Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Σε τούτα 'δω τα μάρμαρα.


Άρεσε, δεν μπορώ να πω. Η φωτογραφία με τους κουβάδες και τους σκαρφαλωμένους στη σκάλα εργάτες να κάνουν φασίνα στα μάρμαρα του κτιρίου Αβέρωφ στο Πολυτεχνείο –εκτός από επιτυχημένη– προκάλεσε αίσθηση. Η πρωτοβουλία του επιχειρηματία Ιωάννη Τσεπέρκα, που χρηματοδότησε τον καθαρισμό, έκανε ως είδηση το γύρω της χώρας, αποσπώντας ευμενή σχόλια και το γενικό θαυμασμό.

Ντροπή μας.

Ντροπή μας, γιατί με τα «γιούρια» και τα «αέρα» προσπαθούμε ν’ αποδείξουμε –την τελευταία συνήθως στιγμή– ότι είμαστε έτοιμοι, πολιτισμένοι και κοινωνικά ευαίσθητοι κι ότι φροντίζουμε ως πολίτες τη χώρα μας, ενώ στην ουσία δεν είμαστε τίποτε περισσότερο από αθεράπευτα ατομιστές κι αδιόρθωτα εγωιστές.

Το κτίριο-σύμβολο, χάρη σ’ αυτή την αξιέπαινη προσπάθεια, πήρε και πάλι τη μορφή που του αξίζει και ως προς την ιστορία του και ως προς την αποστολή και το έργο του. Μπορεί να παραμείνει καθαρό άραγε, γιατί –όπως ξέρουμε– «σε τούτα ‘δω τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει», αλλά οι μπογιές, τα πανό κι οι κάθε είδους και λογής αφίσες μια χαρά κολλάνε και παραμένουν ανέγγιχτα από ανθρώπου χέρι μέχρι να ξεφτίσουν, να ξεθωριάσουν, να σκιστούν και να μετατραπούν σε σκουπίδια, μετατρέποντας με τη σειρά τους πανεπιστημιακά ιδρύματα και κτίρια της πατρίδας μας, αλλά κι άλλους χώρους εκπαίδευσης και διδασκαλίας, σε αποκρουστικούς σκουπιδότοπους.

Η έλλειψη σεβασμού και φροντίδας προς το δημόσιο χώρο και το περιβάλλον γενικότερα, είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά, που διακρίνει την αλαζονική κι ανεξέλεγκτη εξέλιξή και πορεία μας στις λεωφόρους της μεταπολεμικής ανάπτυξης. Όχι ότι δεν το είχαμε από πριν το σαράκι και το μικρόβιο, όχι ότι ξαφνικά «χαλάσαμε», αλλά είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε κι εμπεδώθηκε η συλλογική αντίληψη για τη χρήση και την αντιμετώπιση του δημόσιου χώρου, του δρόμου, της πλατείας, του κρατικού κτιρίου.

Στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ η κατάσταση έχει ξεφύγει εντελώς από χρόνια. Ίσως τα κτίρια των ΑΕΙ να διεκδικούν τον τίτλο των πλέον βανδαλισμένων χώρων ανά την Επικράτεια. Εκεί που θα έπρεπε να κυριαρχεί η καλαισθησία, η τάξη κι η οργάνωση, βασιλεύουν η βρωμιά, η εγκατάλειψη κι η αδιαφορία. Είναι απορίας άξιο, πώς είναι δυνατόν να προάγεται η γνώση, η έρευνα, η τεχνολογία κι η επιστήμη μέσα σε χώρους που ζέχνουν από ακαθαρσίες και ξερνούν ρυπαρότητα. Τι σχέση μπορεί να έχει η ελεύθερη κι ανεμπόδιστη διακίνηση των ιδεών και των απόψεων, η προαγωγή της άμιλλας και της ευγενικής επιστημονικής αντιπαράθεσης, με την ανεξέλεγκτη κι ανεμπόδιστη αφισοκόλληση, ανάρτηση πανό ή αναγραφή συνθημάτων σε τοίχους.

