Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Ιστορίες για ανιστόρητους.



Η Ιστορία δεν φαίνεται να έχει λογαριασμούς μαζί μας, αλλά δεν γνωρίζω άλλο λαό που να έχει τόσους ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία του. Μια διαρκής ανασφάλεια κι ένα αδιάκοπο κυνήγι μαγισσών, εχθρών, καταπατητών, εφιαλτών και προδοτών. Από Ανατολάς μας επιβουλεύονται, από Βορρά κινδυνεύουμε, η Ευρώπη μας εκμεταλλεύεται, οι Αμερικάνοι μας σαμποτάρουν, τα Σκόπια μας αντιγράφουν, η Ρεπούση αμφισβητεί, η Δραγώνα μηδενίζει. Απ’ έξω κι από μέσα καιροφυλαχτούν μύριοι όσοι επικίνδυνοι σφετεριστές και παραχαράκτες της Ιστορίας μας, που αν δεν ήμασταν τόσο προικισμένοι και περιούσιοι, Κύριος οίδε, σε τι εθνικές περιπέτειες θα είχαμε μπλέξει.

Μπλεγμένοι μεταξύ μας είμαστε σε κάθε περίπτωση. Υποκριτές με επιλεκτική και ασθενική μνήμη. Ιστορία αλά κάρτ, μιας χρήσης και για κάθε περίπτωση. Ιστορία που δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις κι αναθεωρήσεις, κατέχει το αλάθητο, το ακριβές και το απόλυτο. Με όλες τις «κερκόπορτες» ανοιχτές, εθελοτυφλούμε ομφαλοσκοπώντας τα «περασμένα μεγαλεία», τα οποία αντί να ενδυναμώνουν τη θέληση για να πάμε μπροστά, θεριεύουν τη λυσσώδη μανία μας να μείνουμε πίσω προσκολλημένοι σ’ ένα, ένδοξο μεν, άλλων εποχών δε, παρελθόν. Την «μικρά αλλ’ έντιμον Ελλάδα» αναπολούμε, κρατώντας γερά κλειστά τα μάτια στις προκλήσεις του παρόντος, στις δυνατότητες του μέλλοντος. 

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα μπορούσαμε ν’ αντιληφθούμε, ότι άλλο είναι να τιμάς και να σέβεσαι την ιστορία της πατρίδας σου κι άλλο να ερευνάς το ιστορικό γίγνεσθαι. Άλλο να συμμετέχεις ενεργά ως πολίτης στα όργανα και τους θεσμούς του κράτους κι άλλο να ενεργείς για την απαξίωση ή την κατάλυσή τους. Άλλο να υποστηρίζεις τις παραδόσεις και τα ήθη του λαού κι άλλο να προσπαθείς να τα επιβάλεις σε όλους και σε κάθε περίπτωση δια της βίας.

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε, ότι κάθε άνθρωπος σ’ όποιο λαό, φυλή ή εθνότητα ανήκει, έχει ανάγκη να εκφράσει, να εξωτερικεύσει και να εκδηλώσει ειρηνικά τις πεποιθήσεις και τις παραδόσεις της πατρίδας του, όπου κι αν βρίσκεται, με σεβασμό στον τόπο που τον φιλοξενεί και φροντίζοντας ν’ ανταποδίδονται τα ίσα στη δική του πατρίδα.

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα είχαμε φροντίσει από πολύ πριν να περιορίζονται τα καθήκοντα των ιεραρχών και του ιερατείου στην έκφραση της πίστης και στις θρησκευτικές εκδηλώσεις λατρείας και μόνο, κι όχι να βαράνε οι καμπάνες ή να γίνονται λαοσυνάξεις κατά το δοκούν και τις πεποιθήσεις του κάθε προκαθήμενου.

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε, ότι κι η επιστήμη της Ιστορίας –όπως όλες οι επιστήμες– εξελίσσεται, αναθεωρείται και τεκμηριώνεται καλύτερα με το πέρασμα του χρόνου και ότι ο βαθμός που η εκπαίδευση θα πρέπει να παρακολουθεί την επιστήμη, να προσαρμόζεται, να  εμπλουτίζει τα προγράμματά της, είναι θέμα της συντεταγμένης πολιτείας μέσω της εκπαιδευτικής κοινότητας να το αποφασίζει κάθε φορά κι όχι του όποιου υπουργού Παιδείας, του όποιου κόμματος, θρησκευτικής οργάνωσης ή σωματείου.

Με τόσο μπέρδεμα, σύγχυση και ημιμάθεια η ιστορία μετατρέπεται σε «Ιστορία για αγρίους», όπου, όποιος φωνάξει περισσότερο, απειλήσει περισσότερο, εκβιάσει περισσότερο, διεκδικεί με αξιώσεις περισσότερο μερίδιο πατριωτισμού και περισσότερο χρόνο παραμονής στην επικαιρότητα. Οι κραυγές κι οι αφορισμοί γίνονται τα επικοινωνιακά εργαλεία μιας μισαλλόδοξης μερίδας της κοινωνίας για να περιφρουρήσει «τα ιερά και τα όσια», διαπράττοντας στο όνομά τους ανοσιουργήματα εις βάρος κάθε αντίθετης γνώμης, άποψης ή εκδήλωσης, αλλά και σε βάρος αλλόθρησκων, αλλόφυλων, ξένων. 

