Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Αυτός ο ήλιος δεν είναι μόνο του ΠΑΣΟΚ.


Κάποιοι απ’ τους μεν ψάχνονται για το πώς βρέθηκαν εκτός κυβέρνησης, κάποιοι άλλοι απ’ τους δε διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, γιατί βρίσκονται στην κυβέρνηση. Οι υπόλοιποι –όσοι για τον έναν ή τον άλλο λόγο δεν ξημεροβραδιάζονται στα social media κάνοντας κριτική– εξακολουθούν να ψάχνονται πώς «θα τα φέρουν βόλτα» διαρρηγνύοντας –όσοι απ’ αυτούς ασχολούνται ακόμα– τα ιμάτιά τους για τη θλιβερή εικόνα του δημόσιου βίου της χώρας.

Περίσσεψε η ευθύνη και πάλι. Καθένας ό,τι έπραξε, αποκλειστικά και μόνο από αγαθές προθέσεις και βαθύ αίσθημα ευθύνης το έπραξε, είτε έφυγε, είτε έμεινε στην κυβέρνηση. Ευθύνη με ευθύνη έχουν κομμάτι διαφορά, βέβαια, αλλά όταν κοιτάς αποκλειστικά και μόνο το υπό στενή έννοια κομματικό σου ακροατήριο, μπορείς και το κρέας ψάρι να βαφτίζεις και να σε πιστεύουν ή και να σε θαυμάζουν ακόμα. Στην προκειμένη περίπτωση η παραμονή ήταν επιβεβλημένος μονόδρομος, εκτός κι αν κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν, ότι οι εκλογές σ’ αυτόν τον τόπο αποτελούν τη μόνη δημοκρατική διέξοδο. «Να μιλήσει ο λαός», αλλά –πέρα απ’ το ότι ήταν πασιφανές ότι ο «λαός» εν προκειμένω δεν ήθελε με τίποτε εκλογές– ο «λαός» παραμιλάει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί απ’ το κακό που τον έχει βρει, τι να πει, επομένως, χόρτασε από λόγια, απ’ το κακό στο χειρότερο. Εδώ ακόμα κι οι του ΣΥΡΙΖΑ, που ήθελαν –λέει– τις εκλογές, έτρεμαν μήπως και πιάσει τον Βενιζέλο τίποτε ΠΑΣΟΚικό και ρίξει την κυβέρνηση.

Κάποτε κάνουμε την ανάγκη φιλότιμο, μερικές φορές επιλέγουμε με κριτήριο «το μη χείρον βέλτιστο», κάπου-κάπου επιβάλλεται να κάνουμε και το κορόιδο. Ας προσπαθήσουν να το δουν κάπως ψύχραιμα όσοι απ’ τους μεν και τους δε, Νεοδημοκράτες βουλευτές ή ΠΑΣΟΚους πολιτευτές, έχουν βγει στα κεραμίδια με αφορμή την κυβερνητική συνεργασία Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ. Ας αναλογιστούν, ότι αν υπήρχε λίγη συναίσθηση ευθύνης εκ μέρους του πολιτικού προσωπικού του τόπου, από καιρό τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Η κρίση να μη μας βρει απροετοίμαστους, να μην αποτελεί πεδίο βίαιης πολιτικής διαπάλης κι αντιπαράθεσης, να μην κατακερματίζει την κοινωνία, να μην αναδεικνύει κάθε αρνητική πτυχή της ιδιοσυγκρασίας και της κουλτούρας μας. Τώρα, εδώ που έχουμε φτάσει, μέχρι τα ρουθούνια στη λάσπη, εξακολουθούν κάποιοι να θέλουν να μας σπρώξουν ακόμα πιο κάτω; Τον πάτο δεν θα τον πιάσουμε κάνοντας μακροβούτια στη λάσπη, αλλά αδειάζοντας απ’ τις λάσπες το βαρέλι.

Κάποιος δεν πρέπει να κρατάει και τα προσχήματα μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε; Κάπου δεν πρέπει να φαίνεται ότι η χώρα, παρά τα προβλήματά της, παρά τις αδυναμίες της υπάρχει, πασχίζει και λειτουργεί; Ήταν ο Παπανδρέου λυσσάξανε –έκανε βέβαια κι αυτός ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του– να τον «φάνε». ‘Ηρθε ο Παπαδήμος τρελαθήκανε να τον αλλάξουνε, με το ζόρι μπας και κυβερνήσει ο χριστιανός. Τώρα, μετά από τόσες κωλοτούμπες, Ζάππεια κι ισοδύναμα είναι ο Σαμαράς πρωθυπουργός, τι πρέπει να κάνουμε, ρε παιδιά; Κάθε τρεις και λίγο αυτό το παραμύθι θα γίνεται; Δεν υπάρχει καμιά δουλειά να κάνουν όλοι αυτοί που ξεμεροβραδιάζονται στις τηλεοράσεις –αχ, πού ‘σε ΕΡΤ μου με τη Στάη σου και το Φελέκη σου;– τα twitter και τα facebook; Στα περίπτερα οι τίτλοι των εφημερίδων κοντεύουν να ξεπεράσουν τις μάρκες των τσιγάρων. Ποια κρίση κι ανεργία στα μέσα, πλάκα μας κάνετε; Από πού χρηματοδοτούνται όλοι αυτοί για να μας «τηγανίζουν» καθημερινά απ’ το πρωί ως το βράδυ συνοδεία λαϊκής ορχήστρας και κουπονιών σούπερ μάρκετ;

Ένα είναι αυτό που διαφαίνεται ότι έρχεται, η θεαματική αλλαγή του πολιτικού κατεστημένου. Όσοι κατέχοντες το έχουν διακρίνει, διαγκωνίζονται να προωθήσουν τα συμφέροντά τους, να προσεταιριστούν και να επηρεάσουν τη νέα κατάσταση, να πλασαριστούν σε ευνοϊκές θέσεις στο οικονομικό τοπίο και στην αγορά που διαμορφώνεται. Τώρα που όλα είναι «στον αέρα» ο αποπροσανατολισμός της κοινωνίας απ’ τη διεκδίκηση αλλαγών και μεταρρυθμίσεων σε όφελός της, αποτελεί γι’ αυτούς στρατηγικό στόχο.

Ας μην κουτουλάμε καθημερινά πάνω στο ίδιο δέντρο. Το δάσος είναι μακριά, αλλά υπάρχει. Μπορούμε να φτάσουμε όλοι εκεί. Τραβάμε κουπί τρία χρόνια τώρα, όλο τα ίδια και τα ίδια ακούμε. Υπάρχουμε. Αργόσυρτα και βασανιστικά κυλάνε οι εξελίξεις, αλλά ας μην το αφήσουμε να πάει χαμένο. Ας διεκδικήσουμε δημιουργικά τις αλλαγές ο καθένας απ’ το χώρο που ζει, δραστηριοποιείται κι ενδιαφέρεται. Ας επιδιώξουμε τις αλλαγές πρώτα και κύρια στο άμεσο περιβάλλον μας. Αρνούμενοι κι αντιδρώντας στα πάντα, στρώνουμε με βούτυρο το ψωμί όσων επιθυμούν κι επιδιώκουν ν’ αποφασίζουν ερήμην μας. Κάποιοι έχασαν ή χάνουν τις δουλειές τους, κάποιοι δεν μπορούν να τα «φέρουν βόλτα», όλοι –άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο– ξεβολευτήκαμε. Αντί να κοιτάμε μανιωδώς πώς θα ξεβολευτούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οι γείτονες, οι γνωστοί, οι φίλοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι κ.ο.κ., ας αντιμετωπίσουμε τις νέες ισορροπίες με θετική ενέργεια, αρνούμενοι να μπούμε στο τρυπάκι της αυτοκαταστροφικής ισοπέδωσης και της μοιρολατρικής αναμονής.

