Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Τα απειλητικά Χριστούγεννα.


Παραμιλάμε. Περπατάμε, σταματάμε, κοιμόμαστε και μουρμουρίζουμε. Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν απειλητικά κι εμείς κάνουμε ότι δεν τα βλέπουμε, σαν κάποιους ανεπιθύμητους γνωστούς που θέλουμε ν’ αποφύγουμε, αν τύχει και τους πάρει το μάτι μας κάπου στο δρόμο.

Στον κόσμο μας. Το χαμόγελο, η χαρά κι η ξενοιασιά που απλόχερα πρόσφεραν άλλοτε με τον ερχομό τους φαντάζουν φέτος σαν απειλή και βάρος ασήκωτο. Το 2013 φυλλορροεί μέρα με τη μέρα κι οι λογαριασμοί εξακολουθούν να μην λένε να κλείσουν με τίποτα μαζί του. Ούτε μ’ αυτό, αλλά ούτε και με την εφορία, με τη ΔΕΗ, με τα τέλη, με τις κάρτες, με τα δάνεια, με τα φροντιστήρια, με τα ασφάλιστρα. Όλοι οι λογαριασμοί απλήρωτοι κι απλωμένοι στο τραπέζι σαν πασιέντζα που δε βγαίνει, δίνουν το μελαγχολικό τόνο στην άλλοτε γιορταστική ατμόσφαιρα τέτοιων ημερών.

Δεν είναι που δεν περιμένουμε πια τον 14ο μισθό, το δώρο των Χριστουγέννων. Δεν είναι που θα λείψουν τα ταξίδια στη Βιέννη και το Παρίσι, ούτε επειδή το «γιορτινό τραπέζι» –των παραδοσιακών ρεπορτάζ– δεν θα έχει προσούτο, αβοκάντο και παραγεμισμένες γαλοπούλες. Δεν είναι γιατί τόσα χρόνια συνηθίσαμε να μας τα λέει η Βανδή –τότε δεν τα «έλεγε» ακόμα στο Σφακιανάκη– πάνω σε πίστες από στρας, ανάμεσα σε πυρπολημένες φιάλες, βουνά από γαρίφαλα και τσιφτετέλια μέχρι πρωίας, ούτε επειδή ο Χριστός θα ξαναγεννηθεί στη φτωχική φάτνη κι οι μάγοι δεν θα έρθουν φορτωμένοι λαπ τοπ, κινητά, i-pad και μπάρμπι. Είναι η πίκρα κι η απογοήτευση, γιατί κάπου βαθειά μέσα μας αισθανόμαστε, ότι αν για δεκαετίες καταναλώσαμε με απερισκεψία κι ελαφρότητα δάνεια και πιστώσεις και μαζί μ’ αυτά και τις δυνατότητες για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της χώρας, έφτασαν μόνο τρία χρόνια για να σπαταλήσουμε με μεγαλύτερη απερισκεψία κι επιπολαιότητα όλες τις ευκαιρίες συνεργασίας και συνεννόησης για την ανόρθωση και τη σωτηρία της.

Ξεφορτωθήκαμε και πετάξαμε το ηθικό μας έρμα, ανατρέψαμε και ποδοπατήσαμε τις διαχρονικές μας αξίες, συκοφαντήσαμε και δαιμονοποιήσαμε τις διαφορετικές απ’ τις δικές μας αντιλήψεις. Στεκόμαστε τώρα άναυδοι πάνω απ’ το ορθάνοιχτο κουτί της Πανδώρας μ’ όλα τα κακά και τ’ ανάποδα να μας περικυκλώνουν κοιτώντας ο ένας τον άλλο, αλλά μη μπορώντας επί της ουσίας να δούμε κανέναν και τίποτα άλλο εκτός απ’ το πρόβλημά μας και τις ανάγκες μας. Κλεινόμαστε στο καβούκι μας.

