Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

"Το μέλλον ξεκίνησε".


Ίσως να μην αξίζει κάν –θα σκεφτείς– ν’ ασχολείται κανείς με τέτοιες λεπτομέρειες. Ίσως είναι χάσιμο χρόνου κι άδικος κόπος. Για τους άλλους. Για μένα οι λεπτομέρειες συνθέτουν το σύνολο και κάνουν τη διαφορά. Οι λεπτομέρειες, ειδικά όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν τη ζωή και το μέλλον, εμένα και τα παιδιά μου, έχουν και τη σημασία, αλλά προ παντός την αξία τους.

«Το μέλλον ξεκίνησε», λοιπόν, δηλώνει εμφαντικά το κόκκινο πανό πίσω από τον Αλέξη Τσίπρα. Εκείνο το μέλλον που ακόμα ούτε κάν στα σπάργανα δεν βρίσκεται. Εκείνο το μέλλον που ούτε οι εμπνευστές του δεν είναι σε θέση να προσδορίσουν με στοιχειώδη σαφήνεια. Εκείνο το μέλλον που εγώ –ως κυρίαρχος λαός– θα καλούμαι στο όνομα –πάντα– της δημοκρατίας να καθορίζω και να διαλέγω ανάλογα άραγε με τι; Με τη λογική; Το συναίσθημα; Το θυμό ή την άγνοια; Εκείνο το μέλλον που το μόνο που ζητά είναι η απόρριψη ή κι η εκδίκηση ακόμα του παρόντος και του παρελθόντος. Εκείνο το μέλλον που σαν κατάλευκη περιστερά μου προτείνει πιέζοντάς με επίμονα κι επιτατικά να υπογράψω με την ψήφο μου λευκή επιταγή κυβερνητικής πολιτικής.

Δεν έχω πρόθεση ν’ αντιδικήσω με κανέναν ΣΥΡΙΖΑ. Οι λεπτομέρειες όμως για μένα κάνουν τη διαφορά. Όταν ένα κόμμα που διεκδικεί με αξιώσεις τη διακυβέρνηση του τόπου, δεν είναι σε θέση προεκλογικά, ούτε ένα σύνθημα να επινοήσει για να εμπνεύσει, να παρακινήσει και να ενθουσιάσει τους οπαδούς του ή τους πολίτες, αλλά αντιγράφει κι αναπαράγει συνθήματα άλλων κομμάτων –του ΠΑΣΟΚ εν προκειμένω– που κυκλοφόρησαν μόλις λίγα χρόνια πριν, τι θα μπορούσα να υποθέσω για τη φαντασία, τον οραματισμό ή την επινοητικότητα των στελεχών και του επικοινωνιακού επιτελείου του;

Δεν θέλω να παρακολουθήσω τη λογική που θέλει τον ΣΥΡΙΖΑ ν’ αντιγράφει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, όσο κι αν οι συμπεριφορές κι οι δηλώσεις τόσο του Αλέξη Τσίπρα, όσο και του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, παραπέμπουν ευθέως σ’ αυτό το συμπέρασμα. Θεωρώ, ότι η επιλογή αυτή του συνθήματος είναι τόσο προφανώς ΠΑΣΟΚική, που –αν μη τι άλλο– οι υπεύθυνοι του κόμματος θα επέλεγαν έναν πιο συγκεκαλυμμένο τρόπο κι όχι με το κεντρικό πανό στο συνέδριο του κόμματος είκοσι μέρες πριν τις εκλογές. Πέρα, συνεπώς, από τους όποιους συνειρμούς κι εικασίες, για τις οποίες καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, εκείνο που επισημαίνω είναι, ότι αυτό το κλεμμένο σύνθημα δεν αφορά μιαν επουσιώδη λεπτομέρεια, αλλά αποτελεί ένα προφανές δείγμα της αλαζονείας και της έπαρσης που έχει καταλάβει το κόμμα της Κουμουνδούρου, η οποία είναι κατάδηλη από την πρώτη στιγμή μετά την ολοκλήρωση της τρίτης ψηφοφορίας για την εκλογή προέδρου δημοκρατίας.

