Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Ο ξένος χρόνος.


Ζούμε σ’ ένα παρελθόν που επαναλαμβάνεται. Σε πείσμα των ημερολόγιων, της χειμερινής ώρας, της Πρωτοχρονιάς, της κλιματικής αλλαγής κι όλων των άλλων αλλαγών που συμβαίνουν στον κόσμο, στον ομφαλό της γης και για τον περιούσιο λαό της Ελλάδας ο μήνας δεν έχει πάντα μόνο εννιά, αλλά κι ο χρόνος ο ίδιος αποκτά σχετική μόνο χρησιμότητα και σημασία. Ίσως να είναι αυτός, ο πιο «ξένος» απ’ τους «ξένους».

Κάθε μέρα βρίσκει μιαν ευθεία αναφορά και συσχέτιση με κάποιαν μέρα του παρελθόντος, κάθε εποχή ταυτίζεται και με κάποιαν προηγούμενη, που ανασύρεται κι αναπαράγεται, θαρρείς, από ένα ανεξάντλητο αρχείο γεγονότων, περιστάσεων, συμβάντων. Συμπεριφορές, λόγια, καταστάσεις κι εξελίξεις βρίσκονται, λες, κάπου τυποποιημένα κι έτοιμα προς χρήση ανάλογα με τις συνθήκες και τις συγκυρίες.

Όσα συμβαίνουν μας αφορούν στο βαθμό που επηρεάζουν μιαν καθημερινότητα που κινείται από το σπίτι στο καφενείο ή σέρνει τα βήματά της από τον καναπέ στο λαπ-τοπ. Ούτε οι καθρέφτες, στο μπάνιο ή σε κανένα λίβινγκ ρουμ, μπορούν ν’ απεικονίσουν ακριβώς το είδωλό μας, να αφυπνίσουν συνειδήσεις, να ταρακουνήσουν από μια υποψία ρυτίδας έστω ή από ένα φευγαλέο βλέμμα. Τίποτα, προσπερνάμε ακάθεκτοι κι αδιάφοροι, η φιλαυτία κι η φιλαρέσκεια καδραρισμένη σε περίοπτη θέση. Στο σαλόνι, δίπλα στα παράσημα και τα κειμήλια.

Στη σειρά της ζωής συνηθίσαμε σαν λαός να περιμένουμε γκρινιάζοντας με ανυπομονησία σε διάφορες ουρές για πράγματα που απλώς παρατηρούμε πιστεύοντας πως άλλοι οφείλουν να σχεδιάσουν, ν’ αποφασίσουν, να κάνουν. Εμείς απλώς στεκόμαστε, σαν κυρίαρχος –και περιούσιος πάντα– λαός, με το παμπόνηρο βλέμμα μας πότε να καρφώνεται και πότε να στριφογυρίζει περίεργο και καχύποπτο αναζητώντας αφορμή, να επικρίνουμε, να καταγγείλουμε, ν’ απορρίψουμε κάθε τι που αντιτίθεται, διαφοροποιείται, αντιστέκεται στην επικρατούσα αντίληψη, στην κυριαρχούσα κουλτούρα, στη γενικευμένη άποψη. Διακρίνουμε με τη μία συνωμοσίες, συναλλαγές και σκευωρίες, ξεχωρίζουμε από μίλια μακριά εχθρούς, εφιάλτες και προδότες, αντιλαμβανόμαστε στο τσακ μπαμ υπεύθυνους, συμφέροντα και κυκλώματα.

Έτσι, λοιπόν, εκ του ασφαλούς, απ’ την θέση μας σαν κυρίαρχοι, πιστεύουμε ότι είμαστε σε θέση να τα ξέρουμε όλα, εκτός από τα «πώς» και τα «γιατί», ξέρουμε και το «τι μας βρήκε», «τι μας ξημερώνει», αλλά και το «τι μας περιμένει». Ξέρουμε τους αρμόδιους, αλλά και τους συνήθεις ύποπτους. Ξέρουμε τους υπεύθυνους. Ως εκ τούτου, ξέρουμε ότι δεν συντρέχει λόγος εμείς, όντες ανεύθυνοι, να κάνουμε κάτι περισσότερο απ' το να παρατηρούμε. Δεν χρειάζεται π.χ. να ψάξουμε παραπάνω, ν’ αναζητήσουμε, να μάθουμε, ν’ αλλάξουμε, να διορθώσουμε, να δράσουμε. Άλλοι θα κάνουν τη δουλειά για μας. Εμείς είμαστε ασφαλείς κι απρόσωποι, σιωπηλή απλώς πλειοψηφία. Κριτές. Σοφή η επινόηση των αρχαίων μας προγόνων οι εκλογές.

