Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Παναγιά μου, Παναγιά μου.


Άχαρο καλοκαίρι. Δίχως ξενοιασιά, δίχως χαλάρωση, δίχως διάθεση και -πού το πας αυτό;- δίχως μετρητά.

Ούτε οι κάλπες του δημοψηφίσματος κατάφεραν να του δώσουν έναν τόνο χάρης και ζωντάνιας. Ούτε τα πρωτόγνωρα κοινοβουλευτικά καμώματα ενδιαφέρον. Ούτε τα grexit και τα αποκαλυπτικά σενάρια επιστροφής στη δραχμή σασπένς.

Δυσθυμία μόνο, κούραση, κακοκεφιά. Από απογοήτευση, αγωνία, οργή και μίσος έχουμε πια μπουχτίσει, χρόνια δουλεύονται και καταναλώνονται.

Τα γεγονότα έρχονται και φεύγουν μπροστά στις κάθιδρες οθόνες ξεθυμαίνοντας σαν τσαλακωμένα κουτάκια μπύρας παρατημένα άδεια κι αδιάφορα στο τραπεζάκι του σαλονιού ανάμεσα σε λαδωμένα κουτιά πίτσας.

Κάθιδροι ρεπόρτερς μάταια πασχίζουν, όχι μόνο να βρουν ίσκιο έξω απ' το Μαξίμου, αλλά και να μεταδώσουν στην αποχαυνωμένη κοινωνία την ένταση των ημερών και την κρισιμότητα των διαδοχικών non papers. Οι δηλώσεις κι οι ψηφοφορίες πριν το χάραμα ξαφνιάζουν πια μόνο εκείνους που δεν βαρέθηκαν τη μεταμόρφωση της πρώτης φοράς.

Κανείς δεν ψάχνει πια στα σκουπίδια για τα σκισμένα μνημόνια. Κανείς δεν αυτοκτονεί στις πλατείες της αγανάκτησης. Η ανθρωπιστική κρίση έπαψε να υπάρχει στις ανταποκρίσεις των ειδησεογραφικών πρακτορείων και τα πρωτοσέλιδά τους το μόνο που εξακολουθούν να πωλούν είναι αμετροεπείς συνεντεύξεις ανεκπλήρωτων σχεδίων και διαψευσμένων πόθων. Οι διεθνείς υποχρεώσεις, το χρέος, χρεώθηκε στη χώρα σα ρετσινιά, μιας ζωής το επονείδιστο σαν όνειδος ενός λαού δαχτυλοδειχτούμενου.

Το έχουμε τερματίσει. Δεν πάει άλλο, πώς να το κάνουμε;

Ποιο σενάριο αισιοδοξίας μπορεί να παρηγορήσει; Ποια υπόθεση εργασίας είναι σε θέση να προσφέρει σιγουριά; Ποια θετική σκέψη μπορεί ν' αντέξει πριν την παρασύρει ακαριαία η επόμενη διάψευση;

Τρώμε τις ήττες με το κουτάλι και πανηγυρίζουμε. Διαλύεται η κοινωνία, διαλύεται η χώρα, διαλύεται κι ισοπεδώνεται ό,τι έχει δημιουργηθεί με κόπους, θυσίες και προσπάθειες μιας ζωής κι εμείς ασχολούμαστε πάλι για τα καμώματα μιας Ζωής και μιλάμε για εκλογές τον άλλο ή τον παράλλο μήνα σαν να μην τρέχει τίποτα.

Είμαστε άξιοι της τύχης μας.

Ποια Παναγιά να βάλει το χέρι της; Μόνοι μας βγάζουμε τα μάτια μας.

Photo: ΕΘΝΟΣ

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Ο Ιούλιος της μεταπολίτευσης.


Αναζητώντας ή κι επιδιώκοντας από χρόνια το τέλος της μεταπολίτευσης, καταφέραμε, τελικά, να βρεθούμε αντιμέτωποι με το τέλος της χώρας. Ότι ο δρόμος ήταν λάθος κι η κατεύθυνση που για καιρό ακολουθούσαμε εσφαλμένη, είτε το παραβλέπαμε, είτε επιτιμούσαμε όσους τολμούσαν να το επισημάνουν ή να το κραυγάσουν.

Τώρα, με λίγα ευρώ ακόμα στις τσέπες, το μόνο που μένει είναι να τ' αποφασίσουμε. Ναι, μια νέα μεταπολίτευση από τα λόγια μπορεί να γίνει πράξη. Με αφορμή αυτή τη συμφωνία, έχουμε την ευκαιρία να σταθούμε ξανά στην αφετηρία, με μηδενισμένο το κοντέρ της μετά από 40 τόσα χρόνια πορείας και να ξεκινήσουμε να οικοδομούμε τα επόμενα βήματα, τα επόμενα χρόνια. Οι περιστάσεις κι οι συνθήκες ευνοούν μια ριζική αναθεώρηση του πολιτικού σκηνικού και μια εκ βάθρων αναδόμηση της δημόσιας ζωής, του κράτους, της κοινωνίας, της ζωής της ίδιας. Οι αποφάσεις είναι δύσκολες, ποτέ δεν ήταν όμως ευκολότερες.