Είναι καλοκαίρι, ζούμε στην Ελλάδα, αξίζει να μπορούμε κοιτώντας ψηλά ν’ απολαύσουμε σ’ όλο του το μεγαλείο αυτόν τον ήλιο τουλάχιστον. Ας τον αφήσουμε να φτάσει μέσα μας, να ζεστάνει βαθειά τις καρδιές μας. Για ν’ αντικρίζουμε το πρωί αυτόν τον ήλιο αξίζει και μόνο να προσπαθήσουμε κι ας είμαστε ως τα ρουθούνια μέσ’ στις λάσπες. Μπορούμε ν' αναδυθούμε, φτάνει να το προσπαθήσουμε. Ο ήλιος ψηλά δείχνει το δρόμο.

Foto: Liz

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Ανασχηματίζοντας τα δεδομένα.


Η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ απ’ την κυβέρνηση διέλυσε έναν μύθο και επικύρωσε μια βεβαιότητα. Ο μύθος αφορούσε τη δυνατότητα να συνυπάρξουν στην ίδια κυβέρνηση κόμματα με ακραία ετερόκλιτες ιδεολογικές διαφορές και πολιτικές αντιλήψεις, όπως τουλάχιστον μας τις έχει διδάξει η μεταπολίτευση κι όπως τις κουβαλάει καθείς για λογαριασμό του στο δισάκι των αναμνήσεων και τις διηγήσεις των παππούδων του μετά τον πόλεμο. Η βεβαιότητα είναι, ότι η νέα ιδεολογική συσπείρωση που αναδύθηκε μετά το ξέσπασμα της κρίσης και μέρα τη μέρα ενδυναμώνεται, υπερακοντίζεται ιδεοληψιών και αγκυλώσεων, υπερβαίνει τις κομματικές γραμμές και συσπειρώνει πολίτες που, αν και προέρχονται από διαφορετικές αφετηρίες και διαθέτουν ετερόκλιτες προσλαμβάνουσες, εμφορούνται από την κοινή πεποίθηση, ότι η χώρα χρειάζεται εδώ και τώρα γενναίες και ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις για να προχωρήσει μπροστά και να εξελιχθεί σ’ ένα σύγχρονο κράτος της Ευρώπης.

Η οικονομική κρίση αποκάλυψε με έμφαση και με πρωτόγνωρο για τις γενιές μας τρόπο, ότι η αδυναμίες κι οι ανεπάρκειες του πολιτικοκοινωνικού μας οικοδομήματος δεν υπήρχαν μόνο στα πανεπιστημιακά εγχειρίδια και μελέτες, ούτε αποτελούσαν θεωρητικές προσεγγίσεις μιας κουλτουριάρικης και ξιπασμένης περιθωριακής εκσυγχρονιστικής ελίτ. Αντίθετα, με εκκωφαντικό τρόπο αποκαλύφθηκε, ότι τα προβλήματά μας ήταν περισσότερο σύνθετα και –δυστυχώς– τρομερά δυσεπίλυτα και πολύπλοκα.

Η δημιουργία της τρικομματικής κυβέρνησης, παρά τις επώδυνες και δυσχερείς συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργήθηκε και παρά το γεγονός ότι συναρθρώθηκε από ετερόκλιτες κι όλως διόλου –τουλάχιστον για τα στάνταρ της εποχής και των συνηθειών μας– πρότυπα, έδωσε ελπίδες. Ο σχηματισμός της, μολονότι έγινε επιπόλαια και υπό το δυσβάσταχτο βάρος του οικονομικού προβλήματος και της κοινωνικής έντασης, εκλήφθηκε από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως εν δυνάμει τροφοδότης του περάσματος σε μια άλλη εποχή κυβερνητικών συνεργασιών θεμελιωμένης στη βάση των προβλημάτων και των προγραμματικών συγκλίσεων για τη λύση τους.

Το εγχείρημα δεν ευωδόθηκε τελικά. Κριτικές κι επιφυλάξεις διατυπώθηκαν κι εξακολουθούν να διατυπώνονται για τις ενδοκυβερνητικές σχέσεις και προτεραιότητες. Από την πρώτη στιγμή ήταν προφανής η χαλαρή κυβερνητική συνοχή κι η έλλειψη συντονισμού. Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, απέφυγαν και τελικά απέτυχαν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν τις όποιες αλλαγές στη διοίκηση και το κράτος, τις μεταρρυθμίσεις. Ενδεχομένως, στο πλαίσιο του κυβερνητικού τριγώνου κάποιοι να είχαν επενδύσει περισσότερο απ’ όσο ήταν αντικειμενικά φύση και θέση να διεκδικήσει και να επηρεάσει σ’ αυτό η ΔΗΜΑΡ.

Τώρα, τι να περιμένει κανείς από τον επικείμενο ανασχηματισμό του ένα προς δύο; Να κρίνει τα πρόσωπα, τις «καραμπόλες», τις μετονομασίες ή τις εκπλήξεις, όταν επέρχεται μετά από βίαιη διάσπαση της τρικομματικής κυβέρνησης κι όταν οι ταχύτητες που ήδη θα έπρεπε να αναπτύσσει η κυβέρνηση έπρεπε να είναι ιλιγγιώδεις; Αν ξέρεις τα πρόσωπα όλα τα υπόλοιπα είναι θέματα που αντιμετωπίζονται. Τα πρόσωπα κι ιδιαιτερότητές τους είναι το κλειδί της υπόθεσης. Η καταγωγή, οι σταυροί, οι εσωκομματικές ισορροπίες, οι προσωπικές φιλίες, η αφοσίωση, οι σχέσεις με τα ΜΜΕ, αποτελούν αποφασιστικής σημασίας κριτήρια που πρέπει να σταθμίζει ένας πρωθυπουργός πριν καταλήξει στην επιλογή του κυβερνητικού σχήματος. Το τελευταίο, ίσως, και το περισσότερο αμελητέο, η ικανότητα παραγωγής έργου, η αποτελεσματικότητα. Όλα αυτά, βεβαίως, αποκτούν νόημα και βαρύνουσα σημασία όταν αναφερόμαστε στο σύστημα διακυβέρνησης της χώρας μας, το οποίο, εκτός από πρωθυπουργοκεντρικό, είναι και προσωποκεντρικό, συγκεντρωτικό και πελατειακό.

Θα μπορούσε, κάτω από άλλες συνθήκες, αυτός ο ανασχηματισμός ν’ αποτελέσει την κορυφαία πράξη για τη διοικητική μεταρρύθμιση, τον ακρογωνιαίο λίθο για την αλλαγή του κράτους. Μακριά από υπολογισμούς και σκοπιμότητες, ποσοστώσεις κι αναλογίες εκπροσώπησης, ήταν δυνατό να σχεδιαστεί μια κυβέρνηση με σαφές αναπτυξιακό χαρακτήρα, με ευέλικτες οργανωτικές δομές, με εξωστρεφή προσανατολισμό αρμοδιοτήτων, με συνεκτικές καθ’ ύλη αρμοδιότητες. Θα μπορούσε αυτός ο ανασχηματισμός να μην αποτελεί καν είδηση, αν είχαμε κατακτήσει να λειτουργεί η διοίκηση και το κράτος ανεξάρτητα από το ποιος κάθεται στον κάθε υπουργικό θώκο.

Με τα «αν» και τα «ίσως» ούτε κυβερνήσεις στήνονται, ούτε μεταρρυθμίσεις προάγονται, ούτε –πολύ περισσότερο– ο τόπος προοδεύει. Πρόοδος δεν πρόκειται να υπάρξει όποια κυβέρνηση κι αν σχηματιστεί, όσο άξια και ικανά στελέχη κι αν τη συγκροτούν, όση βούληση και διάθεση για μεταρρυθμίσεις κι αν υπάρχει. Δεν θα υπάρξει –όπως δεν υπήρξε και μέχρι σήμερα– γιατί οι κινήσεις είναι εκ των πραγμάτων δισταχτικές, αποσπασματικές κι ασυντόνιστες. Κάθε υπουργείο συγκροτεί κι ένα «φέουδο», που κατευθύνει κεντρικά τις πολιτικές μέσω πολυδαίδαλων διαδικασιών και δομών, που δεν διαθέτει στις περισσότερες των περιπτώσεων την κατάλληλη και επαρκή στελέχωση, μηχανισμούς συντονισμού κι ελέγχου, επάρκεια πόρων. Διαχείριση στην καλύτερη των περιπτώσεων και έργο που αποτιμάται με τα νομοσχέδια που προωθήθηκαν, με τα επιμέρους που διευθετήθηκαν, με τις κινητοποιήσεις που αποσοβήθηκαν. Διαχείριση στο πλαίσιο αλληλοκαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων, αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, αλληλοϋπονομευόμενων στελεχών. Το γεγονός, ότι υπουργεία συμπτύσσονται ή διαχωρίζονται με μόνο κριτήριο, όχι την βελτίωση των προσφερόμενων υπηρεσιών, αλλά τις ανάγκες διατήρησης ισορροπιών και συσχετισμών εντός κι εκτός κυβέρνησης, είναι πλέον συνηθέστατο.