Δεν πρόκειται για φαινόμενα που εκδηλώθηκαν επ’ ευκαιρία της οικονομικής κρίσης, ούτε για περιπτώσεις μεμονωμένες ή περιστασιακές. Αποτελούν «κανονικότητες» που η πανεπιστημιακή κοινότητα αποδέχεται, ανέχεται και –ενδεχομένως– υποστηρίζει. Η αφισορρύπανση και μόνο αποτελεί μια συγγνωστή παραβατική συμπεριφορά, που δεν μπορεί να κρυφτεί και να καμουφλαριστεί πίσω από την αδιαφορία ή το «άσυλο», αλλά αποτελεί την πλέον ορατή –κι ίσως λιγότερο αποκρουστική– όψη σειράς παραβάσεων ή και παρανομιών, που δυναστεύουν και ταλαιπωρούν επί δεκαετίες τα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ποιος δεν θυμάται την περίπτωση με τα σκουπίδια στο Αριστοτέλειο;

Οι συμπεριφορές αυτές δεν εκδηλώνονται ξαφνικά με το που κάποιος νέος εισάγεται στο πανεπιστήμιο. Ενυπάρχουν ως γενικευμένες αντιλήψεις κι ως στερεότυπα συμπεριφοράς. Έχουν ενθυλακωθεί στο νεανικό υποσυνείδητο από τα πρώτα μαθητικά του βήματα, από το δημοτικό ή κι από το νηπιαγωγείο ακόμα. Έχει μάθει ότι η παιδεία είναι «δωρεάν» κι επειδή είναι δωρεάν μπορεί να την κάνει ότι θέλει, δεν είναι κάτι δικό του, του πατέρα ή της μάνας του, δεν είναι κάτι που ανήκει σε όλους, ένα κοινό αγαθό, που θα πρέπει να το προσέξει και να το προστατέψει. Σαν κάτι «ξένο» το προσεγγίζει. Εξάλλου, κατά κανόνα, αυτό το «ξένο», δεν έχει ούτε επαρκείς υποδομές, ούτε κατάλληλους χώρους, ούτε πραγματοποιεί ελκυστικές εκδηλώσεις και γεγονότα. Συμβατικά κι απρόσωπα, τυπικά και τυποποιημένα είναι τα πρώτα του βιώματα. Η απόλυτη δημοσιοϋπαλληλοποίηση του μαθητή από τα πρώτα – πρώτα τρυφερά του βήματα.

Πώς ν’ αλλάξουν στην πορεία του χρόνου οι εντυπώσεις αυτές, πώς να εκλείψει η αδιαφορία και να κεντριστεί το ενδιαφέρον, όταν και στην παραπέρα πορεία του μαθητικού του βίου κρίσιμες συνιστώσες της μετέπειτα ζωής του προσεγγίζονται κι αντιμετωπίζονται ως «μαθήματα»; Περιβαλλοντική και κυκλοφοριακή αγωγή μέσα από το βιβλίο γίνεται; Στο θρανίο και μέσα στην τάξη στραγγαλίζονται, όχι μόνο πολλές από τις εκπαιδευτικές ώρες της μαθητικής ζωής, αλλά κι ο μελλοντικός χρόνος για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της κοινωνίας, της χώρας της ίδιας. Η δημιουργικότητα κι η φαντασία, ο συνδυασμός κι η σύνθεση επαφίενται και πάλι στον «πατριωτισμό» και το μεράκι και μένουν μετέωρα και ξεκομμένα να κονταροχτυπιούνται και να βάλλονται μέσα σ’ έναν κοινωνικό περίγυρο γεμάτο αρνητική κριτική, δίχως την αίσθηση της συλλογικότητας, του εθελοντισμού και της αλληλεγγύης.

Φτάνουν έτσι, μετά από τόσα χρόνια και τόσους κόπους, τα τρυφερά βλαστάρια σε πανεπιστημιακές αίθουσες αχούρια και σε χώρους που σιχαίνεσαι να περάσεις και το αντιμετωπίζουν ως κάτι απολύτως φυσικό. (Αν μάλιστα κάποιοι τολμήσουν να αντιδράσουν μπορεί να βρεθούν απέναντι και σε δυσάρεστες συνέπειες). Δεν τους έχει γίνει βίωμα σ’ όλη την προηγούμενη μαθητική τους πορεία η αυτενέργεια κι η πρωτοβουλία σε συνδυασμό κι σ’ αλληλεξάρτηση με τη συλλογική προσπάθεια. Δεν έχουν μάθει να φροντίζουν και να εκτιμούν το δημόσιο, επειδή ακριβώς είναι «δωρεάν» –όπως και κάθε τι «δωρεάν»– και το πληρώνουν όλοι, αλλά και επειδή δικαιούνται να το έχουν εξίσου κι όλοι. Δεν έχουν βιώματα από συμμετοχές τους σε δράσεις εκπαιδευτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, αθλητικές, που συστηματικά κι οργανωμένα προβλέπονται και αναπτύσσονται στις σχολικές δραστηριότητες, με ομαδικές εργασίες, με συλλογικά projects.

