του τόπου, δεν είναι σε θέση προεκλογικά, ούτε ένα σύνθημα να επινοήσει για να εμπνεύσει, να παρακινήσει και να ενθουσιάσει τους οπαδούς του ή τους πολίτες, αλλά αντιγράφει κι αναπαράγει συνθήματα άλλων κομμάτων –του ΠΑΣΟΚ εν προκειμένω– που κυκλοφόρησαν μόλις λίγα χρόνια πριν, τι θα μπορούσα να υποθέσω για τη φαντασία, τον οραματισμό ή την επινοητικότητα των στελεχών και του επικοινωνιακού επιτελείου του;
Δεν θέλω να παρακολουθήσω τη λογική που θέλει τον ΣΥΡΙΖΑ ν’ αντιγράφει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, όσο κι αν οι συμπεριφορές κι οι δηλώσεις τόσο του Αλέξη Τσίπρα, όσο και του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, παραπέμπουν ευθέως σ’ αυτό το συμπέρασμα. Θεωρώ, ότι η επιλογή αυτή του συνθήματος είναι τόσο προφανώς ΠΑΣΟΚική, που –αν μη τι άλλο– οι υπεύθυνοι του κόμματος θα επέλεγαν έναν πιο συγκεκαλυμμένο τρόπο κι όχι με το κεντρικό πανό στο συνέδριο του κόμματος είκοσι μέρες πριν τις εκλογές. Πέρα, συνεπώς, από τους όποιους συνειρμούς κι εικασίες, για τις οποίες καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, εκείνο που επισημαίνω είναι, ότι αυτό το κλεμμένο σύνθημα δεν αφορά μιαν επουσιώδη λεπτομέρεια, αλλά αποτελεί ένα προφανές δείγμα της αλαζονείας και της έπαρσης που έχει καταλάβει το κόμμα της Κουμουνδούρου, η οποία είναι κατάδηλη από την πρώτη στιγμή μετά την ολοκλήρωση της τρίτης ψηφοφορίας για την εκλογή προέδρου δημοκρατίας.
Όταν το 2000 το ΠΑΣΟΚ επέλεξε –μεταξύ των άλλων– κι αυτό το επιτυχημένο σύνθημα, είχε πίσω του ένα σπουδαίο κυβερνητικό έργο και βάδιζε με σταθερότητα για την είσοδο στην ΟΝΕ και τη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων. Την περίοδο εκείνη εξελίσσονταν τεράστια έργα υποδομής που κατά γενική ομολογία άλλαξαν την εικόνα της Ελλάδας και βελτίωσαν τη ζωή των Ελλήνων. Υπήρχε αισιοδοξία κι αυτοπεποίθηση, ότι όντως το μέλλον είναι ανοιχτό κι ελπιδοφόρο. Υπήρχε σχέδιο, οραματισμός. Το μέλλον κι οι ορίζοντές του ήταν ορθάνοιχτοι για την Ελλάδα και τους Έλληνες.
Σήμερα αυτό το μέλλον δεν υπάρχει. Από το 2000 έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια, που επιμελώς φροντίζουμε να τα συκοφαντούμε, να τα λοιδορούμε και να τα ισοπεδώνουμε –όπως και τ’ άλλα που προηγήθηκαν– κρίνοντας εκ του ασφαλούς και εκ του αποτελέσματος. Τις αιτίες, τα λάθη και τις παραλήψεις που υποθήκευσαν και τελικώς ακύρωσαν εν πολλοίς το μέλλον εκείνης της εποχής, όσοι αναζήτησαν την αλήθεια και τόλμησαν ν' ανασηκώσουν πέπλα σιωπής ανατρέχοντας σε στοιχεία, τα έχουν διαπιστώσει.
Ο ΣΥΡΙΖΑ –και τα παρακολουθήματά του– είναι κόμματα που γιγαντώθηκαν «εκ του αποτελέσματος». Είναι προϊόντα της συγκυρίας και γεννήματα της κρίσης. Οι «προγραμματικές» τους θέσεις εδράζονται στον ανθρώπινο πόνο και την απελπισία. Το μέλλον που θεωρούν ότι ξεκίνησε με το μποϊκοτάρισμα των θεσμών και το μπλοκάρισμα της εκλογής προέδρου, δεν είναι ένα μέλλον ελπίδας, αισιοδοξίας και προοπτικής. Η οικονομική δυσπραγία κι η ανθρώπινη αδυναμία που αναδείχτηκαν μέσα στην κρίση, εξαιτίας της βεβιασμένης και κοινωνικά άνισης αντιμετώπισής της από τα κόμματα που κυβέρνησαν αυτά τα χρόνια, δεν αποτελούν ασφαλή εφαλτήριο για την οικοδόμηση της Ελλάδας του μέλλοντος, του 2020, του 2035 ή του 2050.
Το 2000 υπήρχε ελπίδα, σήμερα υπάρχει απελπισία. Για να ξανοιχτείς και να μιλήσεις αξιόπιστα για το μέλλον θα πρέπει πρώτα να το οραματιστείς, να το ονειρευτείς, να το προτείνεις. Πρώτος θα πρέπει να δείξεις με ειλικρίνεια το δρόμο και την πορεία που προτείνεις. Χωρίς αιρέσεις, δίχως αμφισημίες. Χωρίς υποσημειώσεις και γκρίζες ζώνες. Μοναδικός ασφαλής πυλώνας κάτω απ’ τον οποίο μπορεί αυτή η πολιτική να νομιμοποιηθεί και ν’ αποτελέσει ασφαλή δυναμική είναι η αλήθεια. Η αλήθεια που θ’ απελευθερώσει από ψευτοδιλήμματα κι αμφιταλαντεύσεις, θα ξεκαθαρίσει από παραπλανήσεις και συκοφαντίες, θα ξεδιαλύνει επιφυλάξεις και υποψίες. Άλλως, όλη η δυναμική κι όλη η ενέργεια που μετεκλογικά θα έχει εκλείσει θα γυρίσουν μπούμερανγκ στους εμπνευστές της.
Αυτό το μέλλον θα ‘ναι μια αυταπάτη, καμιά σχέση δεν πρόκειται να ‘χει μ’ εκείνο του 2000, γιατί ούτε η κοινωνία μας είναι πια η ίδια, ούτε οι ανάγκες της εποχής το ‘χουν ανάγκη. Μόνο ίσια σ’ ένα παρελθόν μπορεί να μας γυρίσουν, εκείνο που με κόπο πολύ, αίμα και δάκρυα, παλέψανε γενιές Ελλήνων πριν από μας για να το ξεπεράσουν.
Αυτό το μέλλον κάθε άλλο παρά θα 'ναι μια λεπτομέρεια της όλης ιστορίας.