Σοφή –σοφότερη ίσως– επινόηση κι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Διευκολύνει. Εξυπηρετεί την ακινησία, τη στασιμότητα, την αδράνεια. Είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για τη λήθη, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που το θεσμικό τέλμα ή κάποια κρίση, οικονομική, πολιτική ή, έστω, νευρική, συνθλίβουν κι απονεκρώνουν πλήρως κάθε διάθεση κι ενδιαφέρον ακόμα και για την παρακολούθηση απλώς και μόνο γεγονότων, προσώπων, εξελίξεων. Όταν «λειτουργεί» η δημοκρατία –αυτό διαπιστώνεται παραδοσιακά, όταν μπορεί καθένας να την υβρίζει, να την παραβιάζει, να την εκμεταλλεύεται, να την λοιδορεί– όλες οι εκδοχές αποτελούν ένα εν δυνάμει πιθανό αποτέλεσμα. Όλα «παίζονται», δεν υπάρχουν –κατά την κρατούσα άποψη– αδιέξοδα.

Στις εποχές του μνημονίου, που διαδέχτηκαν εκείνες των παχιών αγελάδων, τα μόνα που διατηρήθηκαν παχιά είναι τα λόγια. Επίσης, το λίπος της παραοικονομίας δεν λέει να διαλυθεί με τίποτα όσο κι αν κάθε Σαββατοκύριακο οι ψησταριές στη Βάρη και στη Χασιά καίνε το κάρβουνο με το τσουβάλι. Η ανθρωπιστική κρίση είναι ένας λόγος ν’ αποφευχθούν –εν αντιθέσει με τ’ άλλα μέτρα περιορισμού– μεταρρυθμίσεις κι η κυβέρνηση –με τις πλειοψηφίες της ισχνές και κατακερματισμένες– ποντάρει μόνο στη σταθερότητα της ακινησίας, πιστή στην αντίληψη, ότι «ουδέν σταθερότερον της πεπατημένης» του παρελθόντος, βεβαίως. Συμβαίνει, βέβαια, αυτό να είναι σχεδόν πάντα «βεβαρυμένο», αλλά –όπως προείπαμε– ας είν’ καλά η ακινησία, η στασιμότητα κι η αδράνεια, που υποβοηθούν τη λήθη.

Η λήθη, απ’ την άλλη, διευκολύνει και τα φιλόδοξα σχέδια των αντιπολιτευόμενων, στο να προσαρμόζουν το παρόν στα μέτρα τους –με το μέτρο και τις επιθυμίες του λαού πάντα υπόψη– αλλά και για να χρησιμοποιούν, όχι μόνο ορολογία και συνθήματα του παρελθόντος, αλλά και πρόσωπα και μεθόδους και πρακτικές. Με την αδιαλαξία καρφωμένη στο βλέμμα και την αλαζονία υψωμένη στον δείκτη, βαδίζουν πατώντας στα σίγουρα λόγια την άλλη, βέβαια, «πεπατημένη».

Ατενίζουμε, λοιπόν, όλοι τον νέο χρόνο, τις επερχόμενες εξελίξεις, το αύριο, με το δέον των εκλογών να υφέρπει. Πανέτοιμοι, σαν από καιρό θωρακισμένοι με τις αγκυλώσεις και τις αδιαλλαξίες μας και πάνοπλοι με τα διδάγματα του παρελθόντος, που –αν κι αυθαίρετα κι αλληλοσυγκρουόμενα κι αμφίβολα– μας κατευθύνουν απερίσπαστους κατά ομάδες και διαιρεμένους σε αγέλες για να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη, τα ίδια αποτελέσματα, τις ίδιες διαψεύσεις, τις ίδιες απογοητεύσεις. Το ίδιο παρελθόν να ζήσουμε, περιστρέφοντας και πάλι τη ζωή μας γύρω από τις ίδιες αιτίες, τις ίδιες δικαιολογίες, τις ίδιες διαψευσμένες προσδοκίες.