Βασισμένη πάνω σ’ αυτό το εύθραυστο υπόβαθρο αμοιβαίας δυσπιστίας και επιφυλαχτικότητας, στηριγμένη πάνω σε στελέχη που κανέναν λόγο δεν έχουν να συνυπάρξουν παρά μόνο για να συντηρήσουν και να τονώσουν το πολιτικό τους προφίλ, εδραιωμένη πάνω στα συντρίμμια της πάλαι ποτέ τρικομματικής με το φάντασμα της ΔΗΜΑΡ να τη στοιχειώνει, η νέα κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας ΠΑΣΟΚ έχει στην καλύτερη των περιπτώσεων απώτατο χρονικό ορίζοντα μέχρι της ευρωεκλογές. Στην καλύτερη περίπτωση, γιατί το έργο που έχει μείνει πίσω είναι όλη η «λάντζα», όλη η «βρώμικη» δουλειά που επί τρία χρόνια –για να μην πούμε δεκαετίες ολόκληρες– με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποφεύγονταν. Δίχως να υπολογίζεται, βέβαια, και το βάσιμο ενδεχόμενο, ότι μπορεί να προκύψουν εμβόλιμα και τίποτε έκτακτες περικοπές και μέτρα.

Ποιος μεταρρυθμιστικός άνεμος χωρά να πνεύσει μεταξύ των χαρτοφυλακίων αυτής της κυβέρνησης; Ποιο αεράκι δροσερό κι αναζωογονητικό να ξεσηκώσει το βαλτωμένο ενδιαφέρον και να συνεπάρει τον ξεθυμασμένο ενθουσιασμό; Ακόμα και τα πρόσωπα που ακούγονται κουβαλάνε στα βιογραφικά τους ολόκληρα κατεβατά κυβερνητικών θητειών. Μια από τα ίδια, για καλό καλοκαίρι, λοιπόν, που εκλογές μπορεί να μην έφερε, αλλά άφησε στα «κρύα του λουτρού» κι όσους από το κοινωνικό ρεύμα των μεταρρυθμιστών ήλπιζαν, ότι είναι δυνατόν χωρίς όραμα κι εμπνευσμένη καθοδήγηση να ξημερώσουμε ένα πρωί και να βρισκόμαστε στη χώρα των μεταρρυθμίσεων. 

Καλή η θαλασσινή αύρα και το μελτεμάκι, αλλά ο αέρας ο φρέσκος κι ο καθαρός κατεβαίνει από τα ψηλά βουνά κι εδώ έχουν γίνει όλα ίσωμα.

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Ψάχνοντας για διέξοδο.



Το ξεφτιλίσαμε κι αυτό. Μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο το έχουμε φτάσει το θέμα του κλεισίματος της ΕΡΤ. Η αποθέωση της υπερβολής κι ο απόλυτος εκτροχιασμός της λογικής. Η έλλειψη πολιτικού σχεδιασμού κι υπευθυνότητας από την πλευρά της κυβέρνησης σε πλήρη συντονισμό με την πλέρια επίδειξη λαϊκισμού κι ανευθυνότητας εκ μέρους της αντιπολίτευσης. Όλα ανακατεύτηκαν στο όνομα της δημοκρατίας, η οποία –ειρήσθω εν παρόδω– τραβολογιέται από σχετικούς και άσχετους πότε απ’ τα μαλλιά και πότε απ’ τα μανίκια, προς δόξαν την ελεύθερης πληροφόρησης και της ανεμπόδιστης ενημέρωσης. Μέχρι την πτώση της κυβέρνησης αναμένουν ορισμένοι, θαρρείς και μέσω αυτής θα επιλυθούν αυτομάτως, όχι μόνο τα θέματα των δημοκρατικών θεσμών, αλλά και της τύχης της ίδιας της χώρας.

Όσες εκλογές κι αν γίνουν σ’ αυτή τη χώρα, τίποτε δεν πρόκειται ν’ αλλάξει αν δεν γίνει συνείδηση και κοινός τόπος, ότι με τα λόγια και τις παράτες, ούτε κράτος σοβαρό μπορεί να υπάρξει, ούτε δημόσια διοίκηση αποτελεσματική, ούτε δικαιοσύνη αδέκαστη κι αξιόπιστη, ούτε, πολύ περισσότερο, κυβερνήσεις υπεύθυνες και σεβαστές. Αποδείχτηκε περίτρανα πριν ένα χρόνο, όταν η χώρα σύρθηκε σε δυο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, δίχως επί της ουσίας να προστεθεί κάτι επιπλέον για τη λειτουργία του πολιτεύματος μετά απ’ αυτές.

Η παρούσα κρίση, με αφορμή το «μαύρο» των συχνοτήτων εκπομπής των κρατικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων, σηματοδοτεί με έμφαση την παλαιοκομματική αντίληψη του συνόλου του πολιτικού συστήματος. Αναδεικνύει με δραματικό τρόπο την καχεξία του πολιτικού οραματισμού και την παντοδυναμία της μικροκομματικής κουτοπονηριάς κι υπολογισμού.

Το κλείσιμο της ΕΡΤ, αυτή η απόφαση που ταλανίζει επί δύο σχεδόν εβδομάδες την κυβέρνηση κι έχει οδηγήσει σε οριακό σημείο την κυβερνητική συνοχή, δεν είναι τίποτε περισσότερο από χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου λήψης των περισσότερων –αν όχι όλων– των αποφάσεων της κυβέρνησης εδώ κι ένα χρόνο. Πρόχειρα, στο πόδι κι εκ των ενόντων, με μόνο κριτήριο την όπως-όπως παρουσίαση πεπραγμένων και προσχηματικής συνέπειας σε συμφωνίες και δεσμεύσεις. Ούτε σχέδιο, ούτε αξιολόγηση, ούτε έλεγχος. Κοντόφθαλμα, περιστασιακά κι ασυνάρτητα. Ο τρόπος χειρισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τρίτους εκτός κυβέρνησης αποκαλυπτικός.

Μπροστά στο μείζον πρόβλημα λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, μικρή σημασία έχει πλέον το ποια μορφή θα έχει η «νέα ΕΡΤ» –η όπως αλλιώς λέγεται ο φορέας που θα δημιουργηθεί– το ρήγμα έχει προκληθεί κι η ζημιά έχει γίνει. Κρίσιμο πλέον θα είναι, αν με αφορμή αυτή την απόφαση και την παρούσα πολιτική κρίση, κατέστη σαφές, πως μ’ αυτό τον αναποτελεσματικό τρόπο άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας και μ’ αυτή την αυταρχική αντίληψη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, μόνο νέα προβλήματα κι αδιέξοδα δημιουργούνται. Όσοι ανασχηματισμοί κι αν γίνουν, όσοι ρόλοι ή και πρόσωπα αν αλλάξουν, αν δεν γίνει αντιληπτό, ότι με κουτοπονηριές και μικροκομματισμούς είναι αδύνατο να κυβερνηθεί αξιόπιστα η χώρα, δεν πρόκειται να κάνουμε βήμα μπροστά.

