«Ανάπτυξη», η μαγική λέξη των ημερών μας. Η λέξη-κλειδί για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και την ανάκαμψη της χώρας. Λυδία λίθος για τη φωταγώγηση του τούνελ και τη σηματοδότηση της εξόδου του. Κλισέ σε κυβερνητικά χείλη και πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Ανάπτυξη. Ακούμε κι εμείς και καρτερούμε ολημερίς, περιμένουμε, λες κι είναι το μετρό για αεροδρόμιο ή ο προαστιακός για Νερατζιώτισσα [τραίνο για Πάτρα –έστω και ως παράδειγμα– θ’ αργήσουμε μερικά(;) χρονάκια ακόμα να δούμε].
«Επενδύσεις», άλλη φοβερή λέξη-καραμέλα. Ποιος μπορεί να είναι αντίθετος; Κανείς, μόνο που ο καθένας την ονειρεύεται και την λαχταρά με τους δικούς του όρους, με τις δικές του προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις πεποιθήσεις του, με γνώμονα το συμφέρον και τις επιδιώξεις του. Εδώ χαλάνε τα πράγματα, ανατρέπονται οι προσδοκίες και διαψεύδονται οι ελπίδες. Οι μεν διαφωνούν με τους δε, οι δε δεν συμφωνούν με τους άλλους κι οι άλλοι είναι κάθετα αντίθετοι μ’ εκείνους. Καθένας με τους υπολογισμούς, από τη σκοπιά και για πάρτη του.
Έτσι, «ο χρυσός μας φέρνει πιο κοντά», αλλά άλλοι με το «πιο κοντά» εννοούν την απασχόληση κι άλλοι την προστασία του περιβάλλοντος. Η ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ συνέβαλε στη δημιουργία χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας, αλλά κάποιοι επιμένουν ότι η εκ νέου κρατικοποίησή του ενδέχεται να είναι πιο συμφέρουσα. Η προσέγγιση κρουαζιερόπλοιων στα ελληνικά λιμάνια συμβάλει στην τόνωση της εισροής συναλλάγματος, αλλά αν το πλήρωμα δεν είναι Έλληνες καλύτερα οι τουρίστες να λύσουν κάβους και να σαλπάρουν γι’ άλλα πιο φιλόξενα λιμάνια. Άλλοι πάλι «ψωνίζουν μόνο Ελληνικά», αν και τα μόνα ελληνικά αγροτικά προϊόντα σαπίζουν πάνω στις λεμονιές και τις πορτοκαλιές στην Αχαΐα κ.ο.κ. Κατάλογος ολόκληρος από αντιφάσεις και αντιθέσεις που συνθέτουν τη σύγχρονή πραγματικότητα, τη σύγχυση της κοινωνίας και την αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, να τη συνεγείρουν, να την οργανώσουν και να την κατευθύνουν.
Κανείς απ’ όσους έχουν την ευθύνη και τις τύχες των ανθρώπων στα χέρια τους δεν αναφέρεται στην ουσία του προβλήματος και δεν τολμά να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Οι κυβερνώντες επιμένουν στη διαχείριση μιας ανεξέλεγκτης δημοσιονομικά κρατικής μηχανής με επικοινωνιακά τρυκ κι οι αντιπολιτευόμενοι μπιζάρουν στην περιστασιακή εντύπωση μιας ανεξέλεγκτης καθημερινής ισοπέδωσης και καταστροφολογίας. Στη μέση η κοινωνία, να μαζεύει τα κομμάτια της, να σέρνεται, αλλά να επιμένει όρθια, καταναλώνοντας απ’ τη μια αναπτυξιακές εξαγγελίες κι απ’ την άλλη συνωμοσιολογικές καταγγελίες. Η αλήθεια –έστω κι η μισή– χαμένη στο θόρυβο και τις κραυγές, θαμμένη σε πρωτοσέλιδα και υπότιτλους.