Η ματαίωση, για μια ακόμα φορά, να γίνει ένα βήμα αποθέωσης του παρελθόντος και των οπαδών του, δεν θα είναι τούτη τη φορά άλλη μια σπείρα στις ελικοειδείς μας ανακυκλώσεις και στις πολιτικές μας ταλαντώσεις, μεταξύ καλού και κακού, άσπρου - μαύρου, δεξιά ή αριστερά. Δεν θα 'ναι απλώς άλλη μια επανάληψη, άλλη μια από τα ίδια. Τα μέχρι τώρα συνηθισμένα «τα ίδια και τα ίδια», όσο κι αν ο καθρέφτης δεν το δείχνει αυτή την ώρα, είναι γιατί με πείσμα αποφεύγουμε να του ρίξουμε ένα βλέμμα. Είναι γιατί κρυβόμαστε στα ψέμματα, στα διλήμματα, στου φόβου κάτω τη σκιά.

Ειδ’ άλλως, αν σηκωνόμασταν, αν το τολμούσαμε, τα αυτονόητα μελλούμενα θα βλέπαμε ξεκάθαρα –όπως κάποιες αμόρφωτες γιαγιάδες στο φλιτζάνι– που προμηνύουν, πως αν από το παρελθόν τους δεσμούς μας και τώρα δεν διαρρήξουμε, αν τώρα δε συνεργαστούμε, αν τώρα δεν προχωρήσουμε μονιασμένοι λιγάκι παρακάτω, ήρθε η ώρα αυτός ο χρόνος που σε λίγες μέρες έρχεται, αυτός που τον λογίζαμε μετρώντας τον για «ξένο», ξένους εμάς να κάνει να αισθανόμαστε και ερημίτες μέσα στην ίδια μας τη χώρα.

Photo: Nesta

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Πληγωμένη Αθήνα.


Είναι πληγωμένη αυτή η πόλη. Οι άνθρωποί της είναι πληγωμένοι. Όσοι έχουν μείνει πια από 'κείνους. Εκείνοι που αντιστέκονται, εκείνοι που επιμένουν, εκείνοι που δεν μπορούν, εκείνοι που δεν θέλουν. Πληγωμένοι είναι κι οι νιόφερτοι. Εκείνοι που κυνηγήθηκαν, εκείνοι που απειλήθηκαν, εκείνοι που ξεσπιτώθηκαν, εκείνοι που τα κατάφεραν. Πληγωμένοι κι εκείνοι που η αγάπη φέρνει τα βήματά τους δίπλα της.

Πληγωμένα είναι τα χρόνια κι οι μέρες που τη βρήκαν. Μια μεγάλη πληγή στην καρδιά της. Μικρές πληγές, αμυχές και μώλωπες σε όλες της τις γειτονιές. Υπόγεια που στενάζουν από στοίβες ψυχών που αναστενάζουν. Γκαρσονιέρες και δυάρια του μεροκάματου, του μαύρου χρήματος, της κούρασης και του πόνου, του ποδαρόδρομου και της αναμονής. Ρετιρέ και τριάρια του παρκέ, της κλειδαριάς ασφαλείας, της μοναξιάς.

Οι τοίχοι γράφουν την ιστορία της. Λίγοι τη διαβάζουν, λιγότεροι την καταλαβαίνουν. Οι πολλοί περνούν απ' αλλού. Τα παλιά, τα «νεοκλασικά» βαρέθηκαν πια κι αφέθηκαν στου χρόνου τη λησμονιά -όσα ακόμα απομένουν. Βαρέθηκαν και τα μπακάλικα, τα μανάβικα κι οι φούρνοι αποτραβήχτηκαν. Οι νεωτερισμοί ξεχάστηκαν μπροστά στις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων και στα λαμπιόνια που φωτίζουν τα μελαγχολικά της βράδια.

Κάθε της δρόμος μια χαρακιά στη μέρα, κάθε στενό μια μαχαιριά στη νύχτα. Δρόμοι της ξενιτιάς, του φόβου, του πουθενά. Πλατείες της θλίψης, του άγνωστου, του τίποτα. Άνθρωποι, ιστορίες, ζωές. Ένα κουβάρι πληγές, φόβοι και συναισθήματα. Αγάπη, μίσος, θυμός, ελπίδα. Χρώματα κι αποχρώσεις, φωνές και λαλιές άγνωστες, ξένες, ανακατεμένα με μυρωδιές παράξενες κάτω απ' τ' ακροκέραμα, παραδίπλα απ' την τσίκνα του ντονέρ. Η βία δένει κόμπο τις καρδιές, κλείνει το μάτι σ' όλους τους φασισμούς.