Τα δεδομένα από μόνα τους υπαγορεύουν την αναγκαιότητα, αλλά ταυτόχρονα και τη δυνατότητα, το περιθώριο. Δεν πρόκειται μόνο για δυο - τρεις νόμους ή πέντε - έξι οικονομικά μέτρα που πρόκειται να περιορίσουν ακόμα περισσότερο την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών ή να πιέσουν συνολικά την οικονομία της χώρας. Πρόκειται για μια μεγάλη θεσμική αλλαγή που είναι απαραίτητη για να απελευθερωθεί κατ' αρχήν το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Αν ανέδειξε κάτι τόσο εμφαντικά και περίτρανα η οικονομική κρίση από το 2009 και μετέπειτα, ήταν η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να τη διαχειριστεί με αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε τρόπο που και τα συμφέροντα της χώρας να προστατεύονται, αλλά κι οι ανάγκες του λαού να υπηρετούνται και να καλύπτονται με ισότητα, δικαιοσύνη, συνέπεια. Η πράξη φανέρωσε πόσο μεγάλη απόσταση τη χωρίζει από μιαν πολιτική ρητορική, που κάθε άλλο παρά απηχεί την πραγματικότητα, τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα που είναι απαραίτητα για τη διακυβέρνηση μιας χώρας ιδιαίτερα μάλιστα σε συνθήκες κρίσης.

Η αυτοστιγμεί πολλές φορές διάψευση υποσχέσεων και δεσμεύσεων εκ μέρους του πολιτικού προσωπικού ενόψει κρίσιμων διεθνών συνομιλιών και συμφωνιών αποτελεί σύνηθες φαινόμενο των τελευταίων ετών. Παραταύτα, το πολιτικό προσωπικό της χώρας επιμένει με αξιοθαύμαστη συνέπεια να υποδύεται επιπόλαια ρόλους μεταπολιτευτικούς κυβέρνησης - αντιπολίτευσης ωσάν να μην έχει περάσει μια στιγμή από το 1974 ή πολύ περισσότερο από το 1981.

Έτσι, η κρίση αντιπροσώπευσης χτυπά από καιρό κόκκινο, ενώ η έκπτωση και το ανερμάτιστο του πολιτικού λόγου συμβάλει στην αποστασιοποίηση και την απογοήτευση των πολιτών από την πολιτική και τις πολιτικές διεργασίες. Η ψήφος χάνει την αντιπροσωπευτικότητά της και μετατρέπεται αποκλειστικά σε «εργαλείο» ή μέσο εκδίκησης, χλευασμού, αποδοκιμασίας. Έτσι, το Κοινοβούλιο χάνει στη συνείδηση των πολιτών την πολιτική νομιμοποίησή του και μετατρέπεται σε άθροισμα ατόμων, ομάδων ή συμφερόντων, που αδυνατούν να συνθέσουν και να εκφράσουν με αξιοπιστία και συνέπεια τις ανάγκες της κοινωνίας που εκπροσωπούν.

Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις, τηρώντας με θρησκευτική ευλάβεια μια στρεβλή πεπατημένη πολιτικής συμπεριφοράς, που απηχεί παράφωνα ιδίως μέσα στην κρίση αντιλήψεις και συνήθειες από τις εποχές της ευμάρειας, αδυνατούν ή δυστάζουν να προωθήσουν κρίσιμες αλλαγές κι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και φαντάζουν να λειτουργούν μόνο και μόνο για τη διεκπεραίωση κομματικών συμφερόντων και την εξυπηρέτηση ποικίλων σκοπιμοτήτων. Δεν είναι τυχαίο, ότι μεσούσης της κρίσης οι μόνες αλλαγές που επί της ουσίας πραγματοποιήθηκαν στα υπουργεία είναι αυτές των διαδοχικών μετονομασιών τους. Κατά τα λοιπά, ο ιστορικός «1558» κι ο νόμος περί ευθύνης υπουργών καλά κρατούν.

Αλλαγές στο πολιτικό σύστημα δεν περιλαμβάνονται φυσικά στη νέα συμφωνία, ούτε έχουν συμπεριληφθεί ως τώρα σε κανενός είδους μνημόνιο. Δεν είναι δουλειά τρίτων. Εμείς έχουμε την ευθύνη και τον πρώτο λόγο. Στο χέρι μας είναι με αφορμή την πρόσφατη κορύφωση της παρούσας κρίσης, που έχει προδήλως πάψει να 'ναι μόνο οικονομική, να τολμήσουμε τις απαραίτητες αλλαγές, που θα ανανεώσουν εκ βάθρων την πολιτική ζωή του τόπου και θα θέσουν, εκτός από τις οικονομικές και τις πολιτικές βάσεις της νέας μεταπολίτευσης.