Αντί να καμώνεται, λοιπόν, τον μεταρρυθμιστή και τον αποφασιστικό ο πρωθυπουργός, θα ήταν καλύτερα να το πάρει απόφαση, ότι το μέγεθος του έργου και των εμποδίων που ορθώνονται μπροστά μας, απαιτούν άλλου είδους πολιτικές κι άλλον τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης. Τα μεγέθη είναι πλέον –και ιδιαίτερα λόγω των δραματικών καθυστερήσεων– δυσθεώρητα. Ο όγκος των θεμάτων που απαιτούν λύσεις είναι τόσο μεγάλος, που όσες πράξεις νομοθετικού περιεχομένου κι αν προωθηθούν, όσα θέματα κι αν «μπαλωθούν» με υπουργικές αποφάσεις, όσες ψηφοφορίες κι αν πραγματοποιηθούν στη Βουλή, είναι σχεδόν ανέφικτο να οδηγήσουν σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Η ανάκαμψη της χώρας μόνο στις προσυνεδριακές ομιλίες του θα βρίσκει χώρο και θέση.

Καλοδεχούμενες οι φιλοφρονήσεις κι οι θετικές αναφορές από ξένα ΜΜΕ και τους ηγέτες, ευπρόσδεκτη η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αναγκαία η κοινωνική συναίνεση κι υπομονή, είναι όμως τόσο εύθραυστα κι ευμετάβλητα, τόσο συγκυριακά και επίπλαστα, που αρκεί ένα τυχαίο συμβάν να τ’ ανατρέψει και να τα εκμηδενίσει όλα. Η πλατεία Ταξίμ είναι μακριά, αλλά και τόσο δραματικά κοντά. Ο αυταρχισμός κι εξουσιαστική επιβολή είναι δρόμος επικίνδυνος, δύσβατος και σκοτεινός. Η επικοινωνία από μόνη της πάλι δεν μπορεί να επωμιστεί το βάρος μιας ευθύνης που δεν της αναλογεί. Αν οι κυβερνητικές αποφάσεις δεν αποχτήσουν μετά από συνεργασία και συζήτηση, ολοκληρωμένη μορφή, εσωτερική συνοχή, κοινή βάση και αναπτυξιακό χαρακτήρα, όσες εξαγγελίες κι «ενέσεις αισιοδοξίας» αν γίνουν, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το κραυγαλέο κι οφθαλμοφανές κυβερνητικό χάσμα και την ανύπαρκτη ενδοκυβερνητική συνοχή.

Χαμένοι στη μετάφραση και στην αναζήτηση εξήγησης κι ερμηνείας για το τι ακριβώς εννοεί η μια ή η άλλη απόφαση του ΣτΕ, θα βρισκόμαστε. «Ψύλλους στ’ άχυρα» κατά το κοινώς λεγόμενο, μόνο και μόνο επειδή δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Και το όνομα δεν είναι ο τάδε ή ο δείνα Υπουργός που θα χάσει ή θα πάρει χαρτοφυλάκιο, αλλά ποιες πολιτικές θ’ αλλάξουν, ποιες αντιλήψεις θ’ αναθεωρηθούν, ποιες προτεραιότητες θα δοθούν, ποια λάθη θα διορθωθούν. Παίζοντας τούτες τις ώρες με το χρόνο οι τρεις ηγέτες της κυβερνητικής –μέχρι ώρας– συμμαχίας, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι τα περιθώρια πολιτικού λάθους έχουν εκμηδενιστεί. Η απόφαση για την ΕΡΤ κι οι μετέπειτα εξελίξεις, έχουν τινάξει στον αέρα όλα τα προσχηματικά κι επιφανειακά τρυκ συνεργασίας κι έχει αποκαλυφθεί απροσχημάτιστα κι απροκάλυπτα όλο το πλέγμα των υφιστάμενων ενδοκυβερνητικά ισορροπιών και συσχετισμών.

Υπό το πρίσμα αυτό, καλείται ν’ αποφασίσει ο πρωθυπουργός αν θα ηγηθεί ενός σχήματος, που θα κυβερνήσει πραγματικά τη χώρα στη βάση πολιτικών κοινής συναίνεσης κι αποδοχής και απ’ τους άλλους δύο κομματικούς εταίρους ή θ’ αναμετρηθεί με το καρμικό του κεκτημένο, που δεν είναι άλλο παρά η πτώση των κυβερνήσεων που συμμετέχει. Εκτίμηση μας ότι θα επιλέξει την πρώτη εκδοχή –κι αυτό είναι τούτη την ώρα κατά τη γνώμη μας και το συμφέρον της χώρας και του λαού. Το σήμα που επανήλθε στις κρατικές συχνότητες περί αυτού προϊδεάζει.

Σ’ αυτή την περίπτωση, επειδή ο ενθουσιασμός κι η ευθυμία κρατούν λίγο –κι όχι πάντως περισσότερο απ’ όσο μια εντύπωση– ο πρωθυπουργός θα ήταν σκόπιμο αυτές τις ώρες ευθύνης, αν σχεδιάζει το νέο ξεκίνημα της κυβέρνησης, να προτάξει την αυτοσυγκράτηση, να επιλέξει τους χαμηλούς τόνους και να ξεκινήσει τη νέα κυβερνητική περίοδο με συλλογικότητα στην πράξη κι όχι στη θεωρία, με τόλμη στα έργα κι όχι στα λόγια. Το πάθημα της ΕΡΤ πρέπει να γίνει ένα μεγάλο μάθημα δημοκρατίας, συνέπειας και διαφάνειας για όλους κι ιδίως για όσους κατέχουν κι ασκούν με την λαϊκή ψήφο τη δημόσια εξουσία. 

Στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, αλλά ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι στ’ αδιέξοδα υπάρχει δημοκρατία;

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Το πραξικόπημα της υποκρισίας.


Παρακολούθησα με συναισθηματική φόρτιση να «μαυρίζουν» το ένα μετά το άλλο τα κανάλια που μετέδιδαν απευθείας το εκ των ενόντων πρόγραμμα της κρατικής τηλεόρασης. ΝΕΤ, ET ΗD και τελευταία εικόνα από το ERT World λίγο πριν τις μιάμιση τα ξημερώματα. Ένοιωθα όντως μέσα μου σαν κάτι να χάνεται, σαν κάτι να μου σφίγγει το στομάχι. Ήταν βλέπεις κι όλη αυτή η ένταση που είχαν οι εικόνες, ο παλμός, οι φωνές και τα τραγούδια, όπως μεταδίδονταν από το κοσμοπλημμυρισμένο προαύλιο και την αποκλεισμένη Λεωφόρο Μεσογείων.

Ο αντίκτυπος από το κλείσιμο της κρατικής ραδιοτηλεόρασης τεράστιος.Οι αντιδράσεις κι οι αντιπαραθέσεις διαδοχικές κι αλλεπάλληλες. Δηλώσεις, λέξεις και δάκρυα ρέουν έκτοτε άφθονα. Το ίδιο κι οι προτάσεις για την κατάργηση της πράξης νομοθετικού περιεχομένου και τα νομοσχέδια για την δημιουργία της «νέας ΕΡΤ». Σιγά, ρε παιδιά, μη σπρώχνεστε, το έχουμε ξαναδεί το έργο με τις πρωτοβουλίες σας μόλις προχτές για το αντιρατσιστικό και ξέρουμε πάρα πολύ καλά πού μας έχουν φέρει αυτές οι δοκιμασμένες μικροκομματικές πρακτικές.

Ξέρετε τι λέω εγώ; Κανείς από τους σουλατσαδόρους και τους «πήγαιν’ έλα» δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για το μέλλον ούτε της ΕΡΤ ούτε των εργαζομένων σ’ αυτήν. Για την ενημέρωση και την ψυχαγωγία ούτε λόγος να γίνεται. Φούμαρα πουλάτε και φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Όλοι. (Ο άλλος πήρε τόση φόρα που από την Αγία Παρασκευή έκλεισε πρώτο τραπέζι πίστα στην πλατεία Συντάγματος). Ταχρίρ, Ταξίμ, ΝΕΡΙΤ, όλα στις φαντασιώσεις και τους σχεδιασμούς πολιτικών που θέλουν να μας πείσουν ότι με το που πέσανε οι διακόπτες κι έπεσε το σκοτάδι στις κρατικές συχνότητες είδανε το φως το αληθινό κι έλαβαν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Πνεύμα πουλάνε;

Γι’ αυτό δεν με τρομάζει, ούτε που γίναμε και πάλι διεθνώς ρεζίλι, ούτε ότι απειλούνται εκλογές –σιγά μη μας φύγει καμιά ψήφος, ούτε που σιγεί η ΕΤ3, ούτε μην ξεκινήσει απ’ τη Μεσογείων η επανάσταση. Με τρομάζει η απύθμενη προχειρότητα και τσαπατσουλιά. Με τρομάζει η ατέλειωτη μικροκομματική πονηριά, η παραποίηση της πραγματικότητας. Με τρομάζει η επόμενη μέρα, γιατί θα προκύψει μέσα στο κομματικό μαγειρείο, θα περάσει από τα ψηφοθηρικά γραφεία και θα καταλήξει μέσα απ’ τους διθυράμβους της παραπληροφόρησης να βαφτίζεται το μαύρο άσπρο ή το άσπρο μαύρο ανάλογα με την περίπτωση και το στρατόπεδο.