Οι πολλοί, οι ανώνυμοι, έχουν στραμμένη την προσοχή τους στα προβλήματα και τη δυσπραγία του διπλανού, στη μελαγχολία κι την απελπισία των απέναντι, στην ανέχεια και το στρίμωγμα κάποιων γνωστών, στα κλειστά μαγαζιά της γειτονιάς, στους άνεργους και στις αυτοκτονίες, που έχουν μετατραπεί πια σε ποσοστά επί τοις εκατό και άψυχους αριθμούς. Κάθε τι που είναι συνυφασμένο με το θυμικό και το συναίσθημα, όπως ο πόνος, η θλίψη, η στενοχώρια, μαγνητίζουν και προσελκύουν τα βλέμματα και επιδρούν στη διαμόρφωση της στάσης και της ψυχολογίας της κοινωνίας. Το «μονοξείδιο της ενημέρωσης» έχει αναισθητοποιήσει κι ακινητοποιήσει την κοινωνία.
Μέσα σ’ αυτό το ζοφερό κλίμα ανασφάλειας, αβεβαιότητας, εσωστρέφειας και σκληρής λιτότητας, ποιος από μόνος του να ‘χει τη διάθεση να κοιτάξει δίπλα του, πιο πέρα απ’ το σπίτι ή μέσα στο μαγαζί του για μιαν ευκαιρία; Ποιος να έχει το κέφι να την ψάξει στη γειτονιά του, στο χώρο δουλειάς του, στο πανεπιστήμιο ή στην κοντινή πλατεία; Ποιος έχει το κουράγιο να δοκιμάσει να ξεφύγει; Ποιος να δοκιμάσει μιαν αναζήτηση μόνος ή μαζί με το γείτονα, το φίλο, το συγγενή, τον συνάδελφο ή το συνέταιρο; Η ανάπτυξη από κάπου μπορεί να ‘ρθει, από πού ακριβώς κανείς δεν δείχνει να ξέρει, όμως όλοι ξέρουν να περιμένουν. Η ανάπτυξη φαντάζει κάτι ξένο, κάτι σαν ξωτικό, απόμακρο, ξεκομμένο κι ιδιαίτερο από όλους κι απ’ όλα. Η ανάπτυξη είναι κάτι σαν τη θεία απ’ το Σικάγο, το «μάννα εξ ουρανού» ή το γιατρικό, που θα μας το δώσουν –μπορεί να ‘ναι και πικρό ή δύσπεπτο– θα το καταναλώσουμε κι όταν με το καλό συνέλθουμε ή ξυπνήσουμε, όλα μας τα προβλήματα και πάλι θα έχουν λυθεί.
Είναι γεγονός, ότι μετά τις πρόσφατες εκταμιεύσεις των δόσεων, έχει δημιουργηθεί μια ευκαιριακή κι επικοινωνιακή αισιοδοξία, που δεν χρειάζεται να είσαι οικονομολόγος ή αναλυτής για τη διακρίνεις. Μιλάνε στην κυβέρνηση για «στροφή του πλοίου», «ανάκαμψη», «πρωτογενές πλεόνασμα» στο τέλος του ’13, παραβλέποντας ότι ο χρόνος τρέχει τόσο γρήγορα, που το τέλος του 2013 έχει σχεδόν φτάσει. Αυτά που πρέπει να γίνουν μέχρι τότε είναι τόσα πολλά, που η καταγραφή τους και μόνο φτάνει για να εξαντλήσει το χρόνο. Οπότε;
Καλές οι αποκρατικοποιήσεις, «καλοί» οι Κινέζοι, οι Άραβες κι οι λοιποί φερόμενοι ως εν δυνάμει επενδυτές –για τους Γερμανούς ούτε κουβέντα στα φανερά– αλλά οι μόνοι ικανοί άμεσα ν’ αλλάξουν το τοπίο είναι οι Έλληνες. Πέρα από αριθμούς και δείκτες, στατιστικές και δεδομένα, ο αποφασιστικός παράγοντας, που μπορεί να επανεκκινήσει την ατμομηχανή του τραίνου της ανάπτυξης, είναι η ελληνική ψυχολογία, το κλίμα που επικρατεί στο εσωτερικό της χώρας. Οι Έλληνες είναι οι πρώτοι που πρέπει να πεισθούν, ότι δικαιούνται και μπορούν να ελπίζουν βάσιμα στις δυνάμεις και τις προοπτικές της χώρας, της οικονομίας, της κοινωνίας. Στις δυνάμεις τους.