Αυτοί που θα έπρεπε πρώτοι απ’ όλους, να προφυλάξουν, να καθοδηγήσουν και να συμπαρασταθούν, πρώτοι και καλύτεροι, με απίστευτη απερισκεψία κι απύθμενη υποκρισία, συνεχίζουν να ξιφουλκούν μεταξύ τους πάνω απ’ αυτό το άδειο κουτί για το μοίρασμα των ιματίων της κουρελιασμένης μας αξιοπρέπειας και της τσαλακωμένης μας αυτοπεποίθησης. Οι ίδιοι που αντιπάλευαν μεταξύ τους μονότονα κι από πάντα, για τους «προϋπολογισμούς λιτότητας» οι μεν ή για τη «θωρακισμένη οικονομία» ενάντια στην παγκόσμια κρίση οι άλλοι.

Τα διαδοχικά φαινόμενα απαξίωσης κι ευτελισμού πολιτικών και πολιτικών θεσμών, έχουν δημιουργήσει ένα πνιγηρό περιβάλλον ασφυξίας για το πολιτικό σύστημα, το οποίο διαχέεται στην κοινωνία τροφοδοτώντας την με ισχυρές δόσεις αρνητικής ενέργειας κι αποστροφής προς για την πολιτική στο σύνολό της. Η διάχυτη εντύπωση, ότι η κυβέρνηση, αλλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αδυνατούν να προσφέρουν ουσιαστική διέξοδο στην οικονομική κρίση και στο υφιστάμενο κοινωνικό αδιέξοδο, καλλιεργεί την αίσθηση της απογοήτευσης και της ματαιότητας. Παράλληλα, η εμφανής προσπάθεια να διατηρηθούν με κάθε τρόπο αναλλοίωτες βασικές συνιστώσες και δομές λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, αν και είναι προφανής η αναντιστοιχία τους με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις που επιβάλουν οι δύσκολες περιστάσεις, τροφοδοτούν τη μεταστροφή σημαντικών κοινωνικών στρωμάτων προς τα άκρα.

Ποιες γιορτές και ποια Χριστούγεννα επιτρέπει αυτός ο κουρνιαχτός καχυποψίας κι η αιθαλομίχλη πολιτικολογίας να ξεπροβάλουν; Ποιες ελπίδες να γεννηθούν μαζί με το Θείο βρέφος και ποια χαμόγελα ν’ ανθίσουν με τον ερχομό του νέου χρόνου, όταν βλέπεις τα Χριστούγεννα να μετατρέπονται από χαρά σε απειλή κι οι γιορτινές μέρες να γίνονται ημερομηνίες λήξης λογαριασμών κι υποχρεώσεων; Επιβίωση κι όποιος αντέξει.

Η αισιοδοξία δεν ρυθμίζεται σε δόσεις με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, όπως οι φόροι, τα τοκοχρεολύσια και τα δάνεια, ούτε η διάθεση και το κέφι προκαλούνται με τροπολογίες κι εγκυκλίους. Αν οι μέρες αυτές μόνο για γιορτινές φέτος δεν μοιάζουν –το ξέρεις και το ξέρω– αλλού βρίσκονται οι αιτίες και οι λόγοι, τα μόνα που δεν φταίνε όμως γι’ αυτό είναι τα Χριστούγεννα.

Τα Χριστούγεννα μόνο αγάπη, γαλήνη κι χαρά μπορούν να μας χαρίσουν. Ας αφεθούμε, λοιπόν, να μας παρασύρουν στη μαγεία τους. Ας πιάσουμε απ’ το χέρι ένα παιδί, το παιδί μας, το ανίψι μας, το εγγόνι μας, ένα παιδί που θα απλώσει για βοήθεια το χέρι. Μέσα στα μάτια του ας αναζητήσουμε το χαμένο εαυτό μας. Εκείνον τον πιτσιρικά που μετρούσε τις μέρες μέχρι να βγει να πει τα κάλαντα. Που έψαχνε τον παγωμένο ουρανό για να βρει το άστρο της Βηθλεέμ. Που του έφτανε το χαρτζιλίκι της γιαγιάς για ν’ αγοράσει τα παιχνίδια όλου του κόσμου. Εκείνον τον πιτσιρικά που χάθηκε απ’ τις αλάνες για ν’ απολαύσει της κεντρικής της θέρμανσης τη ζέστα κι εξαφανίστηκε από τις γειτονιές για να γεμίσει του Στρατηγάκη και του πανεπιστήμιου τις αίθουσες με όνειρα, φιλοδοξίες κι αδιέξοδα. Εκείνον τον διψασμένο για καλύτερη ζωή πιτσιρικά, που πλανεύτηκε στις λεωφόρους με τις πολύχρωμες βιτρίνες και τους κοινωνικούς συνωστισμούς με τα δανεικά χαμόγελα.