Φοβάμαι γιατί το μέχρι σήμερα δείγμα γραφής της κυβέρνησης δεν έχει αποτυπωθεί σε σχεδιασμένες μεταρρυθμίσεις, σε καλοστημένες αποκρατικοποιήσεις, σε προγραμματισμένες αναδιοργανώσεις. Φοβάμαι γιατί τα πεπραγμένα της αντιπολίτευσης δεν πείθουν για την ωριμότητα, την υπευθυνότητα και τη σύνεση. Φοβάμαι, γιατί θα βραχνιάσω να φωνάζω με το καλαμάκι στο χέρι έξω απ’ το ραδιομέγαρο κλείνοντας τη Μεσογείων, περιμένοντας πώς και πώς να καθαρίσει η «κόπρος του Αυγεία». 

Η υποκρισία μ’ ακολουθεί σε κάθε μου βήμα, με παρακολουθεί σαν τον χαφιέ, σαν τον ρουφιάνο, σαν τον μεγάλο αδελφό. Το πραξικόπημα της υποκρισίας απέκλεισε όλες τις εξόδους προς την αλήθεια, την αντικειμενικότητα, το δίκαιο. Τα τεθωρακισμένα επιχειρήματά της φράζουν αδιαπραγμάτευτα το δρόμο προς το μέλλον, προς το αύριο, προς τα μπρος. Οι τηλεκατευθυνόμενοι ολετήρες της ισοπεδώνουν αδιακρίτως ιδέες, σχέδια, όνειρα.Τα μπουντρούμια των σκοτεινών μικροκομματικών υπολογισμών της φυλακίζουν την ελεύθερη σκέψη, την αδέσμευτη έκφραση, την απεριόριστη ματιά. Η εξωραϊσμένη προπαγάνδα της φιμώνει τη φωνή της λογικής, την κραυγή της απόγνωσης, τον ψίθυρο της ελπίδας. 

Σ’ αυτό το πραξικόπημα πρέπει ν’ αντισταθώ, σ’ αυτό να ορθώσω το ανάστημα, τη φωνή, το είναι μου. Στο πραξικόπημα που δεν λογοκρίνει τις ειδήσεις, αλλά εκβιάζει συνειδήσεις. Στο πραξικόπημα του «ναι μεν, αλλά», που ξετινάζει τα μυαλά. Στο πραξικόπημα των βολεμένων, σε βάρος των απελπισμένων.

Φωτο: Marcin Sacha

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Αριστερά φιλιά.


Στη Νέα Ιωνία τα γραφεία της ΔΗΜΑΡ είναι απέναντι από το σουβλατζίδικο του Παναγιώτη. Χρόνια φίρμα στην περιοχή ο Παναγιώτης που ψήνει στο κάρβουνο τις πίτες και το χειροποίητο πολίτικο κεμπάπ. Χρόνια κρατά κι η συζήτηση για τη συγκρότηση της κεντροαριστεράς και τελευταία, μάλιστα, με ιδιαίτερη ένταση. Η ταμπέλα στη μαρκίζα του α’ ορόφου έπαιξε το ρόλο της για να ξαναπιαστεί η ίδια κουβέντα για μια ακόμα φορά, η περίσταση κι η παρέα δεν ήθελαν δα και πολύ.

Οι «ταμπέλες», κατ’ αρχήν, είναι ένα μεγάλο πρόβλημα στη διαδικασία της πολιτικής επικοινωνίας, αλλά και στην πρόοδο της όποιας συνεννόησης και συνεργασίας. Αυτές –απ’ τη στιγμή που θα τοποθετηθούν– καθορίζουν δεσμευτικά κι απαρέγκλιτα το πλαίσιο και τους κανόνες της μετέπειτα στάσης και συμπεριφοράς. Εκείνες είναι που θα ανοίξουν ή θα κλείσουν τους διαύλους, τις πόρτες και τα παράθυρα της συνεννόησης. Ούτε οι προγραμματικές θέσεις, ούτε οι πολιτικές πλατφόρμες, ούτε –πολύ περισσότερο– οι ανάγκες της κοινωνίας και της χώρας.

Το ωραίο είναι ότι, εδώ κι ένα χρόνο, οι «ταμπέλες», ενώ παραδοσιακά δημιουργούν αυτά τα προβλήματα κι ορθώνουν απαραβίαστα αναχώματα στη συνεργασία των πολιτικών κομμάτων και δυνάμεων, ουδόλως εμποδίζουν όσους βρίσκονται υπό τη σκέπη τους, αλλά μέσα στην τρικομματική κυβέρνηση, να συμπεριφέρονται με συνέπεια έναντι των εξαγγελιών και διακηρύξεων που οι ίδιες οι ταμπέλες τους υπαγορεύουν. Με άλλα λόγια, δηλώνω αριστερός, αλλά στηρίζω τις δεξιές επιλογές της Νέας Δημοκρατίας στη διακυβέρνηση ή δηλώνω μεταρρυθμιστής, αλλά η μεταρρυθμιστική μου διάθεση εξαντλείται στις όποιες αποκρατικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων εξαγγέλλονται απ’ την κυβέρνηση.

Στα κόμματα της συγκυβέρνησης, αυτά που κατά τον πρωθυπουργό κάνουν «κωπηλασία χρέους», το χρέος εξαντλείται στη διαχείριση των μνημονίων και της κρίσης με όρους που επ’ ουδενί θίγουν τον πυρήνα του πολιτικού συστήματος και σε καμία περίπτωση αγγίζουν την αυτοτέλεια και την αυτονομία των συγκυβερνώντων. Διαχείριση με κυβερνητικές συνταγές δοκιμασμένες και με πολιτικές επινοήσεις που καθόλου δεν διαφέρουν από τις εποχές προ κρίσης, εποχές αυτοδυναμιών και δικομματισμού.

Αν αυτό για τη Νέα Δημοκρατία, που –όπως δημοσκοπικά προκύπτει– διατηρεί αξιοπρεπές ποσοστό δυνάμεων στο εκλογικό σώμα, είναι μια στάση, όχι μόνο αναμενόμενη, αλλά και συνεπής απέναντι στις αρχές και τις συντηρητικές ιδεολογικές της καταβολές, για το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, που καθημερινά τα ποσοστά τους ολοένα και συρρικνώνονται στα ευρήματα των ίδιων δημοσκοπήσεων, αποτελεί εξαιρετική προδιαγραφή πολιτικής αυτοκτονίας.

