Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Πολιτική διαπραγμάτευση για την Πρωτοχρονιά.


Πάνε κι αυτά. Τα Χριστούγεννα του 2016 πέρασαν, όπως και τα προηγούμενα ή τα προπροηγούμενα, πέρασαν πια, ανήκουν στο παρελθόν, στις αναμνήσεις. Τι έμεινε, πέρα απ’ τις άπειρες φωτογραφίες και status στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –περισσότερο ίσως από ποτέ άλλοτε–, τις πιατέλες με τα ψητά, τις τούρτες, τις δίπλες και τα μελομακάρονα; Οι ευχές; Η καλή διάθεση; Οι ευχάριστες συζητήσεις;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι έμειναν τρεις μέρες, τρεις μόνο μέρες για την Πρωτοχρονιά του 2017. Τρεις μέρες για την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας, της δόσης του ΕΝΦΙΑ, τη ρύθμιση της ΔΕΗ και –φυσικά– του τραπεζώματος της παραμονής, του νέου γύρου με τις πιατέλες, τα γλυκά, τις βασιλόπιτες και –απαραιτήτως– της επανάληψης άπειρων ευχών στα μέσα και τα έξω του διαδικτύου συνοδεία άπειρων φωτογραφιών, SMS και συναφών πατροπαράδοτων εθίμων.

Πολύ νοσταλγία εισέπραξα φέτος τα Χριστούγεννα, πολύ νοσταλγία για το παρελθόν και κάποια άλλα Χριστούγεννα, όχι παιδικά, όχι μαθητικά ή νεανικά, αλλά σχετικά πρόσφατα, σαν του 2004, να πούμε, ή και του 2009 ακόμα. Χριστούγεννα που το μόνο συστατικό που τους έλειπε δεν ήταν ούτε τα γλέντια, ούτε τα ταξίδια, ούτε οι οικογενειακές συγκεντρώσεις και τα τραπεζώματα· η μελαγχολία τους έλειπε, η κατάθλιψη, η γκρίνια, η μισαλλοδοξία κι ο θυμός.

Είναι απελπισμένες οι μέρες που ζούμε κι αυτή την απελπισία ούτε τα Χριστούγεννα, ούτε οι γιορτές μπορούν να την αντιμετωπίσουν, να την αμβλύνουν, να τη διασκεδάσουν. Είναι μέρες μιας άλλης εποχής κι ενός άλλου, νέου, καιρού, που κάποια Χριστούγεννα πριν, κάποια χρόνια πριν ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα μας έβρισκαν, ούτε θεωρούσαμε, ότι είναι ποτέ δυνατόν η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον να είναι αγαθό εν ανεπαρκεία.

Βρεθήκαμε απροετοίμαστοι κι ανέτοιμοι –από ‘κει που μας διαβεβαίωναν ότι είμαστε «θωρακισμένοι»– να στροβιλιζόμαστε έρμαια κι έρμοι στη δίνη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μια χώρα κι ένας λαός καρυδότσουφλο στις ατάκες και τις διαθέσεις του κάθε καιροσκόπου, του κάθε τυχοδιώκτη, του κάθε λαοπλάνου. Εφτά χρόνια κι ακόμα η ίδια –χειρότερα μάλλον– ανοργανωσιά και προχειρότητα, ο ίδιος θυμός κι οργή, η ίδια απογοήτευση κι απελπισία.

Τα Χριστούγεννα έρχονται και παρέρχονται με την ίδια συνέπεια που ανανεώνουμε τις ευχές μας, τις ψευδαισθήσεις μας, τις διαψεύσεις μας κι αντί να στοχεύουμε να ξανάρθουν και να ξαναζήσουμε –κι εμείς, γιατί όχι;– μαζί με τα παιδιά μας, τους συγγενείς και τους φίλους μας, κάποια Χριστούγεννα στο εγγύς μέλλον, κάποιες μελλοντικές γιορτές και Πρωτοχρονιές, ακόμα καλύτερα και πιο ευτυχισμένα απ’ αυτές τις περασμένες, που στις μέρες μας νοσταλγούμε κι αναφερόμαστε με περισσή γλύκα, αρκούμαστε να πέφτουμε στην παγίδα της μελαγχολίας, της απογοήτευσης και της παραίτησης.