Έχουν μάθει να κολλάνε σε τοίχους ζωγραφιές κι όχι σε οργανωμένα ταμπλό. Έχουν δει ν’ αναρτώνται σε τζάμια σχολικές ανακοινώσεις. Έχουν «στολίσει» αίθουσες με αφίσες και σημαιάκια κολλημένα με σελοτέιπ. Έχουν συνηθίσει να κάθονται σε μουτζουρωμένα θρανία. Ξέρουν ότι τα σκουπίδια θα τα μαζέψει η καθαρίστρια. Περιμένουν το σχολείο να το βάψει ο Δήμος. Έχουν πιει νερό από βρύσες που βράζουν στο το λιοπύρι. Έχουν συμμετάσχει σε εκπαιδευτικές εκδρομές ανίας και ρουτίνας. Γυμνάστηκαν κι έκαναν «επιδείξεις» σε ασφαλτοστρωμένα προαύλια δίχως ένα περιποιημένο δέντρο ή έστω μια γλάστρα, με κατεστραμμένο φιλέ του βόλεϊ και παραμελημένες μπασκέτες. Κάπνισαν «μετά φόβου Θεού» σε σχολικές τουαλέτες. Κατέλαβαν σχολεία κι έκαψαν απουσιολόγια. Έκαναν 150 απουσίες και δεν απορρίφθηκαν. Κατέφυγαν σε αμφιλεγόμενα πιστοποιητικά για ειδική μεταχείριση στις πανελλήνιες.

Ποια παιδιά θα φροντίσουν, λοιπόν, το πανεπιστήμιο; Ποια παιδιά θα έχουν την καλλιέργεια, τη διάθεση και την υποστήριξη να φροντίσουν και να ενδιαφερθούν προκειμένου οι τοίχοι του κτιρίου Αβέρωφ, αλλά κι οι χώροι σε κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα να διατηρούνται καθαροί;

Πιστεύω πως μπορούν αυτά τα παιδιά. Τα δικά μας παιδιά, τα παιδιά του σήμερα. Αυτά τα καλομαθημένα και κακομαθημένα μας «κωλόπαιδα». Αρκεί να τους δώσουμε τα θεσμικά εργαλεία, να τους προσφέρουμε τα μέσα, να τους δείξουμε την εμπιστοσύνη μας. Τα παιδιά αυτά μπορούν και πρέπει να κάνουν την επανάστασή τους, τώρα. Να γίνουν μπροστάρηδες κι οδηγοί μιας επανάστασης αξιοπρέπειας, αξιών και δημιουργίας. Μιας επανάστασης για τη δια βίου μόρφωση, για τον πολιτισμό, για τη δημοκρατία. Μιας επανάστασης για τη ζωή και το μέλλον, δίχως νεκρούς και παράπλευρες απώλειες, μιας ζωής με δικαιώματα κι υποχρεώσεις.

Αν στηρίζουμε την πατρίδα μας, αν ενδιαφερόμαστε και πιστεύουμε σ’ αυτή, έχουμε χρέος να στηρίξουμε ως οργανωμένη πολιτεία και κοινωνία με όλες μας τις δυνάμεις, με κάθε τρόπο και μέσο τα παιδιά και τους νέους. Εκπαίδευση και μόρφωση, απασχόληση και δουλειά, εδώ ας πέσει με τόλμη, αποφασιστικότητα και συνέπεια όλο το βάρος κι η φροντίδα για την αναδιοργάνωση, την ανάταξη και την ανάπτυξη της χώρας, όχι μόνο απ’ την κυβέρνηση, αλλά από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, απ’ όλη την κοινωνία. Σ’ αυτούς τους πυλώνες να θεμελιωθεί η νέα αφετηρία. Σ’ αυτά τα ολόλευκα, καθαρά και γερά «μάρμαρα», ας στερεωθεί με σιγουριά το αύριο του τόπου. Σ’ αυτά τα «μάρμαρα», που –όπως η ιστορία μας έχει αποδείξει– πραγματικά καμιά σκουριά δεν πιάνει.