Ένας χρόνος συγκυβέρνησης και το πηλίκο δεν είναι ακόμα ούτε καν μηδενικό. Ο κοινός παρανομαστής εξακολουθεί ν’ αυξάνει για την κοινωνία ως προς τη λιτότητα, ενώ ο αριθμητής για το κυβερνητικό έργο παραμένει εξαιρετικά μικρός κι αμελητέος. Ένας χρόνος κι ακόμα ψάχνουμε να δούμε, τι θα την κάνουμε τελικά τη ριμάδα τη διάσωση της χώρας; Θα την πάμε μπροστά μέσα από γενναίες μεταρρυθμίσεις και τομές στο παραγωγικό μοντέλο; Θα την πάμε πίσω σ’ ένα πτωχικό μεταπρατικό παρελθόν; Θα την κρατήσουμε στάσιμη να «βράζει στο ζουμί» των χρεών της; Θα την αφήσουμε στα χέρια των Κινέζων ή θα την παραδώσουμε πεσκέσι στους Ρώσους;

Ζητήματα που νομίζαμε πως είναι λυμένα και πως από τις δυνάμεις των λεγόμενων κεντροαριστερών κομμάτων θα μπορούσαν να τεθούν με την ευκαιρία της συγκυβέρνησης στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας, έστω και ως μεσοπρόθεσμοι στόχοι κι επιδιώξεις, έχουν ξεφουσκώσει στα αζήτητα συμπιεσμένα από τα ασφυκτικά οικονομικά μέτρα, τις ακροδεξιές προκλήσεις και την κρατική διάλυση. Ιδέες που διαδραμάτιζαν κεντρικό ρόλο στον προγραμματικό ρόλο και λόγο του κεντροαριστερού χώρου, αποσιωπώνται και παραλείπονται από τις κυβερνητικές πολιτικές, ενώ όσες αποτολμάται να εξωτερικευτούν –άραγε υπό ποιες προϋποθέσεις και συνθήκες– παραγκωνίζονται κι εκφυλίζονται τεχνηέντως, παρασυρμένες από τον χείμαρρο της διάχυτης συντηρητικοποίησης κι ανασφάλειας της κοινωνίας.

Από την πρώτη μέρα δημιουργίας της συγκυβέρνησης μετά τις εκλογές του περασμένου Ιούνη, δεν εκπέμπεται προς τα έξω, προς τη μεριά της κοινωνίας, τίποτε περισσότερο από ένα βόλεμα και μια σπουδή να σπρώξουν –το ΠΑΣΟΚ κι η ΔΗΜΑΡ– τον καιρό και τις εξελίξεις προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση εκτός από εκείνη που ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας θα προσδοκούσε ή θα ανέμενε να προκύψει μέσα απ’ αυτή τη συνεργασία, μια αξιόπιστη, δηλαδή, δυναμική κι ισχυρή κεντροαριστερή συμμαχία. Οι δυο εταίροι αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι, οποιαδήποτε ενέργεια θα μπορούσε να εκληφθεί ως εν δυνάμει διεργασία για συνεννόηση και συνεργασία. Καχυποψία, τυπικότητα, δυσπιστία κι αμοιβαία επιφυλακτικότητα χαρακτηρίζουν τις όποιες άτολμες κι αδέξιες χειρονομίες αβροφροσύνης και μεταξύ τους επικοινωνίας. Κρατούν έτσι τις ταμπέλες ανηρτημένες και τα μαγαζιά ανοιχτά, μέχρι να έρθει να τους τα κλείσει η ίδια η εξέλιξη κι η φυσική πορεία των πραγμάτων. Εφόσον αυτοί δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένοι ή ικανοί ν’ αξιοποιήσουν έμπρακτα την ανάγκη της συγκυρίας σε όφελος της κοινωνίας και του τόπου.

Η μικρή –πλην τίμια– αριστερά αρνείται το «φιλί της ζωής» στην κεντροαριστερά, στη συμπαράταξη και σύμπραξη των πολλών, το κρατά φιλάρεσκα κι εγωιστικά για τον εαυτό της, ξεχνά όμως κάτι που ισχύει από παλιά, ότι «ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα» (έστω κι αν έτρωγε σουβλάκι με τζατζίκι και κρεμύδι απ’ του Παναγιώτη).

Φωτο: Vlad Khodski


Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Σε τούτα 'δω τα μάρμαρα.


Άρεσε, δεν μπορώ να πω. Η φωτογραφία με τους κουβάδες και τους σκαρφαλωμένους στη σκάλα εργάτες να κάνουν φασίνα στα μάρμαρα του κτιρίου Αβέρωφ στο Πολυτεχνείο –εκτός από επιτυχημένη– προκάλεσε αίσθηση. Η πρωτοβουλία του επιχειρηματία Ιωάννη Τσεπέρκα, που χρηματοδότησε τον καθαρισμό, έκανε ως είδηση το γύρω της χώρας, αποσπώντας ευμενή σχόλια και το γενικό θαυμασμό.

Ντροπή μας.

Ντροπή μας, γιατί με τα «γιούρια» και τα «αέρα» προσπαθούμε ν’ αποδείξουμε –την τελευταία συνήθως στιγμή– ότι είμαστε έτοιμοι, πολιτισμένοι και κοινωνικά ευαίσθητοι κι ότι φροντίζουμε ως πολίτες τη χώρα μας, ενώ στην ουσία δεν είμαστε τίποτε περισσότερο από αθεράπευτα ατομιστές κι αδιόρθωτα εγωιστές.

Το κτίριο-σύμβολο, χάρη σ’ αυτή την αξιέπαινη προσπάθεια, πήρε και πάλι τη μορφή που του αξίζει και ως προς την ιστορία του και ως προς την αποστολή και το έργο του. Μπορεί να παραμείνει καθαρό άραγε, γιατί –όπως ξέρουμε– «σε τούτα ‘δω τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει», αλλά οι μπογιές, τα πανό κι οι κάθε είδους και λογής αφίσες μια χαρά κολλάνε και παραμένουν ανέγγιχτα από ανθρώπου χέρι μέχρι να ξεφτίσουν, να ξεθωριάσουν, να σκιστούν και να μετατραπούν σε σκουπίδια, μετατρέποντας με τη σειρά τους πανεπιστημιακά ιδρύματα και κτίρια της πατρίδας μας, αλλά κι άλλους χώρους εκπαίδευσης και διδασκαλίας, σε αποκρουστικούς σκουπιδότοπους.

Η έλλειψη σεβασμού και φροντίδας προς το δημόσιο χώρο και το περιβάλλον γενικότερα, είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά, που διακρίνει την αλαζονική κι ανεξέλεγκτη εξέλιξή και πορεία μας στις λεωφόρους της μεταπολεμικής ανάπτυξης. Όχι ότι δεν το είχαμε από πριν το σαράκι και το μικρόβιο, όχι ότι ξαφνικά «χαλάσαμε», αλλά είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε κι εμπεδώθηκε η συλλογική αντίληψη για τη χρήση και την αντιμετώπιση του δημόσιου χώρου, του δρόμου, της πλατείας, του κρατικού κτιρίου.

Στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ η κατάσταση έχει ξεφύγει εντελώς από χρόνια. Ίσως τα κτίρια των ΑΕΙ να διεκδικούν τον τίτλο των πλέον βανδαλισμένων χώρων ανά την Επικράτεια. Εκεί που θα έπρεπε να κυριαρχεί η καλαισθησία, η τάξη κι η οργάνωση, βασιλεύουν η βρωμιά, η εγκατάλειψη κι η αδιαφορία. Είναι απορίας άξιο, πώς είναι δυνατόν να προάγεται η γνώση, η έρευνα, η τεχνολογία κι η επιστήμη μέσα σε χώρους που ζέχνουν από ακαθαρσίες και ξερνούν ρυπαρότητα. Τι σχέση μπορεί να έχει η ελεύθερη κι ανεμπόδιστη διακίνηση των ιδεών και των απόψεων, η προαγωγή της άμιλλας και της ευγενικής επιστημονικής αντιπαράθεσης, με την ανεξέλεγκτη κι ανεμπόδιστη αφισοκόλληση, ανάρτηση πανό ή αναγραφή συνθημάτων σε τοίχους.