Αυτόν τον πιτσιρικά που ξεχάστηκε και ξέχασε, θα ψάξω φέτος τα Χριστούγεννα. Σαν μέσα σε παραμύθι, θα του ξαναθυμίσω, πως για να δεις το άστρο σου, δεν φτάνει να ΄χεις μόνο τα μάτια ανοιχτά και να ‘σαι ξύπνιος, αλλά προπάντων να ‘χεις βλέμμα καθαρό, αθώο, ειλικρινές. Τότε, ας είν’ ο ουρανός συννεφιασμένος και βαρύς κι ας είναι το τραπέζι κι η ζωή φορτωμένη με χίλιες δυο υποχρεώσεις, υπάρχει ελπίδα το άστρο μεσούρανα να δεις και σε μια καινούργια αρχή ακολουθώντας το να σ’ οδηγήσει.


Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Δήμοι στολίδια ή για τα σκουπίδια;



Μαζί με τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια που από μέρες άρχισαν να διακοσμούν τις πόλεις και τις βιτρίνες των καταστημάτων, άρχισαν δειλά-δειλά κι οι πρώτες δημόσιες εμφανίσεις και παρουσιάσεις υποψηφίων δημάρχων και δημοτικών συνδυασμών. Οι δημοτικές εκλογές μπορεί να μην βρίσκονται ακόμα ψηλά στην ατζέντα της επικαιρότητας, αλλά οι διεργασίες κι οι διαβουλεύσεις έχουν ήδη από καιρό ξεκινήσει.

Δύσκολοι καιροί για τη χώρα, δυσκολότεροι για την τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία εκτός από τις χρονίζουσες οργανωτικές της αδυναμίες και λειτουργικές της παθογένειες, θα πρέπει να εξακολουθήσει να λειτουργεί και να προσφέρει τις υπηρεσίες της με δραματικά περιορισμένους προϋπολογισμούς. Οι πιστώσεις ήταν που ήταν μειωμένες, τείνουν κυριολεκτικά προς εξαφάνιση. Ύστερα δε κι από τη φορολογική αφαίμαξη των πολιτών από το κράτος, γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι οποιοσδήποτε ελιγμός από τους δήμους προς την κατεύθυνση αυτή έχει καταστεί απαγορευτικός. Οπότε, τώρα που δεν υπάρχουν απεριόριστες πιστώσεις και κονδύλια για να προσφέρονται εκ του ασφαλούς κοινωνικές υπηρεσίες, για να διοργανώνονται πολυτελείς πολιτιστικές εκδηλώσεις, για να συστήνονται εν μία νυκτί νομικά πρόσωπα κι εταιρείες, για να προσλαμβάνονται εποχικοί προκειμένου να καλυφθούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, τι γίνεται;

Το βασικό πρόβλημα για την τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι αμιγώς οικονομικό, το στοίχημα που μπαίνει δεν έχει μονοσήμαντα λογιστική διάσταση, αλλά βαθιά πολιτική και κοινωνική. Με αυτή τη έννοια, μέσα στο διαμορφωμένο αντίξοο κι εχθρικό για την τοπική αυτοδιοίκηση περιβάλλον, είναι κρίσιμο όχι μόνο να διασφαλιστεί ότι θα εξακολουθήσουν ν’ ασκούνται από τους δήμους οι προβλεπόμενες αρμοδιότητές τους, αλλά κι ότι οι προβλεπόμενες υπηρεσίες, θα συνεχίσουν να προσφέρονται προς τους δημότες και μάλιστα κατά το δυνατόν βελτιωμένες κι εμπλουτισμένες.