Πλατεία Αμερικής και Κυψέλη, Πλατεία Κυριακού κι Αριστοτέλους, Άγιος Παντελεήμονας, Άγιος Μελέτης, Άγιος Παύλος. Άγιος Λουκάς. Πατήσια. Πώς έχει κρυφτεί τόσο μίσος και τόση απελπισία; Πώς χώρεσαν εκεί που ο έρωτας για τη ζωή έκρυβε μόνο τα φιλιά του σε ραντεβού κρυφά, μα φεγγαρόλουστα, που μύρωνε το γιασεμί ή κάποιο αγιόκλημα;

Σταδίου, Αιόλου, Ευαγγελιστρίας. Πλατεία Ομονοίας, Λαυρίου, Βάθη, Κουμουνδούρου, Εξαρχείων. Χαυτεία, Πανεπιστημίου, Σύνταγμα. Σε ποια σκοτάδια μέσ' στις κραυγές και στους καπνούς κρύφτηκαν εκείνα τα Χριστούγεννα; Εκεί που ο Λαμπρόπουλος, το Μινιόν, οι Αγιοβασίληδες, είχαν κρυμμένα τα γιορτινά παιχνίδια μας και κάποιες φορές και κάποια ολοκαίνουργια μποτάκια;

Δεν της ταιριάζει η θλίψη αυτής της πόλης. Δεν της ταιριάζει αυτή η ασχήμια, η ερημιά. Δεν της ταιριάζει η βία. Η νοσταλγία όμως δε γιατρεύει τις πληγές της, ούτε γλυκαίνει τον πόνο, το θυμό, τη μοναξιά ή την απελπισία που κυλά στους δρόμους της. Η κατανόηση κι η συμπόνια ταιριάζουν στους ανήμπορους κι αυτή η πληγωμένη πόλη, ούτε ανήμπορη είναι, ούτε μόνη. Οι πληγές που το κορμί της τυραννάνε από αδιάφορους διαβάτες δεν γιατρεύονται, ούτε περαστικούς αγνώστους συγκινούν. Ούτε από υποχρέωση αρμοδίων, ούτε κι από «κονδύλια» αναρμόδιων. Οι πληγές δεν κλείνουν με το φόβο πάνω στο φόβο, ούτε με το σκοτάδι πάνω στο σκοτάδι. Κλείνουν με έργα ανθρώπων. Με δουλειά πολύ, μεράκι, αφοσίωση και γνώση.

Αυτή η πόλη, αυτό που θέλει -όπως το νιώθω τούτη την ώρα εγώ τουλάχιστον- είναι να την αφήσουν ήσυχη. Αν την αγαπούν να την αφήσουν επιτέλους να γαληνέψει. Αυτή μπορεί να τα βρει με τους ανθρώπους της. Αυτούς που αντιστέκονται, αυτούς που επιμένουν, αυτούς που δεν μπορούν, αυτούς που δεν θέλουν να φύγουν. Αλλά, κι αυτούς που κυνηγήθηκαν, αυτούς που απειλήθηκαν, αυτούς που ξεσπιτώθηκαν, αυτούς που τα κατάφεραν να μείνουν. Μαζί τους μπορεί -και μια χαρά μάλιστα- να τα καταφέρει. Να συνεννοηθεί, να καταλαγιάσουν οι φόβοι, να διαλυθούν οι καπνοί, να φωτιστούν και πάλι οι δρόμοι με χαμόγελα, να γεμίσουν οι πλατείες με παιδικές πολύχρωμες φωνές, με έρωτες.

Σ' αυτή την πόλη, που πρώτα θα σεβαστούμε τις επιθυμίες της δείχνοντας αγάπη και δεν θα την ξανακάνουμε θύμα τής βίαιης βουλιμίας μας για όλα, μπορεί να ξανάρθουν τα Χριστούγεννα. Εκείνα τα Χριστούγεννα, που μπορεί να μην είναι ονειρικά και λαμπιόνια ή μποτάκια να μην φέρνουν, αλλά να έχουν ανθρωπιά, γαλήνη ψυχής και μια αγκαλιά ανοιχτή για όλους, ακόμα και για 'κείνους που η ζωή δεν τους χαρίστηκε, στα πληγωμένα χρόνια που μας βρήκαν, να έχουν μια ζεστή γωνιά, αγαπημένους δίπλα, σιγουριά και μία πόλη φιλόξενη και γιορτινή σαν την Αθήνα.