Ούτως ή άλλως ο κόσμος προχωρά, αλλάζει, δύσκολα πια στις μέρες μας ή περισσότερο επίπονα και κοπιαστικά, αλλά όλα πάνε μπροστά· όπως πάντα. Παραιτημένοι, δύσθυμοι, με τις ιδεοληψίες και τον εγωκεντρισμό μας θα σερνόμαστε σ’ αυτό το δρόμο για χρόνια, για δεκαετίες, ακολουθώντας, ουραγοί, ένα αύριο που –ούτως ή άλλως– έρχεται, που θα διαμορφώνεται από άλλους, δίχως να μας λογαριάζουν και δίχως να μας δίνουν λογαριασμό. Παράταιροι επαίτες, σολίστες –ρολίστες για τους «εντός»– της –άγνωστης για τους ορθολογιστές «εκτός»– «πολιτικής διαπραγμάτευσης».

Καλό θα είναι, λέω εγώ, αντί να συγκρίνουμε τον καιρό μας και τις μέρες μας με άλλους καιρούς, που ζήσαμε, που ξεσαλώσαμε και –τελικά– πληρώνουμε, αντί να κλαψουρίζουμε παραπονιάρικα για το άδικο που μας βρήκε, για τους ξένους που μας κατατρέχουν και το ριζικό μας το κακότυχο, να κάτσουμε από κοινού γι΄αυτούς που αποφασίζουν κι όλοι μαζί ν’ ακολουθήσουμε, να σχεδιάσουμε πώς θα θέλαμε να ζήσουμε τα Χριστούγεννα του 2017, του ’18, του ’20 και πάει λέγοντας. Πώς θα θέλαμε να γιορτάζουμε, να γιορτάζει ο λαός, η χώρα μας αυτές τις μέρες, αλλά και κάθε γιορτή ή –πολύ περισσότερο– κάθε μέρα. Η συνεννόηση δεν είναι πλέον ανάγκη από τα πράγματα, αλλά επιτακτικό καθήκον. [Αν κάπου ταιριάζει γάντι ο όρος «πολιτική διαπραγμάτευση» είναι εδώ].

Αν δεν κοιταχτούμε με ειλικρίνεια πρώτα εμείς, μεταξύ μας, ίσια στα μάτια, όσες γλυκές ματιές κι αν ανταλλάξουμε με την κάθε Μέρκελ ή όσες φαρμακερές κι αν ρίξουμε στον κάθε Σόιμπλε, στα τυφλά θα στριφογυρίσουμε για χρόνια και στραβά θα συνεχίσει ν’ αρμενίζει το καραβάκι μας –κι όχι μόνο κάθε Χριστούγεννα, μα, σίγουρα, δεν θα φταίει ο γιαλός γι’ αυτό.

Καλή Πρωτοχρονιά!


Photo: Desktop Nexus

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Ο Τσίπρας δεν είναι "Βασιλόπουλος".


Την ώρα που εμείς θα «σκοτωνόμαστε» στα social media για το «κοινωνικό μέρισμα», όσο θα σοβεί η «μάχη» στα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά κι όσο θα μαίνονται οι συγκρούσεις από το βήμα της Βουλής για το ίδιο θέμα, για το σωστό ή το λάθος, για το έτσι ή το αλλιώς, κάποιοι θα εξακολουθούν να δουλεύουν και να προσφέρουν αθόρυβα, πραγματικά κι ουσιαστικά σ’ αυτούς ακριβώς τους συνανθρώπους μας, αδιαφορώντας για τον αν όλοι οι φωνασκούντες πολιτευόμενοι –κι εμείς μαζί– διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους κάνοντας μνημόσυνα με ξένα κόλλυβα και δίνοντας ελεημοσύνες με δανεικά του κράτους.