Δεν πρόκειται για φαινόμενα που εκδηλώθηκαν επ’ ευκαιρία της οικονομικής κρίσης, ούτε για περιπτώσεις μεμονωμένες ή περιστασιακές. Αποτελούν «κανονικότητες» που η πανεπιστημιακή κοινότητα αποδέχεται, ανέχεται και –ενδεχομένως– υποστηρίζει. Η αφισορρύπανση και μόνο αποτελεί μια συγγνωστή παραβατική συμπεριφορά, που δεν μπορεί να κρυφτεί και να καμουφλαριστεί πίσω από την αδιαφορία ή το «άσυλο», αλλά αποτελεί την πλέον ορατή –κι ίσως λιγότερο αποκρουστική– όψη σειράς παραβάσεων ή και παρανομιών, που δυναστεύουν και ταλαιπωρούν επί δεκαετίες τα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ποιος δεν θυμάται την περίπτωση με τα σκουπίδια στο Αριστοτέλειο;

Οι συμπεριφορές αυτές δεν εκδηλώνονται ξαφνικά με το που κάποιος νέος εισάγεται στο πανεπιστήμιο. Ενυπάρχουν ως γενικευμένες αντιλήψεις κι ως στερεότυπα συμπεριφοράς. Έχουν ενθυλακωθεί στο νεανικό υποσυνείδητο από τα πρώτα μαθητικά του βήματα, από το δημοτικό ή κι από το νηπιαγωγείο ακόμα. Έχει μάθει ότι η παιδεία είναι «δωρεάν» κι επειδή είναι δωρεάν μπορεί να την κάνει ότι θέλει, δεν είναι κάτι δικό του, του πατέρα ή της μάνας του, δεν είναι κάτι που ανήκει σε όλους, ένα κοινό αγαθό, που θα πρέπει να το προσέξει και να το προστατέψει. Σαν κάτι «ξένο» το προσεγγίζει. Εξάλλου, κατά κανόνα, αυτό το «ξένο», δεν έχει ούτε επαρκείς υποδομές, ούτε κατάλληλους χώρους, ούτε πραγματοποιεί ελκυστικές εκδηλώσεις και γεγονότα. Συμβατικά κι απρόσωπα, τυπικά και τυποποιημένα είναι τα πρώτα του βιώματα. Η απόλυτη δημοσιοϋπαλληλοποίηση του μαθητή από τα πρώτα – πρώτα τρυφερά του βήματα.

Πώς ν’ αλλάξουν στην πορεία του χρόνου οι εντυπώσεις αυτές, πώς να εκλείψει η αδιαφορία και να κεντριστεί το ενδιαφέρον, όταν και στην παραπέρα πορεία του μαθητικού του βίου κρίσιμες συνιστώσες της μετέπειτα ζωής του προσεγγίζονται κι αντιμετωπίζονται ως «μαθήματα»; Περιβαλλοντική και κυκλοφοριακή αγωγή μέσα από το βιβλίο γίνεται; Στο θρανίο και μέσα στην τάξη στραγγαλίζονται, όχι μόνο πολλές από τις εκπαιδευτικές ώρες της μαθητικής ζωής, αλλά κι ο μελλοντικός χρόνος για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της κοινωνίας, της χώρας της ίδιας. Η δημιουργικότητα κι η φαντασία, ο συνδυασμός κι η σύνθεση επαφίενται και πάλι στον «πατριωτισμό» και το μεράκι και μένουν μετέωρα και ξεκομμένα να κονταροχτυπιούνται και να βάλλονται μέσα σ’ έναν κοινωνικό περίγυρο γεμάτο αρνητική κριτική, δίχως την αίσθηση της συλλογικότητας, του εθελοντισμού και της αλληλεγγύης.

Φτάνουν έτσι, μετά από τόσα χρόνια και τόσους κόπους, τα τρυφερά βλαστάρια σε πανεπιστημιακές αίθουσες αχούρια και σε χώρους που σιχαίνεσαι να περάσεις και το αντιμετωπίζουν ως κάτι απολύτως φυσικό. (Αν μάλιστα κάποιοι τολμήσουν να αντιδράσουν μπορεί να βρεθούν απέναντι και σε δυσάρεστες συνέπειες). Δεν τους έχει γίνει βίωμα σ’ όλη την προηγούμενη μαθητική τους πορεία η αυτενέργεια κι η πρωτοβουλία σε συνδυασμό κι σ’ αλληλεξάρτηση με τη συλλογική προσπάθεια. Δεν έχουν μάθει να φροντίζουν και να εκτιμούν το δημόσιο, επειδή ακριβώς είναι «δωρεάν» –όπως και κάθε τι «δωρεάν»– και το πληρώνουν όλοι, αλλά και επειδή δικαιούνται να το έχουν εξίσου κι όλοι. Δεν έχουν βιώματα από συμμετοχές τους σε δράσεις εκπαιδευτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, αθλητικές, που συστηματικά κι οργανωμένα προβλέπονται και αναπτύσσονται στις σχολικές δραστηριότητες, με ομαδικές εργασίες, με συλλογικά projects.

Έχουν μάθει να κολλάνε σε τοίχους ζωγραφιές κι όχι σε οργανωμένα ταμπλό. Έχουν δει ν’ αναρτώνται σε τζάμια σχολικές ανακοινώσεις. Έχουν «στολίσει» αίθουσες με αφίσες και σημαιάκια κολλημένα με σελοτέιπ. Έχουν συνηθίσει να κάθονται σε μουτζουρωμένα θρανία. Ξέρουν ότι τα σκουπίδια θα τα μαζέψει η καθαρίστρια. Περιμένουν το σχολείο να το βάψει ο Δήμος. Έχουν πιει νερό από βρύσες που βράζουν στο το λιοπύρι. Έχουν συμμετάσχει σε εκπαιδευτικές εκδρομές ανίας και ρουτίνας. Γυμνάστηκαν κι έκαναν «επιδείξεις» σε ασφαλτοστρωμένα προαύλια δίχως ένα περιποιημένο δέντρο ή έστω μια γλάστρα, με κατεστραμμένο φιλέ του βόλεϊ και παραμελημένες μπασκέτες. Κάπνισαν «μετά φόβου Θεού» σε σχολικές τουαλέτες. Κατέλαβαν σχολεία κι έκαψαν απουσιολόγια. Έκαναν 150 απουσίες και δεν απορρίφθηκαν. Κατέφυγαν σε αμφιλεγόμενα πιστοποιητικά για ειδική μεταχείριση στις πανελλήνιες.

Ποια παιδιά θα φροντίσουν, λοιπόν, το πανεπιστήμιο; Ποια παιδιά θα έχουν την καλλιέργεια, τη διάθεση και την υποστήριξη να φροντίσουν και να ενδιαφερθούν προκειμένου οι τοίχοι του κτιρίου Αβέρωφ, αλλά κι οι χώροι σε κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα να διατηρούνται καθαροί;

Πιστεύω πως μπορούν αυτά τα παιδιά. Τα δικά μας παιδιά, τα παιδιά του σήμερα. Αυτά τα καλομαθημένα και κακομαθημένα μας «κωλόπαιδα». Αρκεί να τους δώσουμε τα θεσμικά εργαλεία, να τους προσφέρουμε τα μέσα, να τους δείξουμε την εμπιστοσύνη μας. Τα παιδιά αυτά μπορούν και πρέπει να κάνουν την επανάστασή τους, τώρα. Να γίνουν μπροστάρηδες κι οδηγοί μιας επανάστασης αξιοπρέπειας, αξιών και δημιουργίας. Μιας επανάστασης για τη δια βίου μόρφωση, για τον πολιτισμό, για τη δημοκρατία. Μιας επανάστασης για τη ζωή και το μέλλον, δίχως νεκρούς και παράπλευρες απώλειες, μιας ζωής με δικαιώματα κι υποχρεώσεις.

Αν στηρίζουμε την πατρίδα μας, αν ενδιαφερόμαστε και πιστεύουμε σ’ αυτή, έχουμε χρέος να στηρίξουμε ως οργανωμένη πολιτεία και κοινωνία με όλες μας τις δυνάμεις, με κάθε τρόπο και μέσο τα παιδιά και τους νέους. Εκπαίδευση και μόρφωση, απασχόληση και δουλειά, εδώ ας πέσει με τόλμη, αποφασιστικότητα και συνέπεια όλο το βάρος κι η φροντίδα για την αναδιοργάνωση, την ανάταξη και την ανάπτυξη της χώρας, όχι μόνο απ’ την κυβέρνηση, αλλά από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, απ’ όλη την κοινωνία. Σ’ αυτούς τους πυλώνες να θεμελιωθεί η νέα αφετηρία. Σ’ αυτά τα ολόλευκα, καθαρά και γερά «μάρμαρα», ας στερεωθεί με σιγουριά το αύριο του τόπου. Σ’ αυτά τα «μάρμαρα», που –όπως η ιστορία μας έχει αποδείξει– πραγματικά καμιά σκουριά δεν πιάνει.