«Η χούντα δεν τελείωσε το ’73», διατείνονταν, φώναζαν κι έγραφαν δεξιά κι αριστερά κάποιοι συμπολίτες μας, αλλά διόλου αυτό μας πείραξε, αφού «Φωνή λαού, οργή Θεού». Η προσπάθεια να ξαναγραφτεί με βίαιο τρόπο η ιστορία της περιόδου από το 1974 μέχρι τις μέρες μας δεν ενοχλεί, βολεύει –βλέπεις– το κλίμα των ημερών και τ’ αντακλαστικά της περιόδου, διευκολύνει τις δυνάμεις της συντήρησης να φέρουν και πάλι την ιστορική μνήμη στα μέτρα τους.

Κάποιοι όμως θα πρέπει, επιτέλους, να μείνουν εδώ, κάποιοι να δηλώσουν «παρών», κάποιοι να μιλήσουν προς την αποσβολωμένη κοινωνία. Κάποιοι έχουν ιστορική ευθύνη να ορθώσουν ανάχωμα, ανάστημα. Κάποιοι να βάλουν το μέτρο στη θέση αυτής της ατέρμονης κι άνισης υπό τις παρούσες συνθήκες αναμέτρησης. Επιλέγοντας να χορεύουν, μοιραίοι, χέρι-χέρι «το χορό του Ζαλόγγου», προσφέρουν τις καλές τους υπηρεσίες στους εκφραστές του πισωγυρίσματος της χώρας, ενώ σέρνουν ταυτόχρονα και τις ιστορικές δημοκρατικές κατακτήσεις των τελευταίων δεκαετιών μαζί τους στο γκρεμό.

Κι αυτό δεν θα είναι –δυστυχώς– για τις επόμενες γενιές ένας ακόμα «εθνικός μύθος».

Φωτο: Jessieleigh15  

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Παιχνίδι με τη φωτιά.


Παίζουμε.

Κυνηγητό, κρυφτό, τις «κουμπάρες», παιχνίδι για παιχνίδι δεν έχει μείνει –από ‘κείνα που παίζαμε πιο παλιά στις αλάνες και τις γειτονιές– που να μην «παίζεται» με αφορμή το κείμενο φάντασμα του «αντιρατσιστικού νομοσχεδίου». Μόνο η σοβαρότητα «δεν παίζει», απλώς και μόνο επειδή αυτή έχει πάει περίπατο.

Δεν προσφέρεται για πλάκα το θέμα, αλλά επί τόσες ημέρες και με τόσα πήγαιν’ έλα, με τόσες δηλώσεις, ανακοινώσεις και συνομιλίες, έχει χάσει και την ουσία και το περιεχόμενο η ενασχόληση με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Σε επίπεδο αρχηγών φτάνει η κουβέντα μήπως και κατορθώσει κι επιλυθεί το δυσεπίλυτο και ακανθώδες –όπως αποδεικνύεται από τα πράγματα– για τα ελληνικά δεδομένα θέμα της ρατσιστικής βίας. Οι «αρχηγοί» πάντα ξέρουν κάτι περισσότερο από δοσολογίες συμβιβασμού και συνταγές συνεργασίας. Τα υπόλοιπα είναι θέμα χρόνου –τηλεοπτικού βεβαίως.

Οι «ασκοί του Αιόλου» έχουν ανοίξει και το θέμα του φασισμού θα πρέπει να τοποθετηθεί πολύ ψηλά στην πολιτική ατζέντα όλων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Όλα τα «απόνερα» της οικονομικής κρίσης, των αλλαγών που έφερε η παγκοσμιοποίηση και το άνοιγμα των αγορών, οι πόλεμοι στην Αφρική και την Ασία, «πλημμυρίζουν» εν είδη προσφυγικών κυμάτων και τσουνάμι οικονομικών μέτρων, ανασφάλειας και φοβιών τις περισσότερες από τις ευρωπαϊκές χώρες. Τα γεγονότα στη Στοκχόλμη και το Λονδίνο ούτε μεμονωμένα μπορούν να θεωρηθούν, ούτε τυχαία.