Για μια ακόμα φορά διχαζόμαστε με φόντο τα αυτονόητα και κάνουμε κουρελόχαρτο την κοινή λογική για μικροκομματικούς σκοπούς. Ποιος αξιοπρεπής άνθρωπος αντέχει να βλέπει τον συνάνθρωπό του να δυστυχεί και να μην ευασθητοποιείται απέναντι στην ανέχεια και τη φτώχεια; Ποιος φιλότιμος άνθρωπος μπορεί να αδιαφορήσει απέναντι στον πενόμενο συνάνθρωπό του, στον στερούμενο ή ανήμπορο και να μην εκδηλώσει εμπράκτως την αλληλεγγύη του; Κανείς πιστεύω, κανείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια, να προσπεράσει αδιάφορα.

Από το επίπεδο της ηθικής και της φιλανθρωπίας, όμως, μέχρι την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, η απόσταση είναι τεράστια, όπως τεράστια, αστρονομική θα έλεγα, είναι η απόσταση μεταξύ της ιδιωτικής ανάγκης και της ιδιωτικής δράσης από τις αποφάσεις και τις επιλογές της εκάστοτε εκλεγμένης κυβέρνησης, η απόσταση μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας είναι σαφής, διακριτή και οριοθετημένη.

Αν ο κάθε ιδιώτης, ο κάθε πολίτης, έχει απεριόριστη ελευθερία βούλησης και δράσης στο πλαίσιο της νομιμότητας κι οι όποιοι ενδοιασμοί ή επιφυλάξεις του τίθενται μόνο από τη συνείδηση, τις αρχές, τις αξίες ή τον κοινωνικό περίγυρο, η εκάστοτε κυβέρνηση δεν περιορίζεται, ασφαλώς, μόνο από την αρχή της νομιμότητας, αλλά και από την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Οι περιορισμοί για τις κυβερνήσεις ούτε ηθικοί, ούτε ιδεοληπτικοί θα πρέπει να είναι, ούτε –πολύ περισσότερο– συναισθηματικοί. Ο ιδιώτης εκπροσωπεί τον εαυτό του, ενώ οι κυβερνήσεις οφείλουν να εκπροσωπούν κράτη και κοινωνίες, λαούς, συνολικά.

Η κυβέρνηση δεν είναι το «ΑΒ Βασιλόπουλος».

Τι λέω; Λέω, ότι αν ο Βασιλόπουλος έκανε το κέφι του και, μέσω της «Τράπεζας τροφίμων», μετουσίωσε την ευχή του σε πραγματικότητα, όπως κάνει γνωστό στο πλατύ κοινό η τηλεοπτική διαφήμιση, η κυβέρνηση, κάθε κυβέρνηση, αυτό το δικαίωμα δεν το έχει. Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να υπολογίσει, να συνεκτιμήσει, να σταθμίσει πριν λάβει οποιαδήποτε απόφαση, να σκεφτεί με ευρύτητα πνεύματος, με υπευθυνότητα, με σωφροσύνη, να προασπίσει το δημόσιο συμφέρον, την κοινωνική συνοχή· να δει μακριά.

Είναι ψευτοδίλημμα, επομένως, το ερώτημα αν θέλουμε ή δεν θέλουμε να βοηθηθούν, μέρες που είναι και υπ’ αυτές τις οικονομικές συνθήκες, κάποιοι συνάνθρωποί μας. Όλοι το θέλουν. Το κρίσιμο κι ουσιώδες, το διακύβευμα, είναι, ποιες επιπτώσεις και ποιες συνέπειες προκαλεί αυτή η ενέργεια, ποια τα οφέλη και ποιες οι ζημίες, πώς αντισταθμίζονται τα θετικά για ορισμένους με τα αρνητικά ενδεχομένως για όλους –και των περιστασιακά ωφελούμενων συμπεριλαμβανομένων. Πώς από τη στιγμή που είναι γνωστοί οι περιορισμοί κι οι δεσμεύσεις, οι συμφωνίες, θα προστατευθεί το γενικό συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας, έναντι τρίτων που –εξαιτίας ακριβώς αυτών των συμφωνιών– και λόγο έχουν και ιδιοτελές συμφέρον.

Στην προκειμένη περίπτωση, το «ναι μεν, αλλά…» ούτε προσχηματικό, ούτε υπεκφυγή είναι, είναι πέρα για πέρα καθοριστικό και καίριο για την υλοποίηση της απόφασης. Είναι έκφραση ευθύνης.