Δύσκολος συνδυασμός, αλλά εξίσου προκλητικός κι ελκυστικός για εκείνους που επιθυμούν πραγματικά να προσφέρουν και να υπηρετήσουν ουσιαστικά κι όχι για το θεαθήναι το θεσμό. Από επαγγελματίες δημάρχους και δημοτικούς άρχοντες έχουμε χορτάσει. Από δοσοληψίες κι εξυπηρετήσεις ημετέρων έχουμε μπουχτίσει. Από αναποτελεσματικότητα και σπατάλη έχουν φάει κι οι κότες. Ζητούμενο κατά συνέπεια και το στοίχημα που μπαίνει παράλληλα σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία για τις τοπικές κοινωνίες, είναι η επιλογή κι ανάδειξη στα δημοτικά αξιώματα των συνδημοτών τους εκείνων, που θα έχουν τη θέληση και τη δύναμη ν’ αρθούν με τόλμη, αποφασιστικότητα και συνέπεια, όχι απέναντι στη φανφάρα και την παρλαπίπα του μνημονίου, αλλά απέναντι στα προβλήματα και τις δυσχέρειες που υπάρχουν, απέναντι σ’ αυτούς τους πραγματικούς εχθρούς και δυνάστες της καθημερινότητας.

Οι δήμοι, οι τοπικές κοινωνίες, η κάθε γειτονιά, τα κύτταρα αυτά της κοινωνικής οργάνωσης, οι άνθρωποι που βρίσκονται πίσω από κάθε λογής ομαδοποίηση, είναι οι καταλύτες για να παραχθεί η απολύτως αναγκαία ενέργεια και ισχύς για να πάει κι η χώρα μπροστά. Ο ρόλος της τοπικής κοινωνίας, του καθενός δημότη, πρέπει να αναδειχθεί και να επισημανθεί η σπουδαιότητα κι η κρισιμότητά του για την επιτυχή έκβαση της όποιας προσπάθειας. Σήμερα περισσότερο από ποτέ υπάρχει η ανάγκη να ενεργοποιηθούν και να δραστηριοποιηθούν οι τοπικές κοινωνίες. Από την κινητοποίηση των μικρών συλλογικοτήτων, ακόμα-ακόμα και σε επίπεδο οικογένειας, θα προκύψουν οι πυρήνες για την εμπέδωση μιας διαφορετικής αντίληψης για τη γειτονιά, τη συνοικία και το δήμο που ζούμε. Οι πλατείες, οι δρόμοι, τα σχολεία, τα δέντρα κι οι πρασιές, δεν είναι υποθέσεις «του γείτονα», «των άλλων», της υπηρεσίας πρασίνου ή καθαριότητας, του αντιδημάρχου παιδείας ή τεχνικών υπηρεσιών, αλλά υπόθεση του καθενός κι όλων μαζί. Δεν το έχει ανάγκη μόνο ο δήμος αυτό, το έχει ανάγκη η πατρίδα μας, το έχουμε ανάγκη όλοι εμείς.

Ο δήμαρχος πατερούλης, ο αντιδήμαρχος κλητήρας κι ο δημοτικός σύμβουλος σκουπιδιάρης πρέπει να τελειώσουν. Η συνεργασία δημοτικής αρχής και δημοτών πρέπει αν περάσει σε μια άλλη διάσταση, που ν’ απηχεί μεν τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής, αλλά και να στηρίζεται σ’ έναν δήμο ευέλικτο, αποδοτικό, υπεύθυνο. Ο δήμος υπηρετεί, αλλά και κατευθύνει, ρυθμίζει και συντονίζει, οι δημότες συνεργάζονται, συμμετέχουν, ελέγχουν. Όλοι έχουν τη θέση και το ρόλο τους, καθένας έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Ο μεν δήμος μεριμνά κι ευθύνεται για τη διαρκή διαθεσιμότητα των υπηρεσιών του προς τους δημότες, οι δε δημότες φροντίζουν για τη διαρκή συνεργασία κι υποστήριξη των υπηρεσιών του δήμου. Τελειώνουν τα πεταμένα στρώματα και κλαδιά δίπλα στους κάδους απορριμμάτων, το παρκάρισμα πάνω στα πεζοδρόμια και στις γωνίες, η άναρχη κατάληψη των δημόσιων χώρων.