Όταν το 2000 το ΠΑΣΟΚ επέλεξε –μεταξύ των άλλων– κι αυτό το επιτυχημένο σύνθημα, είχε πίσω του ένα σπουδαίο κυβερνητικό έργο και βάδιζε με σταθερότητα για την είσοδο στην ΟΝΕ και τη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων. Την περίοδο εκείνη εξελίσσονταν τεράστια έργα υποδομής που κατά γενική ομολογία άλλαξαν την εικόνα της Ελλάδας και βελτίωσαν τη ζωή των Ελλήνων. Υπήρχε αισιοδοξία κι αυτοπεποίθηση, ότι όντως το μέλλον είναι ανοιχτό κι ελπιδοφόρο. Υπήρχε σχέδιο, οραματισμός. Το μέλλον κι οι ορίζοντές του ήταν ορθάνοιχτοι για την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Σήμερα αυτό το μέλλον δεν υπάρχει. Από το 2000 έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια, που επιμελώς φροντίζουμε να τα συκοφαντούμε, να τα λοιδορούμε και να τα ισοπεδώνουμε –όπως και τ’ άλλα που προηγήθηκαν– κρίνοντας εκ του ασφαλούς και εκ του αποτελέσματος. Τις αιτίες, τα λάθη και τις παραλήψεις που υποθήκευσαν και τελικώς ακύρωσαν εν πολλοίς το μέλλον εκείνης της εποχής, όσοι αναζήτησαν την αλήθεια και τόλμησαν ν' ανασηκώσουν πέπλα σιωπής ανατρέχοντας σε στοιχεία, τα έχουν διαπιστώσει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ –και τα παρακολουθήματά του– είναι κόμματα που γιγαντώθηκαν «εκ του αποτελέσματος». Είναι προϊόντα της συγκυρίας και γεννήματα της κρίσης. Οι «προγραμματικές» τους θέσεις εδράζονται στον ανθρώπινο πόνο και την απελπισία. Το μέλλον που θεωρούν ότι ξεκίνησε με το μποϊκοτάρισμα των θεσμών και το μπλοκάρισμα της εκλογής προέδρου, δεν είναι ένα μέλλον ελπίδας, αισιοδοξίας και προοπτικής. Η οικονομική δυσπραγία κι η ανθρώπινη αδυναμία που αναδείχτηκαν μέσα στην κρίση, εξαιτίας της βεβιασμένης και κοινωνικά άνισης αντιμετώπισής της από τα κόμματα που κυβέρνησαν αυτά τα χρόνια, δεν αποτελούν ασφαλή εφαλτήριο για την οικοδόμηση της Ελλάδας του μέλλοντος, του 2020, του 2035 ή του 2050.

Το 2000 υπήρχε ελπίδα, σήμερα υπάρχει απελπισία. Για να ξανοιχτείς και να μιλήσεις αξιόπιστα για το μέλλον θα πρέπει πρώτα να το οραματιστείς, να το ονειρευτείς, να το προτείνεις. Πρώτος θα πρέπει να δείξεις με ειλικρίνεια το δρόμο και την πορεία που προτείνεις. Χωρίς αιρέσεις, δίχως αμφισημίες. Χωρίς υποσημειώσεις και γκρίζες ζώνες. Μοναδικός ασφαλής πυλώνας κάτω απ’ τον οποίο μπορεί αυτή η πολιτική να νομιμοποιηθεί και ν’ αποτελέσει ασφαλή δυναμική είναι η αλήθεια. Η αλήθεια που θ’ απελευθερώσει από ψευτοδιλήμματα κι αμφιταλαντεύσεις, θα ξεκαθαρίσει από παραπλανήσεις και συκοφαντίες, θα ξεδιαλύνει επιφυλάξεις και υποψίες. Άλλως, όλη η δυναμική κι όλη η ενέργεια που μετεκλογικά θα έχει εκλείσει θα γυρίσουν μπούμερανγκ στους εμπνευστές της.