Μαζί τους και δίπλα τους, συντονισμένοι, συμμέτοχοι κι αλληλέγγυοι σ’ αυτή την προσπάθεια, μπορεί κι εμείς –οι μεγαλύτεροι– ν’ ανακαλύψουμε και να κατανοήσουμε, επιτέλους, τους λόγους που μας οδήγησαν στο σημερινό οικονομικό αδιέξοδο και την κρίση, τους λόγους που δεν μπορούμε ως τώρα να συνεννοηθούμε μεταξύ μας, τους λόγους που έφτασε στις μέρες μας ο φασισμός να χτυπά με βία την πόρτα μας, τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει ν’ αντιδράσουμε στην παθητικότητα και τη μιζέρια και να ελπίσουμε σ’ ένα καλύτερο αύριο, τους λόγους για τους οποίους χρειάστηκε το φιλότιμο ενός συμπολίτη μας, για να μας διασώσει από την ασχήμια και τη ντροπή, επωμιζόμενος με τόλμη –και μπράβο του– τη συλλογική μας ευθύνη.

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Ιστορίες για ανιστόρητους.



Η Ιστορία δεν φαίνεται να έχει λογαριασμούς μαζί μας, αλλά δεν γνωρίζω άλλο λαό που να έχει τόσους ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία του. Μια διαρκής ανασφάλεια κι ένα αδιάκοπο κυνήγι μαγισσών, εχθρών, καταπατητών, εφιαλτών και προδοτών. Από Ανατολάς μας επιβουλεύονται, από Βορρά κινδυνεύουμε, η Ευρώπη μας εκμεταλλεύεται, οι Αμερικάνοι μας σαμποτάρουν, τα Σκόπια μας αντιγράφουν, η Ρεπούση αμφισβητεί, η Δραγώνα μηδενίζει. Απ’ έξω κι από μέσα καιροφυλαχτούν μύριοι όσοι επικίνδυνοι σφετεριστές και παραχαράκτες της Ιστορίας μας, που αν δεν ήμασταν τόσο προικισμένοι και περιούσιοι, Κύριος οίδε, σε τι εθνικές περιπέτειες θα είχαμε μπλέξει.

Μπλεγμένοι μεταξύ μας είμαστε σε κάθε περίπτωση. Υποκριτές με επιλεκτική και ασθενική μνήμη. Ιστορία αλά κάρτ, μιας χρήσης και για κάθε περίπτωση. Ιστορία που δεν επιδέχεται αμφισβητήσεις κι αναθεωρήσεις, κατέχει το αλάθητο, το ακριβές και το απόλυτο. Με όλες τις «κερκόπορτες» ανοιχτές, εθελοτυφλούμε ομφαλοσκοπώντας τα «περασμένα μεγαλεία», τα οποία αντί να ενδυναμώνουν τη θέληση για να πάμε μπροστά, θεριεύουν τη λυσσώδη μανία μας να μείνουμε πίσω προσκολλημένοι σ’ ένα, ένδοξο μεν, άλλων εποχών δε, παρελθόν. Την «μικρά αλλ’ έντιμον Ελλάδα» αναπολούμε, κρατώντας γερά κλειστά τα μάτια στις προκλήσεις του παρόντος, στις δυνατότητες του μέλλοντος. 

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα μπορούσαμε ν’ αντιληφθούμε, ότι άλλο είναι να τιμάς και να σέβεσαι την ιστορία της πατρίδας σου κι άλλο να ερευνάς το ιστορικό γίγνεσθαι. Άλλο να συμμετέχεις ενεργά ως πολίτης στα όργανα και τους θεσμούς του κράτους κι άλλο να ενεργείς για την απαξίωση ή την κατάλυσή τους. Άλλο να υποστηρίζεις τις παραδόσεις και τα ήθη του λαού κι άλλο να προσπαθείς να τα επιβάλεις σε όλους και σε κάθε περίπτωση δια της βίας.

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε, ότι κάθε άνθρωπος σ’ όποιο λαό, φυλή ή εθνότητα ανήκει, έχει ανάγκη να εκφράσει, να εξωτερικεύσει και να εκδηλώσει ειρηνικά τις πεποιθήσεις και τις παραδόσεις της πατρίδας του, όπου κι αν βρίσκεται, με σεβασμό στον τόπο που τον φιλοξενεί και φροντίζοντας ν’ ανταποδίδονται τα ίσα στη δική του πατρίδα.

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα είχαμε φροντίσει από πολύ πριν να περιορίζονται τα καθήκοντα των ιεραρχών και του ιερατείου στην έκφραση της πίστης και στις θρησκευτικές εκδηλώσεις λατρείας και μόνο, κι όχι να βαράνε οι καμπάνες ή να γίνονται λαοσυνάξεις κατά το δοκούν και τις πεποιθήσεις του κάθε προκαθήμενου.

Αν δεν είχαμε ανοιχτούς λογαριασμούς με την ιστορία, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε, ότι κι η επιστήμη της Ιστορίας –όπως όλες οι επιστήμες– εξελίσσεται, αναθεωρείται και τεκμηριώνεται καλύτερα με το πέρασμα του χρόνου και ότι ο βαθμός που η εκπαίδευση θα πρέπει να παρακολουθεί την επιστήμη, να προσαρμόζεται, να  εμπλουτίζει τα προγράμματά της, είναι θέμα της συντεταγμένης πολιτείας μέσω της εκπαιδευτικής κοινότητας να το αποφασίζει κάθε φορά κι όχι του όποιου υπουργού Παιδείας, του όποιου κόμματος, θρησκευτικής οργάνωσης ή σωματείου.

Με τόσο μπέρδεμα, σύγχυση και ημιμάθεια η ιστορία μετατρέπεται σε «Ιστορία για αγρίους», όπου, όποιος φωνάξει περισσότερο, απειλήσει περισσότερο, εκβιάσει περισσότερο, διεκδικεί με αξιώσεις περισσότερο μερίδιο πατριωτισμού και περισσότερο χρόνο παραμονής στην επικαιρότητα. Οι κραυγές κι οι αφορισμοί γίνονται τα επικοινωνιακά εργαλεία μιας μισαλλόδοξης μερίδας της κοινωνίας για να περιφρουρήσει «τα ιερά και τα όσια», διαπράττοντας στο όνομά τους ανοσιουργήματα εις βάρος κάθε αντίθετης γνώμης, άποψης ή εκδήλωσης, αλλά και σε βάρος αλλόθρησκων, αλλόφυλων, ξένων. 

«Η χούντα δεν τελείωσε το ’73», διατείνονταν, φώναζαν κι έγραφαν δεξιά κι αριστερά κάποιοι συμπολίτες μας, αλλά διόλου αυτό μας πείραξε, αφού «Φωνή λαού, οργή Θεού». Η προσπάθεια να ξαναγραφτεί με βίαιο τρόπο η ιστορία της περιόδου από το 1974 μέχρι τις μέρες μας δεν ενοχλεί, βολεύει –βλέπεις– το κλίμα των ημερών και τ’ αντακλαστικά της περιόδου, διευκολύνει τις δυνάμεις της συντήρησης να φέρουν και πάλι την ιστορική μνήμη στα μέτρα τους.

Κάποιοι όμως θα πρέπει, επιτέλους, να μείνουν εδώ, κάποιοι να δηλώσουν «παρών», κάποιοι να μιλήσουν προς την αποσβολωμένη κοινωνία. Κάποιοι έχουν ιστορική ευθύνη να ορθώσουν ανάχωμα, ανάστημα. Κάποιοι να βάλουν το μέτρο στη θέση αυτής της ατέρμονης κι άνισης υπό τις παρούσες συνθήκες αναμέτρησης. Επιλέγοντας να χορεύουν, μοιραίοι, χέρι-χέρι «το χορό του Ζαλόγγου», προσφέρουν τις καλές τους υπηρεσίες στους εκφραστές του πισωγυρίσματος της χώρας, ενώ σέρνουν ταυτόχρονα και τις ιστορικές δημοκρατικές κατακτήσεις των τελευταίων δεκαετιών μαζί τους στο γκρεμό.

Κι αυτό δεν θα είναι –δυστυχώς– για τις επόμενες γενιές ένας ακόμα «εθνικός μύθος».

Φωτο: Jessieleigh15