Μαζί τους και δίπλα τους, συντονισμένοι, συμμέτοχοι κι αλληλέγγυοι σ’ αυτή την προσπάθεια, μπορεί κι εμείς –οι μεγαλύτεροι– ν’ ανακαλύψουμε και να κατανοήσουμε, επιτέλους, τους λόγους που μας οδήγησαν στο σημερινό οικονομικό αδιέξοδο και την κρίση, τους λόγους που δεν μπορούμε ως τώρα να συνεννοηθούμε μεταξύ μας, τους λόγους που έφτασε στις μέρες μας ο φασισμός να χτυπά με βία την πόρτα μας, τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει ν’ αντιδράσουμε στην παθητικότητα και τη μιζέρια και να ελπίσουμε σ’ ένα καλύτερο αύριο, τους λόγους για τους οποίους χρειάστηκε το φιλότιμο ενός συμπολίτη μας, για να μας διασώσει από την ασχήμια και τη ντροπή, επωμιζόμενος με τόλμη –και μπράβο του– τη συλλογική μας ευθύνη.

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Ιστορίες για ανιστόρητους.



Η Ιστορία δεν φαίνεται να έχει λογαριασμούς μαζί μας, αλλά δεν γνωρίζω άλλο λαό που να έχει τόσους ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία του. Μια διαρκής ανασφάλεια κι ένα αδιάκοπο κυνήγι μαγισσών, εχθρών, καταπατητών, εφιαλτών και προδοτών. Από Ανατολάς μας επιβουλεύονται, από Βορρά κινδυνεύουμε, η Ευρώπη μας εκμεταλλεύεται, οι Αμερικάνοι μας σαμποτάρουν, τα Σκόπια μας αντιγράφουν, η Ρεπούση αμφισβητεί, η Δραγώνα μηδενίζει. Απ’ έξω κι από μέσα καιροφυλαχτούν μύριοι όσοι επικίνδυνοι σφετεριστές και παραχαράκτες της Ιστορίας μας, που αν δεν ήμασταν τόσο προικισμένοι και περιούσιοι, Κύριος οίδε, σε τι εθνικές περιπέτειες θα είχαμε μπλέξει.

Μπλεγμένοι μεταξύ μας είμαστε σε κάθε περίπτωση. Υποκριτές με επιλεκτική και ασθενική μνήμη. Ιστορία αλά κάρτ, μιας χρήσης και για κάθε περίπτωση. Ιστορία που δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις κι αναθεωρήσεις, κατέχει το αλάθητο, το ακριβές και το απόλυτο. Με όλες τις «κερκόπορτες» ανοιχτές, εθελοτυφλούμε ομφαλοσκοπώντας τα «περασμένα μεγαλεία», τα οποία αντί να ενδυναμώνουν τη θέληση για να πάμε μπροστά, θεριεύουν τη λυσσώδη μανία μας να μείνουμε πίσω προσκολλημένοι σ’ ένα, ένδοξο μεν, άλλων εποχών δε, παρελθόν. Την «μικρά αλλ’ έντιμον Ελλάδα» αναπολούμε, κρατώντας γερά κλειστά τα μάτια στις προκλήσεις του παρόντος, στις δυνατότητες του μέλλοντος. 

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα μπορούσαμε ν’ αντιληφθούμε, ότι άλλο είναι να τιμάς και να σέβεσαι την ιστορία της πατρίδας σου κι άλλο να ερευνάς το ιστορικό γίγνεσθαι. Άλλο να συμμετέχεις ενεργά ως πολίτης στα όργανα και τους θεσμούς του κράτους κι άλλο να ενεργείς για την απαξίωση ή την κατάλυσή τους. Άλλο να υποστηρίζεις τις παραδόσεις και τα ήθη του λαού κι άλλο να προσπαθείς να τα επιβάλεις σε όλους και σε κάθε περίπτωση δια της βίας.