Βασική προϋπόθεση και δομικός άξονας αυτής της συνεργασίας, ώστε να φτάνει και να διαχέεται ανόθευτη κι ανεμπόδιστη προς την κοινωνία, είναι η συνεργασία μεταξύ των δημοτικών παρατάξεων. Είναι η ειλικρινής κι έντιμη ενημέρωση και συνεννόηση, ο σεβασμός της διαφορετικής γνώμης, η εξάντληση των δυνατοτήτων συμφωνίας. Είναι η δημιουργία δεσμών ευθύνης κι εμπιστοσύνης, συνέπειας κι ανιδιοτέλειας. Είναι ένα άλλο ύφος εξουσίας και διοίκησης κι ένα διαφορετικό ήθος διαχείρισης κι επικοινωνίας.

Με θεμέλιο αυτές τις προϋποθέσεις σε συνδυασμό και με τον απαραίτητο σεβασμό, αξιοπρέπεια κι ενδιαφέρον, θα μπορέσει ο δήμος να προσεγγίσει και να καταστήσει αφετηρία κι επίκεντρο της δράσης του τη γειτονιά, να πλησιάζει τα προβλήματα και τις ανάγκες στην πηγή τους. Θα κατορθώσει να προλαμβάνει κι όπου μπορεί ν’ αποκαθιστά και ν’ αντιμετωπίζει με ταχύτητα κι ακρίβεια. Ο δήμος θα συναντάται με τους δημότες, όχι μόνο στο δημαρχείο ή τις κατά περίπτωση υπηρεσίες, αλλά στη γειτονιά, στην περιοχή, εκεί που ζει και πάλλεται καθημερινά η καρδιά του. Εκεί που βρίσκεται η ψυχή του. Εκεί που μπορεί η αλληλεγγύη να μετουσιωθεί σε ομαδικές δράσεις και το μεράκι σε συλλογική δημιουργικότητα.

Μπορεί  ο εκλογικός νόμος να μην αλλάζει, αλλά ο τρόπος λειτουργίας και συνεργασίας μεταξύ δήμων και δημοτών, είναι αναγκαίο να τοποθετηθεί σε νέες βάσεις. Ο δήμος από «κύτταρο δημοκρατίας» μπορεί και πρέπει να μετουσιωθεί σε κύτταρο αναγέννησης, με συμμετοχή, διαφάνεια, εμπιστοσύνη. Μοναδικό προαπαιτούμενο γι΄αυτό δεν είναι αποκλειστικά η επάρκεια των πιστώσεων, αλλά επαρκές μεράκι. διαρκές ενδιαφέρον, συνεχής προσπάθεια. Κάποιοι δήμαρχοι στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη κι άλλες μεγάλες πόλεις ήδη δείχνουν αυτό το δύσκολο δρόμο της συνέπειας και του έργου.

Αυτές οι δημοτικές εκλογές μπορούν και πρέπει να γίνουν η ευκαιρία και το άλμα στο μέλλον για τον ποιοτικό μετασχηματισμό της τοπικής αυτοδιοίκησης. Για ν' ανασάνουν οι τοπικές κοινωνίες και να πάρουν οι δημότες τις πόλεις –αλλά και τις ευθύνες– πραγματικά στα χέρια τους, το οξυγόνο αυτό έχει ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε η δημοκρατία, το χρειάζεται όσο τίποτε άλλο η κοινωνία.