Το «ναι μεν, αλλά…» λαμβάνει υπόψιν του με αίσθημα ευθύνης το κοινωνικό σύνολο, τους συνεπείς φορολογούμενους, μισθωτούς, συνταξιούχους, επιχειρηματίες κι επαγγελματίες, αλλά και τους ανέργους, τους φοιτητές, τους νέους, όλους που στηρίζουν το δύσκολο έργο της ανόρθωσης της χώρας και της εξόδου της από την ύφεση και την κρίση. Αυτούς που, πληρώνοντας φόρους, εφόσον το κράτος άλλους πόρους για ν’ αυξήσει τα δημόσια οικονομικά του δεν διαθέτει, συμβάλλουν με τη συνέπειά τους στη δημιουργία «πλεονάσματος».

Το «ναι μεν, αλλά…» λαμβάνει υπόψιν του με αίσθημα ευθύνης όλους εκείνους στους οποίους το κράτος οφείλει, χρωστάει για μήνες και για χρόνια ολόκληρα. Σ’ εκείνους που έκλεισαν τις επιχειρήσεις τους μετά τα Capital Controls, σ’ εκείνους που προμηθεύουν το δημόσιο με αναλώσιμα, σ’ εκείνους που κατασκευάζουν δημόσια έργα, σ’ εκείνους που δεν έχουν πάρει εφάπαξ κι ούτε κάν ολόκληρη σύνταξη. Εντέλει, σ’ εκείνους που δικαιούνται άρτια παιδεία, αξιόπιστη νοσοκομειακή περίθαλψη και φροντίδα, αξιοπρεπή γηρατειά.

Αν η κυβέρνηση, λοιπόν, επιθυμεί διακαώς να κατασκευάσει μια κανονικότητα για τη χώρα, δείχνοντας κοινωνική ευαισθησία και διανέμοντας μερίσματα, αυτή η κανονικότητα θα πρέπει να χωρά και ν’ απευθύνεται αναλογικά και δίκαια σε όλους, όλους όσους ζουν κι υπομένουν τα δεινά της πολύχρονης οικονομικής κρίσης κι όχι μόνο όσους εκτιμάται ότι μπορεί να επηρεαστεί η εκλογική συμπεριφορά τους από πρόσκαιρα οικονομικά οφέλη.

Ο Τσίπρας δεν είναι Βασιλόπουλος, έστω κι αν τάζει σε όλους… «και του πουλιού το γάλα».

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Ποιος προϋπολογισμός;


Αντί να απαιτήσουμε τα αυτονόητα και να διεκδικήσουμε, να προσπαθήσουμε, για την με κάθε τρόπο εφαρμογή τους, λακίσαμε, οι μεν της εξουσίας, άλλος για το σπίτι ή το καφενείο κι άλλος κατά πού φυσάει ο άνεμος, οι δε λοιποί, άλλος για τις πλατείες κι άλλος στους πέντε ανέμους.

Θελήσαμε –και πετύχαμε– αντί η χώρα ν’ αντιμετωπίσει με σθένος κι αποφασιστικότητα τις χρόνιες δυσλειτουργίες και προβλήματα, να την καταστήσουμε παρία και περίγελο της οικουμένης, ανυπόληπτη κι ευάλωτη στις διαθέσεις του κάθε τυχοδιώκτη. Ποδοπατήσαμε θεσμούς, νόμους και σύμβολα κι υψώσαμε τείχη διχασμού, λάβαρα μίσους, παντιέρες καταστροφής.

Θελήσαμε –και πετύχαμε– αντί το πολιτικό σύστημα ν’ αλλάξει, να βελτιωθεί, να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της δύσκολης συγκυρίας, ν’ αποσυντεθεί και να κατακερματιστεί, να διαλυθεί. Κλείσαμε μάτια κι αυτιά προς τη λογική κι ανοίξαμε διάπλατα και τις δυο παλάμες προς το κτίριο της Βουλής. Κλείσαμε δρόμους, μαγαζιά, δουλειές κι ανοίξαμε λογαριασμούς με φασίστες, με δανειστές, αλλά και με την Ιστορία.