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε, ότι κάθε άνθρωπος σ’ όποιο λαό, φυλή ή εθνότητα ανήκει, έχει ανάγκη να εκφράσει, να εξωτερικεύσει και να εκδηλώσει ειρηνικά τις πεποιθήσεις και τις παραδόσεις της πατρίδας του, όπου κι αν βρίσκεται, με σεβασμό στον τόπο που τον φιλοξενεί και φροντίζοντας ν’ ανταποδίδονται τα ίσα στη δική του πατρίδα.

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα είχαμε φροντίσει από πολύ πριν να περιορίζονται τα καθήκοντα των ιεραρχών και του ιερατείου στην έκφραση της πίστης και στις θρησκευτικές εκδηλώσεις λατρείας και μόνο, κι όχι να βαράνε οι καμπάνες ή να γίνονται λαοσυνάξεις κατά το δοκούν και τις πεποιθήσεις του κάθε προκαθήμενου.

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε, ότι κι η επιστήμη της Ιστορίας –όπως όλες οι επιστήμες– εξελίσσεται, αναθεωρείται και τεκμηριώνεται καλύτερα με το πέρασμα του χρόνου και ότι ο βαθμός που η εκπαίδευση θα πρέπει να παρακολουθεί την επιστήμη, να προσαρμόζεται, να  εμπλουτίζει τα προγράμματά της, είναι θέμα της συντεταγμένης πολιτείας μέσω της εκπαιδευτικής κοινότητας να το αποφασίζει κάθε φορά κι όχι του όποιου υπουργού Παιδείας, του όποιου κόμματος, θρησκευτικής οργάνωσης ή σωματείου.

Με τόσο μπέρδεμα, σύγχυση και ημιμάθεια η ιστορία μετατρέπεται σε «Ιστορία για αγρίους», όπου, όποιος φωνάξει περισσότερο, απειλήσει περισσότερο, εκβιάσει περισσότερο, διεκδικεί με αξιώσεις περισσότερο μερίδιο πατριωτισμού και περισσότερο χρόνο παραμονής στην επικαιρότητα. Οι κραυγές κι οι αφορισμοί γίνονται τα επικοινωνιακά εργαλεία μιας μισαλλόδοξης μερίδας της κοινωνίας για να περιφρουρήσει «τα ιερά και τα όσια», διαπράττοντας στο όνομά τους ανοσιουργήματα εις βάρος κάθε αντίθετης γνώμης, άποψης ή εκδήλωσης, αλλά και σε βάρος αλλόθρησκων, αλλόφυλων, ξένων. 

«Η χούντα δεν τελείωσε το ’73», διατείνονταν, φώναζαν κι έγραφαν δεξιά κι αριστερά κάποιοι συμπολίτες μας, αλλά διόλου αυτό μας πείραξε, αφού «Φωνή λαού, οργή Θεού». Η προσπάθεια να ξαναγραφτεί με βίαιο τρόπο η ιστορία της περιόδου από το 1974 μέχρι τις μέρες μας δεν ενοχλεί, βολεύει –βλέπεις– το κλίμα των ημερών και τ’ αντακλαστικά της περιόδου, διευκολύνει τις δυνάμεις της συντήρησης να φέρουν και πάλι την ιστορική μνήμη στα μέτρα τους.

Κάποιοι όμως θα πρέπει, επιτέλους, να μείνουν εδώ, κάποιοι να δηλώσουν «παρών», κάποιοι να μιλήσουν προς την αποσβολωμένη κοινωνία. Κάποιοι έχουν ιστορική ευθύνη να ορθώσουν ανάχωμα, ανάστημα. Κάποιοι να βάλουν το μέτρο στη θέση αυτής της ατέρμονης κι άνισης υπό τις παρούσες συνθήκες αναμέτρησης. Επιλέγοντας να χορεύουν, μοιραίοι, χέρι-χέρι «το χορό του Ζαλόγγου», προσφέρουν τις καλές τους υπηρεσίες στους εκφραστές του πισωγυρίσματος της χώρας, ενώ σέρνουν ταυτόχρονα και τις ιστορικές δημοκρατικές κατακτήσεις των τελευταίων δεκαετιών μαζί τους στο γκρεμό.

Κι αυτό δεν θα είναι –δυστυχώς– για τις επόμενες γενιές ένας ακόμα «εθνικός μύθος».

Φωτο: Jessieleigh15