Αυτό θα πρέπει να είναι το μεγάλο στοίχημα της κυβέρνησης. Αυτός θα πρέπει να είναι ο κεντρικός στόχος των πολιτικών της από ‘δω και πέρα. Να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους για συμμετοχή. Τα πεδία των επιλογών της πολλά και δύσκολα, αλλά μέσα από τις αποφάσεις της και μόνο περνούν όλες οι μετέπειτα αντιδράσεις της κοινωνίας, της οικονομίας, της αγοράς. Η κυβέρνηση καλείται να δείξει και ν’ ανοίξει το δρόμο, όχι με ΜΑΤ, ούτε με δακρυγόνα –αρκετά δάκρυα χύθηκαν μέχρι σήμερα– αλλά με σχέδιο ανάπτυξης, με προτάσεις ανά τομέα, με διάθεση για έργο κι όχι μόνο για διευθετήσεις.
Είναι γεγονός, ότι μια κατάσταση κρίσιμη, τρία χρόνια μετά, φαίνεται ότι σταθεροποιείται ως προς βασικές αρχές και άξονες, όπως π.χ. εμπιστοσύνη ότι μένουμε στο ευρώ, προοπτική για βελτίωση των οικονομικών μεγεθών, απόψεις και «φωνές» ότι μέσα στο ’14 –κατά τη γνώμη μας μετά τις Ευρωεκλογές του Μαΐου– είναι αναγκαίο ν’ αναπροσαρμοστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα δημοσιονομικά δεδομένα. Αυτές οι «κοινές» πλειοψηφούσες στην κοινωνία πεποιθήσεις πρέπει να κεφαλαιοποιηθούν από την κυβέρνηση και να μετουσιωθούν σε απτές δράσεις και συμπεριφορές. Με ενημέρωση, με κίνητρα, με πολιτικές πρωτοβουλίες, με σοβαρότητα και επιμονή, με σταθερότητα και θέληση, έχει σημασία να ξεκαθαρίσει το θεσμικό νεφέλωμα και το νομοθετικό αλαλούμ ως προς τις σταθερές και τους άξονες της οικονομικής ανάπτυξης. Με συγκεκριμένες πολιτικές, με συγκεκριμένες ενέργειες, με συγκεκριμένους αποδέκτες. Τη θέση του φόβου να πάρει και πάλι η αισιοδοξία κι η προσμονή, ότι «κάτι μπορεί ν’ αλλάξει». Κάτι όχι ουρανοκατέβατο και θεόπεμπτο, ούτε μαγικό ή ταχυδακτυλουργικό, αλλά αποτέλεσμα και δημιούργημα της κοινής πίστης και της συλλογικής θέλησης να πάμε και πάλι μπροστά.
Οι Έλληνες πρέπει να είναι παρόντες, να μπουν μπροστά και πρώτα απ’ όλους στο εγχείρημα της ανάπτυξης, ειδάλλως, όλα τα δισεκατομμύρια των Κινέζων και να ‘ρθουν για επενδύσεις, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, ότι όλα στη χώρα θα τους φαίνονται πιο κινέζικα κι απ’ τα… κινέζικα.
Φωτο: www.qiyedaxue.net
Φωτο: www.qiyedaxue.net