Μιλάμε τώρα όλο για τα ίδια και τα ίδια, αν κι είναι προφανές ότι τίποτε δεν θέλουμε ν’ αλλάξει. Κοροδευόμαστε καθώς ο καιρός περνάει, κλαψουρίζουμε, αλλά κατά τα λοιπά τα πάντα όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν και να εξελίσσονται σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Όλα, τρόπος του λέγειν, εφόσον οι πολλοί βλέπουν καθημερινά την οικονομική τους κατάσταση να χειροτερεύει και την ποιότητα της ζωή τους να πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο.

Είναι τραγική αυτή η οπισθοδρόμηση, αυτό το χάσιμο στο τίποτα, αυτή η καθημερινή αργόσυρτη διολίσθηση στη θλίψη, στη μελαγχολία, στην παραίτηση. Πόσο οδυνηρό, μετά το ξέσπασμα, το κρεσέντο, την ελπίδα, να κυριαρχούν η διάψευση, το τέλμα, η απελπισία, η παραίτηση.

Κατεβάσαμε τα χέρια γιατί βιαστήκαμε να τα σηκώσουμε σε λάθος κατεύθυνση. Σφραγίσαμε τα χείλη γιατί βιαστήκαμε ν’ αφήσουμε την οργή απ’ αυτά να ξεχειλίσει. Πάγωσε η καρδιά γιατί βιαστήκαμε να πετροβολήσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Σκοτείνιασε το παρόν και το μέλλον γιατί βιαστήκαμε ν’ ακολουθήσουμε τυφλά το ψεύδος, τη συκοφαντία, την παραπλάνηση. Παραιτηθήκαμε γιατί βιαστήκαμε να προσπεράσουμε τον καθρέφτη για να μη δούμε το είδωλό μας να μας φτύνει.

Τίποτα δεν έχει πλέον σημασία, τίποτα απ’ όλα αυτά, από αυτά που έγιναν· το τι κάνουμε μετράει, τι κάνουμε κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε μέρα. Υπάρχουμε, είναι το μόνο σίγουρο, από ‘κει και πέρα; Άλλος θα πει διαμαρτυρόμαστε, άλλος διαπραγματευόμαστε, άλλος αντιπολιτευόμαστε, άλλος πληρώνουμε κι άλλος δουλευόμαστε. Εγώ πιστεύω, δεν κάνουμε απολύτως τίποτα. Τίποτα που να ‘χει ουσιαστικό αντίκρυσμα την αναστροφή της μέχρι σήμερα αδιέξοδης πορείας και το ξεκίνημα για επιστροφή στην κανονικότητα ως συγκροτημένη χώρα, ως ανεπτυγμένη κοινωνία.

Επιστροφή σε μια κανονικότητα σταθερότητας, εμπιστοσύνης κι αξιοπρέπειας, κατ’ αρχήν, κι όχι σ’ αυτό που, λίγο-πολύ, νομίζαμε σαν κανονικότητα μέχρι το 2009. Επιστροφή της ζωής του καθενός σ’ ένα περιβάλλον ασφάλειας, δικαιοσύνης, νομιμότητας, σ’ ένα αξιόπιστο πλαίσιο αξιών, παιδείας και πολιτισμού. Επιστροφή σε μια χώρα δημοκρατική, ελεύθερη, δημιουργική. Επιστροφή σ’ ένα κράτος που δεν «τρώει», ούτε βολεύει επιλεκτικά τα παιδιά του, δεν είναι τροχοπέδη κι εμπόδιο στη ζωή τους, αλλά προσφέρει ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες προκοπής, ανάπτυξης, ικανοποίησης, εξέλιξης.