Αυτό το μέλλον θα ‘ναι μια αυταπάτη, καμιά σχέση δεν πρόκειται να ‘χει μ’ εκείνο του 2000, γιατί ούτε η κοινωνία μας είναι πια η ίδια, ούτε οι ανάγκες της εποχής το ‘χουν ανάγκη. Μόνο ίσια σ’ ένα παρελθόν μπορεί να μας γυρίσουν, εκείνο που με κόπο πολύ, αίμα και δάκρυα, παλέψανε γενιές Ελλήνων πριν από μας για να το ξεπεράσουν.

Αυτό το μέλλον κάθε άλλο παρά θα 'ναι μια λεπτομέρεια της όλης ιστορίας.


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Για όλα φταίει ο Γιώργος.


«Για όλα φταίει ο Νταλάρας», ήταν το επί σκηνής χαριτολόγημα της Ελένης Βιτάλη μετά το εξαιρετικό «’Ισως φταίνε τα φεγγάρια», που ερμήνευσε μαζί με το Γιώργο Νταλάρα και τη Γλυκερία στο πάλκο της «Ιεράς Οδού». Κι όσο προχωρούσε το πρόγραμμα και τα τραγούδια που μεγάλωσα μαζί τους διαδέχονταν το ένα το άλλο κι οι εποχές ξετυλίγονταν απ’ το κουβάρι του μυαλού μου πιο γλυκά, πιο αρμονικά, πιο ξεκάθαρα, πιο ανθρώπινα, μπόρεσα να διακρίνω τα κομμάτια του εαυτού μου ανάμεσά τους. «Ναι, φταίει», σιγοψιθύρισα με τη σειρά μου σαν υπεκφυγή, σαν άλλοθι.

‘Εντυσε τις εποχές με τη φωνή του. Πήρε τους στίχους και τους έκανε σκέψεις. Πήρε τις μουσικές και τις έκανε σημαίες και παντιέρες σε γήπεδα, σε θέατρα, σε σκηνές. ‘Ενωσε φωνές, ψυχές, πόνους και πόθους, λύπες και χαρές. Σάλπιζε τις μελωδίες μιας Ελλάδας που αρμένιζε ανεμπόδιστα στα γαλήνια δημοκρατικά νερά της μεταπολίτευσης. Της μικρής πατρίδας που γινόταν στα λόγια του μεγάλη για να υπάρχει όσο υπάρχουμε. Μιλούσε με τα τραγούδια του του καιρού τις αλλαγές και των εποχών τα γυρίσματα.

Μας πήρε μαζί του στον Ορφέα και στο Αττικό. Μας σεργιάνισε στην Ιστορία μιας άλλης Ελλάδας. Της Ελλάδας του ρεμπέτικου, του λαϊκού, του έντεχνου, του πολιτικού τραγουδιού. Τη σεβάστηκε. Δεν την πρόδωσε, δεν την παραχάραξε. Πρόσφερε αυτό που είχε, αυτό που αισθανόταν, αυτό που μπορούσε. Επαγγελματικά, ευσυνείδητα, υπεύθυνα. Είχε να πει κάθε φορά και κάτι διαφορετικό. Ψαχνόταν και έψαχνε. Πρότεινε. Δεν απαιτούσε. Δεν παρακάλαγε. Επέμενε, όμως.

Όταν έβγαλε βρώμα η Ιστορία ότι ξοφλήσαμε, έμεινε όρθιος. Πάνω στη σκηνή, μπρος στο μικρόφωνο. Η φωνή του όμως ηχούσε παράταιρα μελωδική ανάμεσα στις κραυγές και τα γριλίσματα. ‘Εγινε στόχος. Στις μέρες που δεν αντέχουν την ομορφιά και μισούν την ισορροπία, την αρμονία και το συναίσθημα, ο τροβαδούρος γίνεται καιροσκόπος κι ο  κάθε Νταλάρας ξένος κι εχθρός. Πρέπει να σκύψει στα κελεύσματα του όχλου. Τα τραγούδια του ήταν μιας εποχής που πρέπει να σβήσει, να εξαφανιστεί. ‘Ηταν η μελωδική φωνή της μεταπολίτευσης και έπρεπε να τελειώνει. Η μακροβιότερη περιόδος δημοκρατικής ομαλότητας για τον τόπο.