Η χώρα έχει χρέος ν’ αντιληφθεί τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και να κρούσει με όλη της τη δύναμη –ως κυματοθραύστης των προσφυγικών κυμάτων της Ευρώπης εξ Ανατολών– τον κώδωνα του κινδύνου. Να πρωτοστατήσει και να πρωταγωνιστήσει στην αφύπνιση της παραζαλισμένης απ’ την οικονομική ύφεση και τη λιτότητα Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν είναι μόνο θέμα οδηγιών, δεν είναι μόνο θέμα ευρωπαϊκής νομοθεσίας ή εθνικού δικαίου, είναι θέμα ζωής ή θανάτου. Τον φασισμό, την ξενοφοβία, την αυτοδικία, τη βία δεν θα την αποτρέψουν, ούτε θα την εμποδίσουν άψυχα κείμενα νομοθετικών ρυθμίσεων και ποινικών διατάξεων μόνο. Το φαινόμενο που απλώνεται σαν αργός θάνατος χρόνια τώρα, αλλά που γιγαντώνεται όσο η οικονομική κρίση αφαιρεί, όχι μόνο κεκτημένα, προνόμια, εισοδήματα, αλλά σε πάμπολλες περιπτώσεις και τα στοιχειώδη χρειαζούμενα για την επιβίωση, δεν αντιμετωπίζεται στα χαρτιά, ούτε στα λόγια. Χρειάζονται έργα, συνεργασίες, οργανωμένες πολιτικές πρωτοβουλίες και δυναμικές ενέργειες με βάθος χρόνου και με τη συμμετοχή όλων των ευρωπαϊκών λαών, όλων των πολιτών. Η Ευρώπη έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ έναν άλλον προσανατολισμό.

Η λήψη μέτρων καταστολής, αυταρχισμού και κρατικής βίας το μόνο που θα προκαλέσουν είναι περισσότερο μίσος, περισσότερη βία, περισσότερο πόνο. Θα απαιτήσουν και την απορρόφηση περισσότερων πόρων. Επιμένοντας μόνο στη νομοθετική ρύθμιση του θέματος, είναι σαν να κλείνουμε τα μάτια στο πρόβλημα, αλλά και το μάτι σε όλες εκείνες τις δυνάμεις που έχουν κάθε λόγο να επιτείνεται ο φαύλος κύκλος της βίας, της ανασφάλειας, της ανομίας και της συρρίκνωσης των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

Επί βδομάδες μιλάμε, λοιπόν, χωρίς επί της ουσίας να λέμε τίποτα. Ψάχνουμε ένα κρυμμένο νομοσχέδιο, κρυμμένοι πίσω από μια ευρωπαϊκή οδηγία. Παίζουμε.

Αν είχαν κάτι να κάνουν οι αρχηγοί αύριο, αυτό θα έπρεπε να ήταν κατ’ αρχήν η ομόθυμη –όχι απλώς ομόφωνη– η ομόθυμη και χωρίς περιστροφές καταδίκη του φασισμού κι η καταγγελία των δυνάμεων που, με πρόσχημα τους δημοκρατικούς θεσμούς, απεργάζονται την αποδυνάμωση και εν τοις πράγμασι κατάλυσή της. Ταυτόχρονα, να συμφωνήσουν στην ανάληψη πρωτοβουλιών οι οποίες θα συγκεκριμενοποιηθούν και χρηματοδοτηθούν σε συνεργασία με όλους τους θεσμικούς παράγοντες και φορείς (Δήμοι, πανεπιστήμια, οργανώσεις κ.λπ.) για την άμεση αντιμετώπιση του προβλήματος. Το σπουδαιότερο όμως, να εξαγγείλουν την εκκίνηση σειράς γενναίων μεταρρυθμιστικών διεργασιών, που θα κορυφωθούν με την αναθεώρηση του Συντάγματος, για την εκ βάθρων αλλαγή του πολιτικού συστήματος, από τον τρόπο εκλογής των βουλευτών, τη χρηματοδότηση των κομμάτων, τις εκλογικές περιφέρειες και τον εκλογικό νόμο, τη λειτουργία της κυβέρνησης, των πολιτικών γραφείων κ.ο.κ. με σταδιακή διαμόρφωση και αποτίμηση και των πόρων που θα εξοικονομηθούν. Δραστικές παρεμβάσεις για ν’ ανασάνει η κοινωνία και να απελευθερωθεί ο πολιτικός κόσμος απ’ την ομηρία, τη δυσπιστία και την αμφισβήτηση.

Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Η συζήτηση όμως για το «αυγό του φιδιού» είναι μια ωραία συζήτηση όσο το φίδι κοιμάται. Όταν, όχι μόνο το φίδι έχει ξυπνήσει, αλλά και το αυγό το ίδιο έχει σπάσει, το να εξακολουθείς τη συζήτηση ή να καμώνεσαι πως με φοβέρες και ξόρκια μπορείς να το αντιμετωπίσεις ή αφελής είσαι ή εγκληματικά αμελής. Σε αντίθετη περίπτωση, η στάση σου υποκρύπτει υπολογισμό και σκοπιμότητα. «Το παίζεις».

Ας σκεφθούν μέχρι αύριο, όσοι εξακολουθούν να «παίζουν» παιχνίδια τακτικής κι υπολογισμών. Ας αναλογιστούν με σύνεση, όσοι επιμένουν να μετρούν τι θα πάρουν και τι θα δώσουν. Το παιχνίδι με το φασισμό δεν είναι μόνο παιχνίδι στρατηγικής και εξουσίας, αλλά παιχνίδι με τη φωτιά κι «όποιος παίζει με τη φωτιά καίγεται», λέει η λαϊκή σοφία.