Γι’ αυτά τα αυτονόητα, που πρόχειρα ανακαλώ στη μνήμη, κιοτέψαμε. Όλοι. Τι σημασία, αν πρώτοι και καλύτεροι το ‘βαλαν στα πόδια εκείνοι που είχαν την ευθύνη πρώτοι να διαγνώσουν, να επισημάνουν, να μεριμνήσουν; Τι νόημα έχει τώρα πια, αν όλοι εμείς ακολουθήσαμε –όπως από πάντα– σαν άβουλοι το ρεύμα; Το αποτέλεσμα, η απάντηση, επιπλέει όζουσα φαρδιά πλατιά στο σημερινό τέλμα, κολλημένη ρυπαρή χαλκομανία στον τοίχο του αδιέξοδου. Με το να ρίχνουμε ο ένας τις ευθύνες στον άλλο πού οδηγεί; Ποιος δεν βλέπει τώρα πια τ’ αποτελέσματα; Δικαιολογίες χίλιες κι ακόμα περισσότερες. Ε, και;

Αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτά που έχουν ήδη αποφασιστεί, αλλά –κι ακόμα περισσότερο– σ’ αυτά που εκ των πραγμάτων θα έρθουν για να κλείσει ο επόμενος λογαριασμός ή ο μεθεπόμενος και πάει λέγοντας. Και, ξέρεις κάτι; Θέλουμε και τα παθαίνουμε, γιατί –ιδίως μετά το Γενάρη του ‘15– όχι μόνο δεν κάνουμε κάποια απ’ τα αυτονόητα, αλλά ψηφίζουμε με το κιλό και με τους τόμους τις συμφωνίες που υπογράψαμε, στην πράξη όμως σφυρίζουμε αδιάφορα και κάνουμε τα εντελώς αντίθετα.

Γι’ αυτό πιστεύω, ότι δεν είναι μόνο θέμα ιδεοληψιών, προσώπων ή πολιτικών, είναι θέμα πρωτίστως νοοτροπίας και κουλτούρας. Γι’ αυτό δεν εμπιστεύομαι ούτε τις επιλογές της παρούσας κυβέρνησης, αλλά ούτε και τη λύση των εκλογών. Αν ήθελαν κι αν θελήσουν μπορούν. Δεν είναι δυνατόν, από τη στιγμή που οι ζωές μας έχουν ανατραπεί κι ένα κράτος έχει έρθει τα πάνω κάτω, να θέλουμε το πολιτικό παιγνίδι να εξακολουθεί να παίζεται με τους όρους και τις συνήθειες του παρελθόντος. Κυβέρνηση – αντιπολίτευση, κοντρίτσες στα τηλεπαράθυρα και στη Βουλή, λόγια κι υποσχέσεις για το πόπολο και κάθε τρεις και λίγο εκλογές, φύγε συ, έλα συ.

Μια κυβέρνηση, η όποια κυβέρνηση, αποφασισμένη να υλοποιήσει, όχι το πρόγραμμα του Προκρούστη, όπως φαντάζουν –κι εν πολλοίς είναι– τα μνημόνια, αλλά μια πολιτική εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, απλούστευσης του πολυδαίδαλου μηχανισμού απόδοσης της δικαιοσύνης και της απελευθέρωσης –νομίζω καταλαβαίνεις την έννοια της λέξης– της οικονομίας απ’ τον κρατικό εναγκαλισμό και τη διαπλοκή, και την ελπίδα και την αξιοπρέπεια και την κυριαρχία θα επανέφερε στον τόπο· θα μας επέστρεφε και πάλι τις ζωές μας και θα γυρνούσε –επιτέλους– η ψυχή μας απ’ την… Κούλουρη της εφορίας, του ΕΝΦΙΑ, της ανεργίας και της φτωχοποίησης.

Τι στόχοι, προϋπολογισμοί, μεσοπρόθεσμα κι αξιολογήσεις, αν μόνοι μας δεν μπορούμε να συμμαζέψουμε τα του οίκου μας, ότι κι αν πουν οι άλλοι δίκιο θα ’χουνε. Από ‘κει και πέρα, ας χαλάμε εμείς τις καρδιές μας στα διαδίκτυα για το ταξίδι στην Κούβα ή για το πρωθυπουργικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη, αλλού βρίσκεται ο λάκκος στη φάβα και δεν θέλει και πολύ μυαλό για να το καταλάβεις· ρίξε μια ματιά στον προϋπολογισμό του 2017.

Οι πιο πολλοί –με τα πολλά– το καταλάβαμε κάπως, νομίζω, μακάρι κι αυτοί που πρέπει να το καταλάβουν πριν να ‘ναι για όλους αργά, πάρα πολύ αργά…

Photo: Newsbeast