Με παρέσυρε σ’ επικίνδυνα μονοπάτια ο Νταλάρας κι οι συνεργάτες του με τα τραγούδια τους. Μ’ έπιασε τρυφερά απ’ το χέρι και με κατηύθυνε σε χρόνια που δεν πρέπει πια να θυμάμαι, γιατί ήταν -λένε- χρόνια αλλοτρίωσης και καταστροφής. Ανηθικότητας, σήψης και διαφθοράς. Επί της ουσίας δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγως για να βρεθώ σ’ αυτόν τον χώρο βραδιάτικα. ‘Ισως το ίδιο να έπρεπε να σκέφτονταν κι οι δεκάδες άλλοι που γέμισαν ασφυκτικά την αίθουσα και τον εξώστη.

Τι δουλειά έχω τώρα, λίγες μόνο μέρες πριν της εκλογές της απελευθέρωσης, να ξίνω παλιές πληγές και να ανατρέχω σε δίσεχτους καιρούς; Φταίει ο Νταλάρας. Φταίει ο Γιώργος. Φταίει ο Νταλάρας, γιατί εξακολουθεί να επιμένει και να τραγουδά. Εξακολουθεί να ανεμίζει με τους διαχρονικούς στίχους των τραγουδιών του και τις αξεπέραστες μουσικές τους τα ορόσημα του χαμένου δρόμου. Εξακολουθεί να χρωματίζει πίσω απ’ τον καπνό και την καταχνιά το μουντό παρόν μ’ ένα άρωμα Ελλάδας που όλοι λίγο – πολύ κουβαλάμε μέσα μας.

Φταίει ο Νταλάρας, ο Γιώργος κι ο κάθε Γιώργος, ο Μήτσος, η Κατερίνα. Φταίνε τα φεγγάρια τα ίδια. Τα τραγούδια ίσως. Φταίνε όλοι όσοι ξεφεύγουν απ’ το μέσο όρο της εποχής τους. Φταίνε όσοι ανοίγουν προοπτικές, προτείνουν κατευθύνσεις, αλλαγές κι ανατροπές ζωής, λύτρωσης. Φταίνε όσοι χαλάνε την παραφωνία και τη χασμωδία της κρίσης, της απελπισίας, της δυστυχίας των εποχών και των ανθρώπων. Φταίνε, γιατί δεν γλύφουν πληγές για να γιάνουν, μόνο ρίχνουν αλάτι αλήθειας κι ελπίδας, όπως το μπορούν, όπως είναι δυνατό, για να στήψουν, για να σταθούν όλοι όρθιοι, για να νοστιμέψει η πεζή κι άνοστη ζωή. Φταίνε, γιατί σ’ όλη τους την πορεία, τη διαδρομή, την ιστορία, αισθάνονται να τους βαραίνει ένα διαρκές χρέος, μια υποχρέωση. Μόνο χρωστούν. Τραγούδια, χαμόγελα, προτάσεις, όνειρα.

Μου μαλάκωσε την καρδιά ο Γιώργος Νταλάρας, με συγκίνησε, ξύπνησε συναισθήματα και αναμνήσεις. Με βάρκα τα τραγούδια του ταξίδεψα σε μιαν Ελλάδα που εξακολουθεί να είναι εδώ και να περιμένει. Εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τη σκέψη μας. Εξακολουθεί να ελπίζει, μαζί με τα τραγούδια, με τα χαμόγελα, με τις μουσικές, ότι κάποια στιγμή θα καταλάβουμε ότι υπάρχει. Θα την ανακαλύψουμε και πάλι. Θα ξαναβρούμε μαζί της και τον χαμένο εαυτό μας.